Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

«ΒΡΑΔΙΝΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ» Οι άνθρωποι μια χούφτα από βράχους

διήγημα
του Απόστολου Θηβαίου

(Ένας νέος, με μολυσμένο πρόσωπο και μολυσμένα χέρια, εισέρχεται στο περιβόλι. Εδώ ανθίζουν μονάχα ολόλευκα, μαρμάρινα λουλούδια. Με τέσσερα πέταλα, ακίνητα. Ο άσπρος μαντρότοιχος, τα δειλά φώτα που σβήνουν λίγο πιο πέρα από την πόλη, η γυναίκα με τα μαύρα που ποτίζει τα μαρμάρινα σκεύη, ένα σκυλί που φτάνει για να πεθάνει ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί καθένας που κατέχει μια αδέσποτη ψυχή πασχίζει να τελειώσει ανάμεσα σε ανθρώπους. Στο βάθος δυο σκυφτές σκιές. Μια φωσφορική λάμπα, τα σύνεργα των αναμνήσεων, ένας παλιός καθρέφτης που συγκράτησε τα όμορφα είδωλα. Η Κατερίνα και ο Παύλος μιλούν χαμηλόφωνα. Τα πρόσωπά τους σπασμένα. Σαν χώμα που στερήθηκε το νερό. Γελούν. Γύρω οι νεκροί καθαρίζουν τα παράξενα, στενόχωρα σπίτια. Μοιάζουν με ράχες μικρές. Επιπλέουν στη γη. Ένας άνδρας καρφώνει τη νύχτα γύρω από τα δέντρα. Στα χέρια του μια φωτογραφία. Ένα μαύρο πρόσωπο, με πορφυρά μάτια. Ίσως να γελά. Ο άνδρας στηρίζει τον καιρό σε ένα δοκάρι από στάχτη. Απλώνει ένα μουσαμά από φως και επιδίδεται σε μια παράδοξη τελετή. Ο μουσαμάς έχει σχέδια από πράσινη και χρυσαφιά λαδομπογιά. Εκείνες οι ζωγραφιές θυμίζουν έντονα ξένα, νότια τοπία. Η Κατερίνα και ο Παύλος συνομιλούν.)

Η Κατερίνα μιλά. Πεθύμησα τις πλατείες. Με τα παιδιά της αγωνίας. Τη μυρωδιά από τις βραδινές φωτιές, τους καπνούς από τις αναπάντεχες εξεγέρσεις. Εδώ υπάρχει τόση ησυχία. Κανείς δεν μπορεί να πεθάνει μες σε τόση σιωπή. Οι μνήμες αντηχούν επίμονα. Τα τραγούδια, οι δηλώσεις της μεταμέλειας, ο θρήνος για τον ξαφνικό χαμό ενός κοριτσιού πίσω από τα άρρωστα δέντρα.  Με τούτο το φως η νύχτα δεν μπορεί ποτέ να σπάσει, να διαλυθεί η νύχτα δεν μπορεί. Ξέρεις, Παύλο, το φως δεν φτάνει ποτέ ψηλά. Σέρνεται στη γη. Τα πάντα γερμένα από την ντροπή Παύλο.
Ο Παύλος θα πει. Κάποτε πίστευα πως οι άνθρωποι μιλούν. Γράφουν από ανάγκη. Κατερίνα, οι τελευταίοι άνθρωποι χάθηκαν. Όσοι απέμειναν πεθαίνουν μες στα σπίτια με τις προγονικές μορφές. Στους τοίχους, στις μικρές κορνίζες. Με την ασημένια μπορντούρα, τα ασημένια μάτια, τα άδεια. Τα περασμένα πρόσωπα στοιβάζονται μες σε πλαίσια αυστηρά. Δεν περισσεύει ούτε μια μνήμη, Κατερίνα. Σε ένα μνήμα μεγαλοπρεπές κηδεύτηκαν χθες όλες μας οι βεβαιότητες Κατερίνα. Μια ξεχασμένη φρουρά φυλά την είσοδο. Υπάρχουν ακόμα τυμβωρύχοι που γυροφέρνουν το μνήμα. Παλεύουν. Να νιώσουν κάτι από τις βεβαιότητες.
Η Κατερίνα, με τις παιδικές εκφράσεις, κοιτά τα τρύπια χέρια της. Τα τεντωμένα σύρματα. Παύλο, στα σύρματα δεν υπάρχουν μαύρα πουλιά πια. Οι φίλοι μου, κείτονται σε διπλανά σπίτια. Τώρα κανείς πια δεν κοιτά στον ουρανό. Όλοι έχουν έναν ορίζοντα από ξερά χόρτα και λύπη. Θυμάμαι ένα παλιό στέκι. Υπήρχε ένα τραπέζι. Με άσπρο τραπεζομάντιλο και κόκκινο μαζί. Στο κέντρο ένα τασάκι με την επιγραφή μιας μεταφορικής εταιρείας. Με πράσινα γράμματα. Σαν ένα αίμα με άλλο χρώμα. Γύρω οι καπνοί. Οι χρησμοί ξεχύνονταν από το στόμα. Άνοιγαν μικρές οπές στα χείλη. Αυτό θύμιζε τις αδιόρατες καταστροφές στα φράγματα. Που αφήνουν το νερό και τραβάει το δρόμο του. Ξυπόλητο. Όλος ο κόσμος είναι ένα πελώριο φράγμα Παύλο. Και οι θηρευτές κυνηγούν το νερό. Εκείνο μοιάζει με το παιδί. Καθώς τρέχει να φυλαχτεί από ενήλικες βροχές.
Ο Παύλος δακρύζει. Μιλά. Κατερίνα, κάθε μέρα που πεθαίνουμε. Κάθε μέρα πεθαίνουμε Κατερίνα. Φοβάμαι για τα παιδιά. Τα παιδιά φοβάμαι. Μήπως ξεχάσουν την ξεγνοιασιά των καλοκαιριών, την υπέροχη έκπληξη ενός διαλυμένου παιχνιδιού.
Σώπα Παύλο. Άκου τα χτυπήματα. Πάντα τα ίδια καρφιά. Η ίδια προδοσία. Μια καταραμένη επιλογή. Τα ποδοκροτήματα Παύλο κοινωνούν το χαμό. Κοίτα τη σκιά πίσω από το μουσαμά με τη λαδομπογιά. Αλλάζει πολλές μορφές. Σαν σύννεφα. Που αποκτούσαν τις όψεις δυο ματιών. Φτιαγμένων από ανθρωπιά και κάτι από τα παιδιά. Τότε Παύλο, σου μιλώ για τότε. Στο βάθος της πόλης δεν ακούγονται οι φωνές των παιδιών. Μονάχα συριγμοί από τις τσεκουριές. Πάνω στα μαύρα πρόσωπα με τα στολίδια. Με τα πέτρινα περιδέραια, τα δαχτυλίδια με τις περίεργες μορφές. Οι φίλοι μου Παύλο κάποτε σχημάτιζαν αψίδες από κραυγές. Ατρόμητες κραυγές αγριοπουλιών. Σε λίγο θα ξημερώσει Παύλο. Θα σβήσουμε τη γκαζόλαμπα. Με τα νεκρά ζωύφια της υγρασίας. Στίγματα στο σβησμένο φως, στα διάφανα χέρια. Πάντα θα χιονίζει στις πόλεις μας. Ένα άκαμπτο χιόνι, σκληρό σαν γυαλί σπασμένο. Με μικρές γωνίες που χαράζουν διαδρομές στα ευαίσθητα σημεία των δαχτύλων.
Να με αγαπάς Κατερίνα. Όσο μπορείς να με αγαπάς.
Μπορώ Παύλο. Πρέπει να μπορώ. Για να καταρρεύσουν τα άσυλα που φυτρώνουν μες στα σπίτια. Πρέπει να μπορώ Παύλο. Κάποτε κάποιος είπε. Ένας θάνατος είναι πάντα ένας φόνος.

(Οι δυο σκιές αγκαλιάζονται. Έπειτα φορούν δυο ξύλινα παλτά. Φθαρμένα από αναρίθμητες αγκαλιές. Ύστερα ακολουθούν ένα κατηφορικό δρόμο. Ξεπηδά μες στο περιβόλι. Έχει στο βάθος του ένα αποκορύφωμα. Και είναι ένας τόσο απελπισμένος και ανθρώπινος δρόμος. Ο άντρας θα ξεκαρφώσει τη νύχτα. Με ένα μαχαίρι σκίζει το σκοτάδι πρόχειρα. Υπάρχει τόσο φως εκεί έξω. Ένα φως σαν κιμωλία. Που κάνει τα πρόσωπα λευκά. Σχεδόν θεατρικά. Δίχως τις ψευδείς σκηνικές προοπτικές. Γιατί τα πρόσωπα θα είναι πάντα λευκά. Πιο ανθρώπινα από ποτέ. Ο εβένινος άνδρας έχει τώρα μια πατρίδα. Σαβανωμένη πατρίδα είναι κάθε αφιλόξενη πατρίδα. Δεν υπάρχει τίποτα το γνώριμο πάνω του. Η νύχτα τον προίκισε με ένα προσωπείο. Άγριο με πελεκητά μάτια και σφιγμένα δόντια. Τώρα δεν υπάρχουν σπίτια στο περιθώριο των δρόμων. Μονάχα οδοφράγματα από γλώσσες και θρησκείες. Αν δεν φυλαχτούμε, οι σταυροί θα μας πνίξουν. Η Κατερίνα και ο Παύλος γεννούν μια φωνή σαν φως. Μα πάντα η παραίτηση προκαλεί έναν τόσο περισσότερο θόρυβο. Οι άνθρωποι μια χούφτα από βράχους. Η μέρα γέννησε την αγωνία και έπειτα πέθανε.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news