Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Στο σπίτι απέναντι

[διήγημα]
του Πέτρου Λυγίζου

Είναι όμορφα που έπιασε άνοιξη τώρα στη Σκιάθο. Κι έτσι, τ’ απογεύματα, σαν τώρα, κάθομαι στο μπαλκονάκι να πιω τον καφέ μου και πότε κοιτάζω την ατελείωτη θάλασσα και πότε το σπίτι απέναντι. Ένα σπίτι μεγάλο και παλιό, με τη γυριστή μαρμάρινη σκάλα και την όμορφη βεράντα. Στην ίδια βεράντα όπου τα χελιδόνια επιμένουν κάθε χρόνο τέτοια εποχή να χτίζουν μεθοδικά τη φωλιά τους, σα να μη συμβαίνει τίποτα, μακριά απ’ τα προβλήματα των ανθρώπων.
     Στο σπίτι αυτό, δεν κατοικεί πια κανείς. Το ταχυδρομικό κουτί δεν ανοίγει ποτέ για κανέναν, δύο τσουβαλάκια με άμμο θάλασσας είναι εδώ και χρόνια παρατημένα και σκληραίνουν απ’ τον ήλιο και τη βροχή, ο αέρας –ομιλών και αμείλικτος- χτυπά τα παλαιικά παντζούρια κι ο κρότος αυτός είναι η μοναδική παρουσία στο έρημο σπίτι. Μόνο μερικά τριαντάφυλλα, δυναμωμένα απ’ τις ποτιστικές βροχές της άνοιξης, υψώνουν το τρυφερό τους κορμί, ανάμεσα στις αχλαδιές και τις γέρικες κληματαριές.
     Χρόνια μετανάστης στην Αμερική, ο κύριος Κώστας ήρθε τελικά στο χωριό του, στον Άγιο Παντελεήμονα Σκιάθου, με τη γυναίκα του και το γιο του. Ήταν Ιούλιος του 1992. Σα να τους βλέπω μπροστά μου, τους τρεις τους. Με χαρά απερίγραπτη, με αληθινό ενθουσιασμό, επέστρεφαν πια στο πατρικό σπίτι, εκεί που ο κυρ Κώστας είχε μεγαλώσει, είχε παίξει, είχε ονειρευτεί κι ερωτευτεί για πρώτη φορά. Με αγκάλιασε κι ας μην τον είχα ξαναδεί. Ήξερε – έλεγε – τη γιαγιά μου, που ζούσε στο σπίτι που μένω τώρα εγώ. Μαζί μεγαλώσανε.
-Γύρισα, Πετρή, μου είπε, και δεν το κουνάω ξανά απ’ αυτό το σπίτι!
-Μακάρι, κύριε Κώστα, εμείς παρέα θέλουμε......
     Απ’ το επόμενο κιόλας πρωινό, θυμάμαι, άρχισε να φτιάχνει το σπίτι του. Ακούραστος, με ενθουσιασμό και μανία πραγματική. Χαρούμενος άνθρωπος, με κέφι για ζωή και με ολοφάνερη την απόφαση να απολαύσει όσα χρόνια είχε χάσει στην ξενιτιά. Έσκαβε τον κήπο του, έξυνε κι έβαφε τους τοίχους του παλιού αρχοντικού, τα χέρια του ήταν ικανά κι ακούραστα. Και πλάι του, η κυρά-Μαρία, η γυναίκα του, καλοσυνάτη κι ευγενική, αλλά μ’ ένα χαμόγελο μελαγχολικό, θλιμμένο ίσως, τόσο που με στενοχωρούσε.
     Κι αναρωτιόμουν τι θα μπορούσε να’ χει αυτή η τόσο ευγενική γυναίκα, τι ήταν εκείνο που δεν άφηνε τη λύπη να λευτερώσει το όμορφο χαμόγελό της, ατόφιο κι ακέραιο. Ώσπου, σε μερικές μέρες, γνώρισα το Λάμπρο, το μονάκριβο γιο τους. Ένα παιδί γύρω στα είκοσι-πέντε, με αραιά μαλλιά και γενειάδα, περπάτημα αργό και βαρύ, πάντως ακανόνιστο, σαν τις λέξεις που έβγαιναν με βία απ’ τα σφιγμένα του χείλη. Γνωριστήκαμε, πιάσαμε την κουβέντα, ώσπου τα απογεύματα που πότιζα τον κήπο, είχε πια το θάρρος να έρχεται κοντά μου, να με βλέπει δίχως να μιλάει ή –άλλοτε- να γελά χωρίς λόγο. Έπαιρνε φάρμακα ο Λάμπρος, για τα νεύρα του. Δίχως αυτά, τον έπιαναν κρίσεις. Μου το είπε ο ίδιος, με μία θλίψη που δεν θα ξεχάσω. Αυτό ήταν που βασάνιζε τη μάνα του, την κυρά-Μαίρη: τι θα γινόταν ο γιος της, όταν εκείνη κι ο άντρας της θα φεύγανε πια από τη ζωή...
     Ο καιρός περνούσε.Ο κυρ-Κώστας ακούραστος, με περίσσια ζωντάνια αλλά και με μία μελαγχολία που πάλευε να κρύβει, μαστόρευε συνεχώς. Πολέμαγε να φτιάξει το σπιτικό του, για να’ χει ο γιος του κάπου να μείνει, να μην τον πετούσαν στον δρόμο, όταν εκείνος με τη γυναίκα του θα’ χανε πια πεθάνει. Και δυστυχώς, ο άνθρωπος αρρώστησε. Καρκίνος. Την πάλεψε πολύ την αρρώστια. Μα μέρα με τη μέρα,όλο και αδυνάτιζε. Μέχρι που έπεσε στο κρεβάτι. Σε λίγες εβδομάδες πέθανε. Όλο το χωριό ήταν στην κηδεία. Όταν τον έθαβαν –ο γιος του έριξε το πρώτο χώμα- το ρολόι στο πέτρινο καμπαναριό, χτυπούσε τέσσερις. Ήταν, θυμάμαι, Αύγουστος. Μετά πήγαμε στο καφενείο. Ο κυρ-Κώστας θα κέρναγε τους συγχωριανούς του για τελευταία φορά. Ο Λάμπρος δεν άντεξε. Έπεσε κάτω, αναίσθητος, ελπίζοντας ίσως πως έτσι θα αντάμωνε τον πατέρα του. Η κυρά-Μαίρη, βυθισμένη στην απόγνωση άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Σε λίγη ώρα ο Λάμπρος βρισκόταν στο νοσοκομείο. Η μάνα του, πάνω απ’ το κεφάλι του, πάντα! Στα εννιάμερα και στα σαράντα , δεν τον πήρε μαζί της. Κι ήταν οι μοναδικές φορές, που η κυρά-Μαίρη αποχωρίστηκε το γιο της. Ούτε λεπτό δεν τον άφηνε.
     Οι μέρες, διαδέχονταν η μία την άλλη. Στο σπίτι απέναντι, επικρατούσε –φαινομενικά- απόλυτη ησυχία. Η ζωή της κυρίας Μαίρης και του γιου της, είχε πια αλλάξει σελίδα. Ο κυρ-Κώστας, κάτω απ’ το χώμα του αγαπημένου του χωριού, δεν μπορούσε πια να παλέψει για τίποτα. Τα πρωινά έβλεπα το Λάμπρο στη βεράντα του παλιού αρχοντικού, να πίνει το γάλα του _σα μικρό παιδί_ κοιτάζοντας την άγρια θάλασσα. Κι ερχόταν η μάνα του αλαφροπατώντας, στεκόταν πίσω του, του έλεγε κάτι στ’ αυτί, χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά του κι ύστερα έμπαινε ξανά μέσα σ’ εκείνην την παλαϊική σάλα, σαν πνεύμα. Η κυρά-Μαίρη δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Ούτε κι ο Λάμπρος. Μάνα και γιος, λες και μοιράζονταν στις ισχνές τους πλάτες ένα φορτίο ανυπόφορο. Τα λουλούδια έμεναν αφρόντιστα, το χώμα απότιστο. Το μόνο δέντρο που περιποιόταν η δυστυχισμένη γυναίκα, ήταν μια γέρικη αμυγδαλιά που οι μεγάλοι της κλώνοι έγερναν πια πάνω απ΄ το καλντερίμι. Ώσπου, λίγες μέρες μετά, το Δεκαπενταύγουστο, στη γιορτή της ανήμερα, μια εξαδέλφη που την επισκεπτόταν συχνά, βρήκε την κυρά-Μαίρη κρεμασμένη απ’ τον πιο χοντρό κορμό του αιωνόβιου δέντρου, με μαύρα ρούχα και τα πλούσια λευκά της μαλλιά πιασμένα πίσω, όπως πάντα. Δεν άντεχε ούτε το χαμό του άντρα της, ούτε την αρρώστια του παιδιού της. Το βάρος ήταν μεγάλο γι’ αυτήν κι αποφάσισε να τελειώσει με τη μίζερη ζωή της. Ύστερα από πολλά παρακάλια, ο παπάς δέχτηκε να την κηδέψει. Το μυστήριο ξεκίνησε όταν το ρολόι στο πέτρινο καμπαναριό χτυπούσε ξανά –τι σύμπτωση- τέσσερις!
     Ο Λάμπρος έπαθε νευρικό κλονισμό. Τα’ χασε. Τις ελάχιστες φορές που συνερχόταν και ρωτούσε, του’ λεγαν πως η μάνα του είχε πάει για δουλειά στην Αμερική και πως θα γύριζε σύντομα. Σε δύο μήνες πέθανε. Από τότε πάνε δέκα χρόνια. Όποτε πίνω καφέ, κοιτάζω την έρημη βεράντα , τη γέρικη αμυγδαλιά και στο βάθος την αγαπημένη θάλασσα του Λάμπρου...

Σκιάθος, Ελλάδα
φωτ.  Axellie

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news