Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Parquet

διήγημα
της Ξένιας Παπαδημητρίου

Άνοιξε τα μάτια και σφήνωσε το βλέμμα στο ταβάνι. Ήταν σαν να τη διαπερνούσε ηλεκτρικό βλέμμα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών. Έκανε να κινηθεί μα η τάση του ρεύματος αύξανε. Ξανάριξε κάτω το κεφάλι κι αυτή τη φορά ακούστηκε πάνω στο ξύλο ένας γδούπος παραίτησης. Προσπάθησε να κινήσει τα χέρια, μα έστεκαν σαν κούτσουρα παρατημένα σε μια στεγνή όχθη. Τα δάχτυλα της ένευσαν ανεπαίσθητα πως ήταν εκεί. Ένας μαύρος φόβος  χύθηκε στο ξαπλωμένο κορμί της κι ήταν σαν να το ξέβραζε. Κοίταζε ολόγυρα και της φαινόταν όλα τα έπιπλα διαφορετικά βλέποντάς τα από εδώ χαμηλά. Το σκρίνιο έδειχνε κοντόχοντρο, ο καλόγερος με τα πανωφόρια ψηλός σα κυπαρίσσι, ο δρόμος προς την κουζίνα φαινόταν μακρύτερος και η σκάλα φάνταζε σαν απόρθητη βουνοκορφή από εδώ κάτω στη βάση της. Μια κρύα αίσθηση αγκάλιαζε το πίσω μέρος του του κορμιού της, μια αφιλόξενη παγωμάρα που απλωνόταν σε όλο το πάτωμα μοιάζοντας με σιωπηλή πλημμύρα.  Το κουδούνι σταμάτησε, φαίνεται πως ο επισκέπτης είχε φύγει. Έτσι παρέμενε η πόρτα κλειστή και μουγκή απέναντι στην δική της ακινησία. Κοίταξε τη γάτα που πέρασε και με τη χνουδωτή ουρά της άγγιξε λιγάκι το πρόσωπο, ένα χάδι που έμοιαζε περισσότερο με ερώτημα. Πήγε και στάθηκε κοντά στην πόρτα και την έβλεπε. Ποίος ήταν άραγε ο μυστηριώδης ξένος; Η γάτα έγλειψε το ένα της πόδι κι έπειτα ένιψε το μουσούδι της. Συνέχισε με αυτές τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις περιποίησης που υπνώτιζαν το βλέμμα. Έκλεισε τα μάτια. Τι στα κομμάτια το ήθελε το παρκέ; Μην είχε τάχα δίκαιο η κόρη της που τη μάλωνε να μην το κάνει; Εκείνη όμως το γυάλιζε γιατί ήταν πιο όμορφο έτσι. Μα κι ακόμη περισσότερο επειδή ήθελε να γίνεται το δικό της. Έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Έτσι ήταν πάντα. Σαν είχε μια ιδέα, μια επιθυμία, ένα στόχο θωρακιζότανε πίσω του και τον έσπρωχνε μέχρι να τον φέρει εις πέρας, ακόμη κι αν επρόκειτο για τη μεγαλύτερη σαχλαμάρα του κόσμου. Και τώρα που είχε γεράσει οι ιδέες, οι επιθυμίες κι οι στόχοι γινότανε ολοένα πιο ευτελείς κι εκείνη πείσμωνε ακόμη περισσότερο πίσω τους. Έτσι και με το παρκέ. Μα τώρα θα είχε φύγει η κόρη πίσω απ’ την πόρτα; Ήτανε στ’ αλήθεια εκείνη; Την είχε διαολοστείλει την τελευταία φορά που βρεθήκανε κι εκείνη έφυγε μπαϊλντισμένη. Μαμά, της είπε, πρόσεξε καλά γιατί με τα καπρίτσια που μου κάνεις δεν θα με ξαναδείς! Κι όμως θαρρείς πως επειδή ήτανε ξεροκέφαλη και καπριτσιόζα τα είχε καταφέρει να την αναθρέψει. Ολόκληρη γυναίκα την είχε κάνει, κι αυτό μονάχη της. Μέχρι κι ο Θεός είχε αμελήσει να τις βοηθήσει στη ζωή. Μακάρι να ήτανε αυτή. Μήτε ο ταχυδρόμος, ούτε κανείς άλλος εκτός από εκείνη. Η καρδιά της σπαρτάρισε κι ήταν το μόνο που έδειχνε ζωντανό σε κείνο το ασάλευτο κορμί. Την κούκλα της. Που τη λάτρευε σαν φωτεινό αστέρι, σαν δροσερή πηγή, σαν σαν σαν… Τί θα γινόταν τώρα ποιός το ξέρει. Προσευχόταν μονάχα να μην την είχε αφήσει το κορμί της. Να μην είχε γίνει το άψυχο κιβώτιο μιας τόσο θεληματικής ψυχής. Κι αν γυρνούσε πίσω ο χρόνος, σκέφτηκε, τι θα έκανε; Θα πείσμωνε λιγότερο και θα ’δειχνε τα αισθήματά της περισσότερο, ναι, αυτό θα έκανε. Κι έτσι ασάλευτη και παγωμένη ευχήθηκε να της δώσει ο Θεός που μέχρι τώρα μάνα και κόρη τις είχε ξεχάσει, ευχήθηκε για μια δεύτερη ευκαιρία. Να σηκωθεί. Ας σηκωνόταν και θα ’βλεπες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news