Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Στην oδό Ανταρτοπόλεως

[διήγημα]
της Θεοδώρας Τζόκα

[βιογραφικό] Η Θεοδώρα Τζόκα γεννήθηκε στην Ελλάδα και μεγάλωσε στη Βοστόνη των ΗΠΑ όπου οι γονείς της μετανάστευσαν το 1956 από ένα φτωχό ορεινό χωριό της Δυτικής Μακεδονίας. Φεύγοντας, οι γονείς της πήραν μαζί τους μια χούφτα χώμα από την αυλή τους και δυο μεγάλα όνειρα. Το πρώτο ήταν να γυρίσουν μια μέρα στην πατρίδα τους.  Το δεύτερο ήταν να «μάθουν γράμματα» οι τέσσερις κόρες τους.  Όπως και έγινε.  Σήμερα, η Θεοδώρα ζει μόνη της στην Καλαμαριά και όταν δεν γράφει, διδάσκει Αγγλικά σε τοπικό δημόσιο σχολείο. [Θ.Τ.]

______________________________


Στην οδό Ανταρτοπόλεως

Κάποτε στην Καλαμαριά ήταν μια οικοπεδούχα που λίγο έλειψε να γίνει φάντασμα. Παρθένα τη λέγανε.  Πόντια, φυσικά, τόσο στην καταγωγή, όσο και στο απίστευτο αγύριστο κεφάλι που καθότανε σαν τσιμεντόλιθος πάνω στο συμπαγές ορθογώνιο σώμα της.  Αλήθεια σάς το λέω, το κεφάλι της ήταν πραγματικά αγύριστο. Όσο και να προσπαθούσε η κακομοίρα να το στρίψει αριστερά ή δεξιά, αυτό δεν υπάκουγε στις διαταγές της.  Γι αυτό, όπως έλεγαν μερικοί, ο Θεός στην απέραντη σοφία του τοποθέτησε δύο τεράστια μάτια, σαν αυτά της κουκουβάγιας, στο πίσω μέρος του αγύριστου κεφαλιού της.  Τα πάντα έβλεπε η Παρθένα, ακόμα και πίσω από κλειστές πόρτες. Άσε κι από ακοή, άλλο πράγμα σας λέω! Καρφίτσα δεν έπεφτε χωρίς να την αντιληφτεί.
             Λοιπόν, που λέτε, η Παρθένα, είχε δώσει το οικόπεδο της στην Καλαμαριά αντιπαροχή και πήρε ένα ωραιότατο διαμπερές διαμέρισμα 120 τ.μ. με θέα το Θερμαϊκό, πυλωτή και κεντρική θέρμανση. Δεν της έφταναν, όμως, τα 120 τ.μ.. Ήθελε να κάνει κουμάντο σ’ όλο το εμβαδόν  της τετραώροφης οικοδομής που τη θεωρούσε ακόμα δικιά της ιδιοκτησία.  
            Αυτοδιορίστηκε, που λέτε, άρχοντας και από τον τέταρτο όροφο ασκούσε ανελέητα την εξουσία της.  Έτσι, λοιπόν, είχε την απαίτηση όλοι οι νέοι κάτοικοι της οικοδομής να την υπακούνε και να συμμορφώνονται με όλους τους νόμους που πυρετωδώς ολημερίς θέσπιζε.  Να, όμως, που οι καταληψίες, γιατί κάπως έτσι τους έβλεπε η Παρθένα τους άλλους ιδιοκτήτες, δεν καιγόντουσαν καρφί για τους «νόμους» της Παρθένας ούτε και για τις προσπάθειες της να τους «νοικοκυρέψει».
            Μια μέρα ακούστηκε να λέει στην παλιά και πιστή της γειτόνισσα: «Μαρίκα, πες μου!  Όχι, ειλικρινά, θέλω να μου πεις! Αν εγώ δεν έδινα το οικόπεδο μου αντιπαροχή, θα είχαν πού να μείνουν αυτοί οι αχαΐρευτοι και ανοικοκύρευτοι  άνθρωποι;  Πάνω στη δική μου γη έκτισαν τα σπίτια τους!»
            Και τι να’ λεγε η δόλια η Μαρίκα που γνώριζε την Παρθένα από μικρό κοριτσάκι;  Μαζί έπαιζαν με τις κοκάλινες κούκλες τους στον κήπο των σπιτιών τους πριν αυτά γίνουν τσιμεντοκατοικίες.  Κούνησε το κεφάλι της κι αποφάσισε για ακόμη μια φορά να πάει με τα νερά της. Ας τολμούσε να κάνει κι αλλιώς η κακομοίρα!    
            «Έχεις δίκιο, Παρθένα μου, θα έπρεπε να σε προσκυνάνε σαν θεό  οι αχάριστοι κι όχι να σου κάνουν τη ζωή πατίνι».
            «Έννοια  σου Μαρίκα μου.  Θα τους βάλω εγώ τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι.  Εδώ είμαστε και θα το δεις ! Κανείς δεν τολμάει να πάει κόντρα στην Παρθένα!» είπε καμαρωτά καμαρωτά. Γιατί καμάρι το είχε το τσαγανό της η Παρθένα. 
            Κι έτσι, από τις πρώτες κιόλας μέρες, η Παρθένα προσπάθησε να επιβάλει τη βούλησή της στους άλλους κάτοικους της οικοδομής. Λίγες μέρες, λοιπόν, αφού εγκαταστάθηκαν όλοι οι νέοι αγοραστές στα σπίτια τους, έγινε η πρώτη συνέλευση στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου εντελώς πραξικοπηματικά η Παρθένα ανέλαβε τη διαχείριση της πολυκατοικίας, λέγοντας με στεντόρεια φωνή.
             «Δεν πιστεύω να έχει κανείς πρόβλημα μ’ αυτό;  Εξάλλου, σαν οικοπεδούχα, το δικαίωμα αυτό μου ανήκει, έτσι δεν είναι;»
            Αν και ξαφνιάστηκαν όλοι με τον απίστευτο τσαμπουκά της Παρθένας, κανείς δεν διαφώνησε, γιατί, για να λέμε και την αλήθεια, κανείς δεν ήθελε να βάλει μπελάδες στο κεφάλι του. Πού να’ ξεραν, όμως, οι φουκαριάρηδες τι τους περίμενε; Πήρε, λοιπόν, τα κλειδιά του υπογείου, εκεί που βρισκόταν ο κοινός καυστήρας, όπως και τα κλειδιά της ταράτσας και του μικρού δωματίου στο ισόγειο όπου υπήρχαν οι υδρομετρητές.  Την επoμένη κιόλας της συνέλευσης, έκπληκτοι οι κάτοικοι διάβασαν στον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο της οικοδομής ένα ολόκληρο κατεβατό από αποφάσεις που όλο το προηγούμενο απόγευμα πάσχιζε να συντάξει η Παρθένα .


                                    ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ

1. Απαγορεύεται η στάθμευση των αυτοκινήτων στην πυλωτή.
2. Απαγορεύονται οι πάνινες τέντες.
3. Απαγορεύεται το πλύσιμο των αυτοκινήτων στην πυλωτή.
4. Απαγορεύεται το μπάνιο μετά της 11:00 μ.μ..
5. Απαγορεύεται η χρήση του ασανσέρ μετά τις 11:00 μ.μ..
6. Απαγορεύεται το καλοριφέρ να λειτουργεί μετά τις 10:00 μ.μ..
7. Απαγορεύεται να τραβάει κανείς το καζανάκι της τουαλέτας μετά τις 11:00.
8. Απαγορεύονται τα κατοικίδια ζώα.
9. Απαγορεύονται οι συγκεντρώσεις πολλών ατόμων μετά τις 11:00 μ.μ.
10. Απαγορεύεται  η είσοδος στο λεβητοστάσιο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η πυλωτή θα κλείσει με ψηλά σιδερένια κάγκελα τα οποία θα στοιχίσουν 1000 ευρώ. Παρακαλούνται όλοι οι κάτοικοι να καταβάλουν το ποσό των 250 ευρώ το συντομότερο δυνατό.
  
Τα κοινόχρηστα θα πληρώνονται κάθε 5 του μήνα. Για κάθε μέρα καθυστέρησης ο παραβάτης θα επιβαρύνεται 1 ευρώ.

 Επίσης, εκ περιτροπής, κάθε κάτοικος ανά όροφο θα αναλάβει την καθαριότητα της οικοδομής κάθε Σάββατο

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ:  Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ.

Έπονται κι άλλες αποφάσεις.
                                                                                    Η διαχειρίστρια,
                                                                                                Παρθένα
                                                                         
                                                                         

            Κάπως έτσι, που λέτε, ξέσπασε ο πόλεμος στην οδό Ανταρτοπόλεως σε μια κατά τ’ άλλα  συμπαθέστατη γειτονιά της Καλαμαριάς.
            Μέχρι το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η ανακοίνωση είχε σχιστεί και μπροστά στην πόρτα της Παρθένας βρέθηκε μια μεγάλη, χοντρή, κατάμαυρη και αχνιστή κουράδα.  Έξαλλη η Παρθένα μάζεψε την κουράδα μ’ ένα χαρτί, κι αφού την τοποθέτησε σ’ ένα πλαστικό τάπερ, ξεκίνησε από τον πρώτο όροφο κι ένα ένα χτύπησε τα κουδούνια, απαιτώντας να μάθει ποιος ελεεινός γείτονας διέπραξε την αισχρή αυτή πράξη εις βάρος της.
            Ξεκίνησε από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου όπου έμεινε μια όμορφη τριαντάρα χήρα με το πανέξυπνο αγοράκι της, το Μάνο. Ο μικρός Μάνος είχε μεγάλη μανία με τη μαγεία και τον Harry Potter.  Η Παρθένα για κάποιο ανεξήγητο λόγο τα είχε βάλει με τη μητέρα του μικρού Μάνου, την Αλίκη.  Ίσως να ζήλευε τα νιάτα της, ίσως την ομορφιά της, ίσως το γεγονός ότι είχε ένα παιδί.  Η ίδια είχε γεννηθεί στείρα. Και κακάσχημη. Λίγο έλειψε να μείνει στο ράφι, αν στο διάβα της δεν είχε βρεθεί ο Βαλεντίνος, ένας πολύ ωραίος προικοθήρας, οκτώ χρόνια νεότερος της, με μεγάλο ταλέντο στις γυναίκες και στο ψέμα.  Με μεγάλη μαεστρία, την ξεμυάλισε και μαζί με την παρθενιά της έχασε κι ένα μεγάλο μέρος της προίκας της. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το οικόπεδο, αυτό που είχε δώσει αντιπαροχή. Ε, και κάτι λεφτουδάκια που είχε βάλει στην άκρη σε κρυφό λογαριασμό για μια ώρα μεγάλης ανάγκης. Τώρα, στα εξήντα πέντε του, ο άλλοτε γόης είχε ξοφλήσει και το μόνο που έκανε όλη μέρα ήταν να μετράει την πίεση του που η Παρθένα φρόντιζε επιμελώς να του την ανεβάζει.
            Με το τάπερ στο χέρι, λοιπόν, πάτησε το κουδούνι της Αλίκης. Αμέσως ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, κάτι σαν κραυγή καρακάξας, που το ακολούθησε το αργό τρίξιμο της πόρτας.  Στο κατώφλι της πόρτας εμφανίστηκε ο μικρός Μάνος ντυμένος με έναν μοβ μανδύα κι ένα μυτερό καπέλο πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και διακοσμημένο με αυτοκόλλητα, γυαλιστερά αστέρια κάθε μεγέθους.  Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα αστραφτερό ραβδί.  Μόλις είδε την Παρθένα, έκανε μια κυκλική κίνηση με το ραβδί και λέγοντας «άμπρα κατάμπρα αλακαζάμ, πουφ» προσπάθησε να την εξαφανίσει αλλά του κάκου γιατί η Παρθένα δεν ήταν καθόλου διατεθειμένη να του κάνει το χατίρι.            
            «Περίεργο» είπε ο Μάνος ξύνοντας το πηγούνι του γεμάτος απορία. «Γιατί δεν εξαφανίστηκες;». 
            Η Παρθένα έσκυψε στο ύψος του μικρού Μάνου και χώνοντας τη μύτη της στο μουτζουρωμένο μουτράκι του είπε, «Εσύ την έβαλες αυτήν την κουράδα στην πόρτα μου;»
            Ο Μάνος σηκώθηκε στα νύχια των ποδιών του και κοίταξε μέσα στο τάπερ.  «Πω Πω, μπόχα!» ξεφώνισε, κρατώντας τη μύτη του. «Το δικό μου σκατό μοσχοβολάει. Για να βρομάει έτσι μάλλον δικό σας πρέπει να είναι! Έχει την ίδια μυρωδιά με τα χνώτα σας».
            Όταν το άκουσε αυτό η Παρθένα της ανέβηκε το αίμα στο αγύριστο, τετράγωνο κεφάλι της.  Μόλις που ετοιμαζόταν να αρπάξει το Μάνο από το τσουλουφάκι του, όταν ο μικρός μάγος έκανε μια μικρή σβούρα με το ραβδί του και ως δια μαγείας μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού εμφανίστηκε ένα κανελί λυκόσκυλο που έβγαζε αφρούς από το στόμα.  Άρον άρον το’ βαλε στα πόδια η Παρθένα.  Δυο δυο τα πήρε τα σκαλιά με τη γλώσσα της να κρέμεται από το στόμα της σαν τη μακριά, κατακόκκινη γλώσσα του λυκόσκυλου από το οποίο προσπαθούσε να γλιτώσει. Ξέπνοη έκατσε για λίγο στα σκαλιά κρατώντας σφικτά την καρδιά της και περιμένοντας να σταματήσει το φρικτό λαχάνιασμα που της έκοβε την ανάσα.      
            Από το διαμέρισμα απέναντι της ακουγόταν δυνατά το τραγούδι της Άντζελας Δημητρίου «Φωτιά στα Σαββατόβραδα». Η Παρθένα κοίταξε το ρόλοι της. Η ώρα ήταν 11 και κάτι.  Σημείωσε την παράβαση σ’ ένα μπλοκάκι που πάντα είχε στη τσέπη της ποδιάς της και χτύπησε το κουδούνι.  Στο δεύτερο όροφο έμεινε η αχώνευτη και πολύ ζωηρή με τους άντρες ανιψιά της, η Κλεοπάτρα, κόρη του αδελφού της με τον οποίο είχε να μιλήσει τρία ολόκληρα χρόνια λόγω κληρονομικών διαφορών. Τι άλλο φυσικά;  Η κοπέλα ήταν ελεύθερη και οι άντρες έρχονταν και παρέρχονταν στο σπίτι της αργά μέσα στη νύχτα. Αυτό εξόργιζε την Παρθένα, γιατί το ασανσέρ δούλευε ασταμάτητα κάνοντας ένα εκρηκτικό μπουμ κάθε φορά που σταματούσε στο δεύτερο όροφο. Κανείς άλλος δεν ενοχλούνταν απ’ αυτό αλλά, όπως είπαμε, η Παρθένα είχε πολύ αναπτυγμένη την αίσθηση της ακοής.  
            «Ακούς Μαρίκα;» ακούστηκε να λέει στη γειτόνισσά της μια μέρα. «Το ασανσέρ δεν σταματά να δουλεύει όλη νύχτα! Τι σούρτα φέρτα είναι αυτά;  Μάτι δεν μπορώ να κλείσω! Αναγκάζομαι να κάθομαι στο μπαλκόνι σαν μαντρόσκυλο και να φυλάω τη γειτονιά».
            «Έννοια σου Παρθένα μου και σου έχω εγώ τη λύση» ξεφώνισε περιχαρής η Μαρίκα. «Θα αφήνεις την πόρτα του ασανσέρ ανοιχτή στο δικό σου πάτωμα, ούτως ώστε να μη μπορούν οι επισκέπτες της ανιψιάς σου να το καλούν. Ή και κανείς άλλος φυσικά! Πώς την βρίσκεις την ιδέα μου; Καλή δεν είναι;»
            «Μπράβο σου Μαρίκα μου! Αυτό θα κάνω! Θα τους δείξω εγώ ποιος είναι το αφεντικό εδώ μέσα!» Κι έτσι ακριβώς έκανε. Κάθε βράδυ κατά τις δέκα καλούσε το ασανσέρ στον όροφο της, άνοιγε διάπλατα την πόρτα κι έβαζε έναν τενεκέ λάδι μπροστά, για να μη κλείνει.
            Ξαναχτύπησε το κουδούνι αυτή τη φορά χωρίς να βγάλει το δάκτυλό της από το διακόπτη. Μετά από λίγο, άνοιξε η πόρτα και βρέθηκε μπροστά της ένας άντρακλας που οι διαστάσεις του έπιαναν όλο το φάρδος και το ύψος της πόρτας. Ο άντρας δεν φορούσε απολύτως τίποτα εκτός από μια χοντρή, χρυσή καδένα γύρω από τον κοντόχοντρο λαιμό του. Αυτό δεν ενόχλησε καθόλου την Παρθένα, καθώς ήταν παντελώς αδιάφορη στη θέα ενός γυμνού αρσενικού κορμιού.
             «Τι θες, κυρά μου, και μας χτυπάς το κουδούνι τέτοια ώρα;» ρώτησε θυμωμένα
            Ατάραχη η Παρθένα μπήκε κατευθείαν στο ψαχνό.
            «Εσείς βάλατε την κουράδα αυτή μπροστά στην πόρτα μου;» είπε και έχωσε την κουράδα κάτω από την στραπατσαρισμένη μύτη του γυμνού άντρα..
            Ο άντρακλας με τη χρυσή καδένα έριξε μια ματιά στο περιεχόμενο του τάπερ και είπε: «Μωρέ καλά σε κάνανε, ρε παλιόγρια!  Μη τολμήσεις να ξαναφήσεις την πόρτα του ασανσέρ ανοιχτή στον όροφό σου, γιατί το σκατό αυτό που κρατάς θα σ’ το βάλω να το φας! Καπις, κυρά μου;»
            «Τι είπατε; Χασίς; Δεν φτάνει που διαταράσσετε την κοινή ησυχία τέτοια ώρα με τα μπουζουκοτράγουδά σας, πίνετε και χασίς! Αμέσως καλώ την αστυνομία!»
            Ο άντρας έσκασε στα γέλια. 
            «Είμαι η αστυνομία», είπε και της έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα.
            Άλλος μετά απ’ όλα αυτά τα ευτράπελα, θα εγκατέλειπε κάθε προσπάθεια να βρει τον ένοχο της μυστήριας κουράδας αλλά η Παρθένα, χάρη στο αγύριστο κεφάλι της, δεν πτοούνταν με τίποτα. Ακόμα πιο αποφασισμένη, ανέβηκε στον τρίτο όροφο και χτύπησε ευθύς αμέσως το κουδούνι.
            Στο διαμέρισμα αυτό έμεινε ο κυρ Γιώργης, ένας ζάπλουτος πενηντάρης, βετεράνος του Πολυτεχνείου και ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Παρθένας. Όποτε την έβλεπε μπροστά του, φασίστρια την ανέβαζε, φασίστρια την κατέβαζε. Έλεγε, μάλιστα, πως υπήρξε γκόμενα του δικτάτορα Παπαδόπουλου και πως μια φορά ήταν παρούσα, όταν τον ανέκριναν στα μπουντρούμια της ΕΣΑ. Ζούσε με τη γυναίκα του και ήταν και οι δύο φανατικοί οπαδοί της εκκλησίας της σαïεντολογίας. Όταν το’ μαθε αυτό το τελευταίο σοκαριστικό νέο η Παρθένα, έτρεξε  αμέσως στην απέναντι ολόιδια με τη δικιά της τσιμεντοκατοικία, εκεί που έμεινε η Μαρίκα, για να της το ομολογήσει.   
            «Ακούς, Μαρίκα μου. Καινούργια θρησκεία και κουροφέξαλα! Ξέρεις σε τι πιστεύουν οι αντίχριστοι; Στους εξωγήινους! Μάλιστα, καλά άκουσες, στους εξωγήινους!»
            «Τι λες, ρε Παρθένα μου; Είναι δυνατόν; Πού έχει φτάσει ο κόσμος σήμερα Έχει αποτρελαθεί εντελώς μου φαίνεται!»                   
            «Έννοια σου και θα τον κανονίσω εγώ, Μαρίκα μου. Δεν πρόκειται να του υπογράψω τα συμβόλαια για το σπίτι, η γη να φύγει από την τροχιά της!  Εγώ φασίστρια και γκόμενα του Παπαδόπουλου; Αν είναι δυνατόν! Πιο δημοκρατικός άνθρωπος από μένα δεν υπάρχει. Επειδή, δηλαδή, θέλω να  βάλω κάποια τάξη εδώ μέσα πάει να πει πως είμαι και φασίστρια;  Αστεία πράγματα!»          
            «Τι λες, ρε Παρθένα μου;  Έτσι σε αποκαλεί αυτός ο άθεος; Καλά κάνεις και δεν τα υπογράφεις τα συμβόλαια!  Κι εγώ το ίδιο θα έκανα!»
            Ακόμα ν’ ανοίξουν την πόρτα. Αναστέναξε βαθιά και ξαναχτύπησε το κουδούνι αυτή τη φορά πιο επίμονα.
            «Ποιος είναι;» ακούστηκε από μέσα η αγριοφωνάρα του κυρ Γιώργη.
            «Εγώ, η διαχειρίστρια της οικοδομής. Η  Παρθένα»
            «Α, εσύ είσαι, φασιστόμουτρο;   Ένα λεπτό κι ανοίγω!»
            Ακούστηκε το ξεκλείδωμα των τριών κλειδαριών που είχε τοποθετήσει ο κυρ Γιώργης στην πόρτα του.  Ήταν ολίγον παρανοϊκός, βλέπετε, και με το δίκιο του ο άνθρωπος, τόσα που είχε περάσει.  Άνοιξε την πόρτα χωρίς να βγάλει την αλυσίδα ασφαλείας και μέσα από το μικρό άνοιγμα της πόρτας φάνηκε η πυκνή, λευκή γενειάδα του μέσα από την οποία κρεμόταν ένα χοντρό πούρο που κάπνιζε σαν φουγάρο.  
            «Τι θέλεις τέτοια ώρα και μας ενοχλείς;» απαίτησε να μάθει ο κυρ Γιώργης.
            Αποφάσισε να μπλοφάρει η Παρθένα. «ΕΣΥ έβαλες την κουράδα αυτή στην πόρτα μου!  Ομολόγησέ το!  Το ξέρω πως ήσουν εσύ! Δεν ωφελεί  σε τίποτα να μου το κρύψεις. Υπάρχουν μάρτυρες!»
            «Ανάκριση μας κάνεις; Το χούι δεν βγαίνει βλέπω, φασίστρια του κερατά!», είπε ο κυρ Γιώργης, απολαμβάνοντας την κάθε βρισιά που έβγαινε από το στόμα του .
            «Τώρα θα δεις που με λες εμένα φασίστρια!! Δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψω τα συμβόλαια του σπιτιού σου!» απείλησε η Παρθένα.
            «Ναι, καλά!  Θα το δούμε αυτό. Άντε όξω από’ δω με την βρωμοκουράδα σου!  Φύγε γρήγορα  πριν πάρω το ντουφέκι μου και κάνω μάνες δίχως γιους που λέει και το τραγούδι, να πούμε!»
            «Καλά, καλά!! Αλλά γιο δεν έχω! Ατύχησες!» είπε και μ’ ένα δυνατό χτύπημα του τακουνιού της έκανε μεταστροφή και έφυγε με το αγύριστο κεφάλι της ψηλά στον αέρα κι ένα ύφος χιλίων καρδιναλίων.
             Γύρισε, λοιπόν, σπίτι της και αφού πέταξε την κουράδα μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας, πήρε ένα λευκό χαρτί και μ΄ έναν χοντρό, μαύρο μαρκαδόρο έγραψε με μεγάλα γράμματα. 

ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΚΟΥΡΑΔΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ; ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ ΖΩΑ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΙΣ 11: 00 ΤΟ ΒΡΑΔΥ.

            Λίγες εβδομάδες μετά το επεισόδιο με τη κουράδα, όταν όλοι έλειπαν στις δουλειές τους και ο Μάνος στο σχολείο του, κατέφτασε στην οικοδομή ένα συνεργείο από σιδεράδες, για να τοποθετήσουν τα πανύψηλα κάγκελα που είχε παραγγείλει η Παρθένα παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις όλων των κατοίκων της πολυκατοικίας.  Το θέμα είχε συζητηθεί στη δεύτερη συνέλευση της οικοδομής όπου και πάλι ξέσπασε πανδαιμόνιο, όταν η Παρθένα κατέβασε την πρότασή της.  Πρώτος και καλύτερος είχε διαμαρτυρηθεί ο κυρ Γιώργης.
            «Τι λες, μωρή τρελή, που θα μας κλείσεις πίσω από τα σίδερα;» είχε βροντοφωνάξει .  
            «Μπα! Και τι θα το κάνουμε εδώ μέσα; Μπάτε σκύλοι αλέστε;» είχε απαντήσει με εκνευριστική ηρεμία η Παρθένα.  «Αμ, δε! Δικό μου είναι το οικόπεδο κι ό,τι θέλω κάνω. Εξάλλου σας το’ χω πει χίλιες φορές πως απαγορεύονται τα αυτοκίνητα μέσα.  Κανείς σας δεν αγόρασε θέση στην πυλωτή. Για δείτε τα συμβόλαιά σας!»
            «Πλάκα μας κάνεις, βρε κυρά μου; Ποιο συμβόλαιο; Αυτό που τόσο καιρό δεν υπογράφεις; Άσε που κάθε φορά που θα βάζουμε μέσα τα αυτοκίνητα μας, θα αναγκαζόμαστε να ανοιγοκλείνουμε τις πόρτες. Άλλη δουλειά δεν έχουμε»  
             «Ποια  άλλη δουλειά, κύριε Γιώργο; Να μιλάτε με τους εξωγήινους!»
            «Σπίτι μου είναι κι ό,τι θέλω κάνω και με όποιον θέλω μιλάω!» είχε πει έτοιμος να χιμήξει πάνω της αλλά ευτυχώς τον συγκράτησε η γυναίκα του, η κυρία Αφροδίτη.
            «Να το βάλουμε σε ψηφοφορία. Δημοκρατία δεν έχουμε;» είχε προτείνει η αχώνευτη ανιψιά της. «Όσοι θέλουν τα κάγκελα να σηκώσουν το χέρι τους!»
            Βέβαια, κανείς δεν είχε σηκώσει το χέρι του εκτός από την Παρθένα.
            «Τρία όχι, ένα ναι. Έληξε, λοιπόν, κάγκελα δεν μπαίνουνε! Η δημοκρατία μίλησε» είπε ο Κυρ Γιώργης και αρπάζοντας τη γυναίκα του από το χέρι άνοιξε την πόρτα  του ασανσέρ και εξαφανίστηκαν.  
            «Περιμένετε! Έρχομαι κι εγώ!»  είχε φωνάξει η αχώνευτη ανιψιά της.
            «Καληνύχτα», είχε πει ευγενικά η Αλίκη και ανέβηκε στον πρώτο όροφο με τις σκάλες.
            «Σκασίλα μου!» είχε πει από μέσα της η Παρθένα. «Τα κάγκελα θα μπουν θέλετε δεν θέλετε. Κάποιος πρέπει να φροντίσει για το καλό σας, αφού είστε ανίκανοι να το κάνετε από μόνοι σας». Αυτά σκέφτηκε και την επόμενη κιόλας μέρα παράγγειλε τα κάγκελα.
            Όταν οι σιδεράδες τελείωσαν με τα κάγκελα και φύγανε, η Παρθένα έβγαλε μέσα από μια μεγάλη σακούλα που κρατούσε στο χέρι της μια μεταλλική πινακίδα, ένα τρυπάνι και δυο μεγάλες βίδες και σαν έμπειρη μαστόρισσα, στερέωσε την πινακίδα σε μια κολόνα της πυλωτής. Μετά μάζεψε τα εργαλεία της κι αφού καθάρισε την πυλωτή ανέβηκε στο σπίτι της, για να μαγειρέψει λάχανο με χοιρινό για τον αχαΐρευτο σύζυγό της.
            Έκπληκτοι οι κάτοικοι, όταν γύρισαν από τις δουλειές τους, είδαν τα κάγκελα και την πινακίδα που έγραφε:

ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΝΑ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ ΑΦΟΥ ΠΑΡΚΑΡΟΥΝ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΙΛΟΤΗ ΠΟΥ ΟΥΤΩΣ Η ΑΛΛΩΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

            Στα κοινόχρηστα του επόμενου μήνα προστέθηκαν 250 ευρώ στον καθένα για την αγορά και την τοποθέτηση των κάγκελων. Όλοι πλήρωσαν εκτός από τον κυρ Γιώργη ο οποίος έσπευσε την επόμενη κιόλας μέρα να κρεμάσει από το μπαλκόνι του ένα τεράστιο πανό με το σύνθημα  ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ.
            Οι μέρες και οι μήνες περνούσαν και ο πόλεμος νεύρων στην οδό Ανταρτοπόλεως καλά κρατούσε. Ατσάλινα νεύρα είχαν όλοι οι κάτοικοι, όλοι εκτός από την Αλίκη που στους έξι μήνες πάνω άρχισε να καταπίνει τα ηρεμιστικά σαν να ήταν καραμέλες. Αντίθετα. ο μικρός Μάνος το διασκέδαζε πολύ αυτό το παιχνίδι με τα νεύρα και ώρες ολόκληρες καθόταν και σκαρφιζόταν τρόπους να κάνει τη ζωή των συγκατοίκων του μια κόλαση. Πότε τους έβαζε τρικλοποδιά, ποτέ έκαιγε αρωματικά ξυλάκια και τα γλίστραγε κάτω από τις πόρτες τους, πότε πετούσε κέτσαπ και αυγά στα αυτοκίνητα τους, κανένας δεν ήταν απυρόβλητος για το μικρό Μάνο, ούτε η τρομερή Παρθένα.
            Οι υπόλοιποι είχαν γράψει την Παρθένα εκεί που δεν έπιανε το μελάνι.  Το ασανσέρ όλη νύχτα δούλευε, τα καζάνια της τουαλέτας, επίσης, τα μεταμεσονύχτια ντους έδιναν και έπαιρναν, το σκυλί του Μάνου συνεχώς γάβγιζε, οι καγκελόπορτες ποτέ δεν έκλειναν, ο καυστήρας ανοιγόκλεινε και τα αυτοκίνητα έμπαιναν στην πυλωτή με το «έτσι θέλω». Ή μάλλον, για να ακριβολογήσουμε, όλα έκτος από ένα, γιατί δυστυχώς τέσσερα ήταν τ’ αυτοκίνητα και τρεις οι θέσεις πάρκινγκ στην πυλωτή.
            Σε μία από τις επόμενες συνελεύσεις που πάντα μετατρέπονταν σε πεδίο μάχης με τον κυρ Γιώργη και την Παρθένα στην πρώτη γραμμή των εχθροπραξιών, τέθηκε το θέμα των ανεπαρκών θέσεων στάθμευσης από τον κυρ Γιώργη ο οποίος πρότεινε να ξηλώσουν τον κήπο της Παρθένας και να στρώσουν τσιμέντο, ούτως ώστε να χωράνε άνετα όλα τα αυτοκίνητα.
            «Μόνο πάνω από το πτώμα μου θα γίνει αυτό», δήλωσε εμφατικά η Παρθένα.
            Μπήκε το θέμα σε ψηφοφορία όπως είχε γίνει με τα κάγκελα που, ενώ καταψηφίστηκαν, μπήκαν έτσι με το στανιό που λένε. Όλοι ψήφισαν να ξηλωθεί ο κήπος, αλλά κανείς δεν τολμούσε να πάρει την πρωτοβουλία να το κάνει ούτε ο κυρ Γιώργης, γιατί φοβότανε πως, αν όξυνε τα πράγματα κι άλλο η Παρθένα, ποτέ δεν θα υπέγραφε τα συμβόλαια του σπιτιού του. Κι έτσι, κάθε μέρα στην οδό Ανταρτοπόλεως γινότανε ένας φοβερός αγώνας δρόμου ποιος θα τερματίσει πρώτος, δεύτερος και τρίτος στην πυλωτή. Ο τέταρτος φυσικά έμεινε έξω. Οι καθημερινοί καυγάδες είχαν μπει για τα καλά στη ζωή των κατοίκων της οικοδομής και κανείς πλέον δεν έδινε σημασία στις φωνές που ακούγονταν στην κατά τ’ άλλα ήσυχη αυτή μεριά της Καλαμαριάς .
            Στον τρίτο χρόνο πάνω άρχισαν όλα να χαλάνε παρά τις προσπάθειες της Παρθένας να εξασφαλίσει σχεδόν μονομερώς την εύρυθμη λειτουργία της οικοδομής.  Η μόνη που την βοηθούσε πού και πού ήταν η Αλίκη, αν και η κακομοίρα δούλευε δυο δουλειές, για να τα φέρει βόλτα μόνη της.  Οι καγκελόπορτες κρέμασαν, ο καυστήρας παρουσίαζε συνέχεια προβλήματα, η κλειδαριά της εξώπορτας είχε σπάσει, οι λάμπες είχαν καεί, σοβάδες έπεφταν από ψηλά στο πίσω μέρος της οικοδομής.  Το μόνο πραγματικά όμορφο κομμάτι της οικοδομής ήταν ο πολύχρωμος και αρωματικός κήπος της Παρθένας που με τους κουρεμένους θάμνους, τις τριανταφυλλιές και το μεθυστικό γιασεμί αφαιρούσε λίγη από την ασχήμια της πρόωρα γερασμένης οικοδομής στην οδό Ανταροπόλεως.  
            Όταν έφτασαν τα πρωτοβρόχια, ο μικρός Μάνος παρατήρησε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με την Παρθένα.  Είχε αρχίσει να χλομιάζει περίεργα.  Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει και το δέρμα της είχε αποκτήσει μια διάφανη, πορσελάνινη όψη, κάνοντας το πρόσωπό της λείο και αρυτίδωτο σαν να είχε κάνει λίφτινγκ.  Ακόμα και το τεράστιο, αγύριστο  κεφάλι της είχε χάσει το τετράγωνο σχήμα του και είχε αρχίσει να στρογγυλεύει και να μικραίνει.  Το ίδιο και τα άλλοτε χοντρά σαν λουκάνικα χέρια και πόδια της. Δεν υπήρχε αμφιβολία στο ευφάνταστο μυαλό του Μάνου πως η Παρθένα σιγά σιγά είχε αρχίσει να γίνεται αόρατη.  Αποφάσισε, λοιπόν, μια μέρα να το πει στη μητέρα του κι ας μην τον πίστευε.
            «Μαμά, η Παρθένα εξαφανίζεται», ανακοίνωσε με σοβαρό ύφος την ώρα που η μητέρα του έφτιαχνε μια σπανακόπιτα για τη Μαρίκα η οποία γιόρταζε εκείνη την ημέρα τα γενέθλια της.
            Η Αλίκη έβαλε κάτω τον πλάστη και του χαμογέλασε πονηρά. «Μήπως, λέω, μήπως της έκανες εσύ μάγια;» ρώτησε με νόημα γιατί τα κόλπα του γιου της τα ήξερε καλά .  
            «Ε, όχι ρε μαμά! Από μόνη της εξαφανίζεται!» απάντησε προσποιούμενος  πως είχε προσβληθεί που η ίδια του η μητέρα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο για εκείνον.
            «Έλα, ρε Μάνο, τώρα με τις σαχλαμάρες σου. Δεν βλέπεις πως έχω δουλειά; Αυτός ο αναθεματισμένος Harry Potter τα φταίει όλα. Άντε πήγαινε να κανείς τα μαθήματά σου! Σε λίγο πρέπει να φύγουμε και η σπανακόπιτα ακόμη να ψηθεί.»
            Ο μικρός Μάνος ανέβηκε στο δωμάτιο του και άνοιξε το Λεξικό των Μάγων που είχε κρυμμένο κάτω από το στρώμα του. Ξεφύλλισε το βιβλίο μέχρι να βρει αυτό που έψαχνε.
            ΧΛΟΜΑΔΑ:  Το άτομο που παρουσιάζει χλομάδα πρόκειται σύντομα να γίνει φάντασμα.
            Μόλις το διάβασε αυτό άρχισε να τρέμει σαν τη βελόνα της πυξίδας και το βιβλίο έπεσε από τα χέρια του.  Σε ποιον να το πει αυτό τώρα;  Ποιος θα τον πίστευε πως η φοβερή και τρομερή Παρθένα θα γινόταν σύντομα ένα φάντασμα;  Τη σκέψη αυτή την ακολούθησε μια άλλη τρομερότερη σκέψη! Αν γινόταν φάντασμα η Παρθένα, θα τους στοίχειωνε όλους, για να πάρει την εκδίκησή της για τα όσα της είχαν κάνει.  Ήταν σίγουρος γι’ αυτό. Έπρεπε να βρει τρόπο πάση θυσία να αποτρέψει τέτοια συμφορά.  Κατέβασε από τα ράφια του όλα τα μαγικά βιβλία που είχε αγοράσει με το εβδομαδιαίο χαρτζιλίκι του και έψαξε πυρετωδώς να βρει το αντίδοτο που θα τους γλίτωνε όλους από το φάντασμα της Παρθένας.
            Η νύχτα είχε πέσει και το φεγγάρι είχε βγει, όταν τελικά μετά από ώρες σχολαστικής έρευνας βρήκε αυτό που έψαχνε.  Μια λέξη ήταν μόνο, η λέξη ΑΓΑΠΗ. Ο μικρός Μάνος ξεφύσησε με ανακούφιση γιατί η αγάπη δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο πράγμα να δώσει κανείς, έτσι δεν είναι; .
            Λίγες μέρες μετά την ανακάλυψή του, ο μικρός Μάνος γύριζε από το σχολείο, όταν είδε την Παρθένα να κάθεται στο μοναδικό παγκάκι που υπήρχε στον κήπο της. Ψιλόβρεχε και ένα σύννεφο είχε κατεβεί χαμηλά στη γη και είχε τυλιχτεί σαν λευκό τούλι γύρω από το σώμα της Παρθένας, κάνοντάς την να μοιάζει πραγματικά με φάντασμα.  
            Την πλησίασε, για να δει καλύτερα, κι όταν με δυσκολία διέκρινε το περίγραμμα του προσώπου της απ’ όπου είχε εξαφανιστεί και η τελευταία ρυτίδα, ρώτησε: «Είστε φάντασμα;»
            Η Παρθένα άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί πάνω στο μικρό αγοράκι και χαμογέλασε.
             «Ίσως και να είμαι» απάντησε η Παρθένα και με το χέρι της έκανε νόημα στο Μάνο να καθίσει δίπλα της
             «Τι έχετε; Δεν φαίνεστε και πολύ καλά».
            «Εξαφανίζομαι» απάντησε η Παρθένα. «Κάθε μέρα γίνομαι όλο και πιο αόρατη. Δεν το΄ χεις προσέξει κι εσύ;»
            «Ναι, το’ χω προσέξει», ομολόγησε ο Μάνος. «Γιατί όμως;»
            «Μάλλον είμαι μαγεμένη. Μήπως με μάγεψες εσύ;»
            «Α, όχι!  Όχι εγώ!  Σας το ορκίζομαι!»
            «Άντε καλά, σε πιστεύω! Τι κάνει ο σκύλος σου;»
            «Καλά είναι. Γιατί ρωτάτε; Θα μου τον πάρετε;»
            «Α, όχι.  Τελικά σκέφτηκα πως είναι καλό να υπάρχει ένας φύλακας σ’ αυτό δα το τρελοκομείο.  Ειδικά τώρα που…»
            «Πού τι;» ρώτησε μ΄ αγωνία ο Μάνος.
            «Τίποτα! Τίποτα! Θες να με βοηθήσεις να καθαρίσουμε την πυλωτή; Είναι γεμάτη κίτρινα φύλλα. Σύντομα θα είναι εδώ ο χειμώνας».
            «Ναι, ναι!!» ξεφώνισε ο Μάνος. «Μπορώ να μαζέψω τα φύλλα κι ό,τι άλλο θέλετε».
            «Ωραία! Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μάνο. Δεν είμαι και πολύ καλά και η βοήθεια σου είναι πολύτιμη. Η σκούπα κι ό,τι άλλο χρειαστείς είναι στην αποθήκη.  Να!  Πάρε τα κλειδιά».
            «Παρακαλώ, κυρία Παρθένα. Μήπως θέλετε να κάνω και κάτι άλλο; Δεν έχω πολλά μαθήματα σήμερα.  Έχω χρόνο».
            «Καλά τότε. Όταν τελειώσεις με τα φύλλα, πάρε αυτά τα λεφτά και πήγαινε στον κύριο Μπάμπη με τα σιδερικά και πες του να σου δώσει ταινίες αεροστόπ για τις πόρτες και τα παράθυρα της οικοδομής».
            «Τι είναι αυτές οι ταινίες», απόρησε ο Μάνος. «Δεν τις ξέρω». 
            «Είναι λεπτές αυτοκόλλητες ταινίες με σφουγγάρι και θα τις βάλουμε γύρω από την πόρτα και τα παράθυρα της οικοδομής, για να εμποδίσουμε την παγωνιά να μπει μέσα στα σπίτια μας».
            «Α καλά, κατάλαβα! Εσείς πηγαίνετε σπίτι σας να ξεκουραστείτε κι εγώ θα τα φροντίσω όλα.»
            «Σ’ ευχαριστώ, Μάνο. Μετά έλα πάνω να πιεις λίγη ζεστή σοκολάτα και να δοκιμάσεις το κέικ που έφτιαξα το πρωί, αν φυσικά καταδέχεσαι να μπεις στο σπίτι μιας κακιάς μάγισσας», είπε η Παρθένα και χαμογέλασε.
            «Α, δεν είστε κακιά μάγισσα, κύρια Παρθένα. Οι κακές μάγισσες είναι μαύρες, ενώ εσείς όσο πάτε και ασπρίζετε!»
            «Το ξέρω!  Τι έχω πάθει, δεν μπορώ να καταλάβω. Είναι σαν να εξατμίζομαι. Σαν να γίνομαι αερικό».
            Παρά τις ταινίες αεροστόπ που είχαν τοποθετήσει ο Μάνος και η Αλίκη σ’ όλες τις πόρτες και σε όλα τα παράθυρα της οικοδομής, ο χειμώνας κατάφερε να απλώσει τα παγωμένα του χνώτα σε κάθε γωνιά της οικοδομής στην οδό Ανταρτοπόλεως.  Η Παρθένα δεν έβγαινε πια καθόλου από το σπίτι της.  Η οικοδομή είχε  αρχίσει να καταρρέει με γρηγορότερους ρυθμούς. Ο Μάνος έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του, για να σώσει την κατάσταση· σκούπιζε, σφουγγάριζε, άλλαζε τις λάμπες, μάζευε τα κοινόχρηστα αλλά τι να σου κάνει ένα αγοράκι μόλις δέκα χρονών όσο έξυπνο και προκομμένο και να ήταν;  Τα βράδια, όταν τύχαινε να τελειώνει νωρίς τα μαθήματά του, ανέβαινε στο σπίτι της Παρθένας και καθόταν δίπλα της στην μικρή πολυθρόνα με τα λαχανί τριαντάφυλλα και της διάβαζε τις περιπέτειες του Harry Potter που της άρεσαν πολύ.
            Λίγο πριν τελειώσει ο χειμώνας, χιόνισε. Η πρώτη χιονονιφάδα έπεσε από τον ουρανό, ανάλαφρη σαν πούπουλο χήνας, λίγο πριν ξεψυχήσει η Παρθένα.  Είδε τη χιονονιφάδα να λικνίζεται έξω από το παγωμένο τζάμι της και σηκώνοντας το δάκτυλό της με μεγάλη δυσκολία, τόσο αδύναμη είχε γίνει,  πρόλαβε να γράψει τρεις λέξεις: Μάνο, σ’ ευχαριστώ.   
             Το πρωί, όταν άνοιξε ο Μάνος τα μάτια του και αντίκρισε το χιόνι, ένιωσε μια απέραντη θλίψη να απλώνεται μέσα του. Βγήκε στο μπαλκόνι και είδε το κατάλευκο καπάκι του φέρετρου και κατάλαβε. Μετά έστρεψε το βλέμμα του στο παγκάκι περιμένοντας να δει το φάντασμα της Παρθένας αλλά δεν είδε τίποτα παρά μόνο το χιόνι που είχε στοιβαχτεί εκεί.  Ξύπνησε τη μητέρα του και μαζί ανέβηκαν στο σπίτι της Παρθένας.  Άναψαν ένα κερί και μπήκαν με ευλάβεια στο δωμάτιο της Παρθένας. Εκεί ήταν η Μαρίκα και ο άντρας της Παρθένας ο οποίος καθόταν σιωπηλά στη πολυθρόνα με τα λαχανί τριαντάφυλλα, εκεί που ο μικρός Μάνος καθόταν, όταν διάβαζε στην Παρθένα τις περιπέτειες του Harry Potter.
            «Δες Μάνο», είπε απαλά η Μαρίκα και έδειξε το τζάμι.       
            Μόλις είδε τις τρεις λέξεις ξέσπασε σε λυγμούς και χώθηκε μέσα στην αγκαλιά της μητέρας του.
            «Απέτυχα, μαμά.  Η αγάπη μου δεν ήταν αρκετή να σώσει την Παρθένα».
            «Μη το λες αυτό, Μάνο. Η αγάπη σου ήταν ό,τι πιο πολύτιμο πήρε μαζί της η Παρθένα».  
            Από την πολυκατοικία κανείς γείτονας δεν πήγε στην κηδεία εκτός από την Αλίκη και το Μάνο. Όταν έπεσε η νύχτα, ο Μάνος ήταν αγριεμένος και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι.  Περίμενε να δει το φάντασμα της Παρθένας να ξεπροβάλει μέσα από το σκοτάδι.  Δεν είδε, όμως, τίποτα και το πρωί τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και έτσουζαν.  Ζήτησε από τη μητέρα του να μη πάει σχολείο και κοιμήθηκε μέχρι αργά το απόγευμα. Το βράδυ πάλι δεν τον κολλούσε ο ύπνος. Περίμενε, αλλά πουθενά να φανεί το φάντασμα της Παρθένας.  Σκέφτηκε πως, ίσως ,είχε δίκιο η μητέρα μου. Ίσως τελικά να έσωσε την Παρθένα από το να γίνει ένα φάντασμα. 
            Το χιόνια έλιωσαν και μπήκε η άνοιξη. Μονοκοπανιάς πρασίνισαν τα πάντα. Ο Μάνος και η Αλίκη φρόντιζαν με πολλή αγάπη τον κήπο της Παρθένας που είχε αρχίσει να ζωντανεύει μέσα σε μια έκρηξη χρωμάτων.
            Τη διαχείριση της οικοδομής την ανέλαβε ο κυρ Γιώργης χωρίς να ρωτήσει κανέναν.  Μια ζεστή μέρα του Ιούνη ήρθε ένα μικρό μηχάνημα με δυο μεγάλες δαγκάνες και άρχισε να ξηλώνει τον κήπο της Παρθένας.  Όλοι οι κάτοικοι, εκτός από το Μάνο, ήταν συγκεντρωμένοι στην πυλωτή και παρακολουθούσαν τις εργασίες.  Η Αλίκη διαμαρτυρήθηκε έντονα αλλά κανείς δεν την έδωσε σημασία.  Οι δαγκάνες βούτηξαν μέσα στο χώμα ξεριζώνοντας την πρώτη ανθισμένη πικροδάφνη. Ο χειριστής του μηχανήματος ετοιμαζόταν να ρίξει τα χώματα σ’ ένα μικρό φορτηγάκι που βρίσκονταν παρά πέρα, όταν ακούστηκε η φωνή του Μάνου από ψηλά. 
            «Ένα λεπτό! Σταματήστε!  Κάτι έχει εκεί μέσα! Κατεβαίνω!»
            Τρέχοντας κατέβηκε τις σκάλες και γονατίζοντας μπροστά στη δαγκάνα έβγαλε μέσα από τα χώματα ένα μικρό ξύλινο κουτί.
            «Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο κυρ Γιώργης και  άρπαξε το κουτί από τα χέρια του Μάνου. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα έναν μεγάλο,κίτρινο φάκελο. Μέσα στο φάκελο υπήρχε ένα γράμμα. Φόρεσε τα γυαλιά που μόνιμα είχε κρεμασμένα γύρω από το λαιμό του και ρίχνοντας μια ματιά στο γράμμα, έμεινε με το στόμα ανοιχτό.     «Χριστός και Παναγία!» είπε κάνοντας το σταυρό του.  «Είναι ένα γράμμα από την Παρθένα».
            « Ένα γράμμα από την Παρθένα; Απίστευτο! Και τι λέει;» ρώτησε ανυπόμονα η Κλεοπάτρα. «Διάβασε το τώρα αμέσως!  Ή μάλλον φερ΄ το ’δω σε μένα!  Θα το διαβάσω εγώ που είμαι ανιψιά της».
            «Μμμμμ!  Ανιψιά να σου τύχει!» ειρωνεύτηκε ο άντρας της Παρθένας
            « Μμμμμ! ‘Άντρας να σου τύχει!» ανταπέδωσε  η Κλεοπάτρα. «Φέρε μου το γράμμα, κυρ Γιώργη.»
            «Δεν σφάξανε!  Σιγά μη σου δώσω το γράμμα. Θα το διαβάσω εγώ που είμαι  ουδέτερος» είπε αποφασιστικά.
            «Άντε, καλά!  Διάβασε το επιτέλους!»
            «Καλά, καλά!  Μη βαράς! Διαβάζω!»
Καθάριζε τη φωνή και αργά και καθαρά διάβασε ποια ήταν η τελευταία βούληση της Παρθένας.


Θεσσαλονίκη, 30 -3- 2008

Αγαπητοί γείτονες,
            Αν κρατάτε στα χέρια σας αυτό το χαρτί πάει να πει πως ξηλώνετε τον κήπο μου.  Δεν πειράζει. Σας συγχωρώ. Εξάλλου, εδώ που βρίσκομαι τα λουλούδια είναι άφθονα.
            Αυτή είναι η διαθήκη μου.
            Στον αδελφό μου αφήνω το πόσο των 50, 000 ευρώ ως αποζημίωση για το μερίδιο της κληρονομιάς που του έκλεψα. Ας χρησιμοποιήσει τα λεφτά να παντρέψει την κόρη του γιατί δεν τα βλέπω καθόλου καλά τα πράγματα με την μικρή μας Κλεοπάτρα.
            Στον Κυρ Γιώργο αφήνω εντολή στο δικηγόρο μου να προχωρήσει με τα οριστικά συμβόλαια του διαμερίσματος του.
            Στον σύζυγο μου αφήνω την επικαρπία του διαμερίσματος μου που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο όπως, εξάλλου, γνωρίζετε.
            Στο Μάνο και τη μητέρα του αφήνω την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος μου και ένα μεγάλο ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξανε.
            Σε όλους αφήνω το πόσο των 20,000 ευρώ με την προϋπόθεση τα χρήματα αυτά να χρησιμοποιηθούν για τις αναγκαίες επισκευές και τον καλλωπισμό  της οικοδομής
            Σύντομα θα επικοινωνήσει ο δικηγόρος μου μαζί σας, για να εκτελέσει με νόμιμο τρόπο τις επιθυμίες μου.

                                                Παρθένα Σαββίδου του Νικολάου και της Ελένης  

Υ.Σ.  Α, και Μάνο. Μη ψάχνεις το φάντασμά μου. Το αντίδοτο σου λειτούργησε θαυμάσια. 





Θεοδώρα Τζόκα 
[συγγραφείς στη sodeia.net]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news