Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Ο Πλανήτης Ρίγκα

[διήγημα] της Μαρίας Ροδοπούλου
[ζωγραφιά]  του Ματθαίου Ματθαιάδη


Ο Πλανήτης Ρίγκα
«οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα,
 Δεν είναι σύμπτωση»

Οι δυνατοί βοριάδες με κάνουν να αποταμιεύω ολίγη απώλεια στο σεντόνι.  Όσο δακρύζει το ένα μάτι το άλλο παραμένει στυλωμένο στους αγίνωτους καρπούς που πέφτουν αμαχητί. Πόσο ν αντέξει ένα παχουλούτσικο αύριο όταν κρέμεται από λιγνό κλαράκι.  Θα εξοικονομούσα δυστυχία αν αρκούμουν σε εύκολα ποτ πουρί εποχών και δρόμων. Δυο κορδόνια από εδώ, ένα τραυμαπλάστ  από ‘κει και ένας φρύνος έρωτας παραπέρα. Επτά κλειστά πατζούρια και μια ορθάνοιχτη πόρτα υπογείου.

Παρεμπιπτόντως η σκάλα έπαψε να λειτουργεί μετά από τον νιοστό πόλεμο μεταξύ θνητών κι ανθρώπων. Η άνοδος αλλά και η κάθοδος ~ γιατί πάντα υπάρχει χαμηλότερο ή υψηλότερο πάτωμα ~ γίνεται με τις εξής δύο μεθόδους. Είτε με σκοινί – μην πολυμιλάτε γι αυτό στην ιστορία μου είτε δια της ταχείας πρόσβασης (η πρόθεση σας ανήκει). Μόνο προσοχή σε όσους νομίζουν ότι έχουν πιάσει ταβάνι ή πάτο. Η μαλακία είναι πάντα ορατή στους από πάνω – κάτω  Το λέω γι αυτούς που νομίζουν ότι έχουν ακουμπήσει τον 7ο ουρανό ή το αμπάρι με κάποιον τρόπο έντιμο ή μη.

Θα ήμουν το καμάρι του βραβείου συνεννόησης εθνικής αλλά και παγκόσμιας συσπείρωσης εάν εξοικονομούσα την οργή, την απελπισία, την απόγνωση, τα μεσημέρια σας, τα βράδια σας, τις συνουσίες σας μέσα από τα πανέρια. Τσελεμεντέδες. Ανακύκλωση περιττωμάτων. Μια βόλτα στην Αθηνάς με την σύριγγα ερωτευμένη με την  μηριαία αρτηρία των ονείρων μου.  Με την πουτάνα να πυρπολεί το λεηλατημένο της λιμάνι στα μάτια της κουζίνας μου. Με το έγχρωμο βαγονάκι στον τσαφ τσουφ πολιτισμό. Εντός ορίων εντός συνόρων εντός τειχών εντός σήψης εντός θανάτου. Και εγώ να φλέγομαι, να φλέγομαι ξερή μαντζουράνα απαραίτητο βότανο στα εύπεπτα μαντζούνια σας.    

αλλά τότε δεν θα έγραφα ιστορίες προς ανάγνωση δική σας αλλά προς χόρταση δική μου. Ας συμβιβαστούμε, συνάδερφοι της κατσαρόλας. Προς τέρψιν και γλυκιάς απόγνωσης όλων μας λοιπόν θα παίξω τον ρόλο του χειρόγραφου παραμυθά. 

____________________________


Μια φορά και ένα τσαφ τσουφ υπήρχε ένας πλανήτης πολυεδρικός. Εκατομμύρια δισεκατομμύρια ράγες φωτός μακριά.  Διαμελισμένος σε χρώματα, ατελείωτα μήκη σιδηροδρομικών γραμμών διέτρεχαν όλο τον αστερίσκο. Λευκό τεταρτημόριο εδώ. Κίτρινο εκεί. Λίγο πιο κάτω καφέ. Λίγο πιο πέρα κόκκινο.  Κι όμως τίποτα δεν ήταν αρκετό στον άπληστο πλανήτη. Ακόμα και τα τεταρτημόρια ήταν χωρισμένα σε πιο έντονα ή πιο απαλά χρώματα. Πιο λευκό στην μια μεριά , πιο σκούρο στην άλλη την αποπλανημένη από παλιούς παραμυθάδες. Ανοιχτό καφέ και σκούρο εκεί που υπήρχαν ανεξήγητης προέλευσης αγκάθια. Απαλό κίτρινο και κίτρινο έντονο τόσο που να θυμίζει τον αυτόχειρα παλιό γείτονα πλανήτη. Τρυφερό ροζ και πρόστυχο κόκκινο που όσο προσπαθούσαν να πριονίσουν, το καταραμένο συνέχιζε να κοκκινίζει. Το κάθε τεταρτημόριο είχε έρθει με τον εαυτό του πρώτα και μετά με τα άλλα σε αμφίβολη ανακωχή. Το κάθε σημείο του πλανήτη είχε τα δικά του βαγονάκια, στο δικό του χρώμα. Ακόμα και το σφύριγμα που έβγαζαν ήταν ξεχωριστό για το κάθε χρώμα. Για να πούμε την αλήθεια ή το ψέμα ~ έχουν περάσει τόσες ράγες που κανείς δεν ξεχωρίζει ποιο είναι ποιο ~ κάποτε ο μικρός Ρίγκα σπαρασσόταν από εμφύλιο πόλεμο. Το κάθε βαγονάκι πολεμούσε το άλλο χωρίς να ξέρει ή να θυμάται γιατί. Μέχρι που ήρθαν από τον ουρανό ~ έτσι λένε οι παλιοί και εμείς πιστεύουμε στις διαθήκες ~ μεγάλοι ατσάλινοι εργοδηγοί και έβαλαν μια τάξη. Μια ειρήνη. Μια ησυχία. Μια σιωπή. Μια υποταγή. Ο καθένας στην μεριά του, είπαν, και όλοι θα είμαστε ικανοποιημένοι. Το κάθε βαγονάκι που επιθυμούσε να πάει σε άλλης επικράτειας χρώμα θα έπρεπε να ξέρει το σφύριγμα της ξένης απόχρωσης αλλά και να μπορεί να αλλάζει φορεσιά. Το κάθε βαγονάκι είχε ένα όνομα όμως αν έφευγε από τα σύνορα το όνομά του δεν είχε καμία αξία. Έτσι κανένα μικρό όχημα δεν ξέφευγε από την προδιαγεγραμμένη απόσταση. Από εδώ ως τα σύνορα και πίσω. Από εδώ έως την άκρη του χρώματός σου. Μην πας παρακάτω. Υπάρχουν αλλόχρωμα βαγονάκια που θα σε φάνε, το απειλούσανε τα τεράστια ατσάλινα θεριά.
Η εξουσία μας, έλεγαν τα σιδερένια ανώτερα όντα, είναι το μόνο που σας παρέχει ασφάλεια. Οτιδήποτε ξεφεύγει από την στέγη μας είναι επικίνδυνο για την δημόσια πορεία της τροχιάς του πλανήτη μας. Όσο περισσότερο μιλούσαν τόσο πιο πολύ τα μικρούλικα οχήματα φοβόντουσαν το ένα το άλλο και όλα μαζί έτρεμαν και θαύμαζαν τα Ευφυή Θεϊκά Πλάσματα. Οι γιοί και κόρες των Ε.Θ.Π ήταν τρομακτικά πλάσματα με μαύρα δόντια και μάτια που ξερνούσαν φωτιά. Στο ένα χέρι τους κρατούσαν τον Κανόνα των Θεών και στο άλλο όπλα. Δεν μιλούσαν ποτέ παρά μόνο έβγαζαν κάποιους ακατάληπτους ήχους μεταξύ τους. Εάν κάποιο βαγονάκι τολμούσε να περάσει από σύνορο σε σύνορο το κυνηγούσαν μέχρι που είτε το σκότωναν είτε το ανάγκαζαν να γυρίζει στην ράγα του δικού του χρώματος. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει για εκείνα που ξέφευγαν από τις σιδηρογραμμές και κατέληγαν τιμωρημένα στον λάκκο της αιώνιας τιμωρίας. Της ακινησίας, της σκουριάς και της λήθης. Κανείς  δεν σκεφτόταν τους σταθμούς ψεύτικης γαλήνης και εικονικής ελπίδας. Κάθε βράδυ άκουγαν τις σειρήνες πολέμου που ξεφώνιζαν από τους μακρινούς πλανήτες και έφτυναν τον κόρφο τους, ευτυχισμένοι που δεν ήταν στην θέση τους. Και κανείς δεν μιλούσε για τους σκόρπιους νομάδες που τα βράδια προσπαθούσαν να ενώσουν τις ράγες μεταξύ των χρωμάτων.  Ήταν επικηρυγμένα αναρχικά βαγονάκια. Δεν αναγνώριζαν την εξουσία των Αρχόντων και είχαν το θράσος να είναι αυτοκινούμενα. Άπιστοι Θωμάδες της σωτηρίας των διαχωρισμένων χρωμάτων και υπέρμαχοι των πάτσγουορκ σφυριγμάτων. Περνούσαν τα χρόνια μεταξύ της απατηλής ειρήνης και του ανταρτοπόλεμου μεταξύ τους. Μια  βράδια γεννήθηκε στην εξορία ένα μοναδικό βαγονάκι. Παρόμοιό του δεν είχε ματαδεί κανείς σιδηροδρομικός σταθμός ούτε οι ράγες είχαν νιώσει το βάρος του αλλοπρόσαλλου χρώματός του. Ήταν ριγέ. Ένα βαγονάκι που είχε όλα τα χρώματα του πλανήτη είχε έρθει στην ζωή για να αναστατώσει όλη την ξεκάθαρη μηχανοκίνητη κοινωνία. Οι δικοί του ανησυχούσαν και αγωνιούσαν μην τυχόν πέσει στα χέρια των μη ξεστρατισμένων. Η τιμωρία του μόνο και μόνο επειδή ήταν διαφορετικός θα ήταν η σκληρότερη. Αλλά ο μικρός Ριγκότο ήταν ατρόμητος και δεν τον φόβιζαν οι καλοστημένες ευθείες ούτε τα οριζόντια σύνορα του διακεκομμένου πλανήτη του. Αλλά υπήρχε κάτι πιο σημαντικό από τον ίδιο και το ήξερε μέσα στην τέλεια έγχρωμη ψυχή του. Ο κόσμος γύρω του ένωνε τις διαφορετικές φωνές σε μία και μοναδική που ανέβαινε πιο ψηλά από τον πλανήτη του, πιο ψηλά απ όλο το σύμπαν. Και ένιωθε πως ο ίδιος και όλοι γύρω του ήταν τελικά το σύμπαν. Ο μόνος τρόπος για να το δουν όλοι ήταν να παραμερίσουν τους σιδερένιους γίγαντες που είχαν υποτάξει τον μικρό αλλά ουσιώδη πλανήτη του. Κάποια νύχτα μπήκε κρυφά στο εργοτάξιο των Θεϊκών πλασμάτων. Είχε πια μεγαλώσει και αισθανόταν έτοιμος για δράση. Θα τα έβαζε ακόμα και με τον μεγαλύτερο Τιτάνα που είχε ποτέ δει ολάκερο το σύμπαν προκειμένου να δει την έκρηξη χρωμάτων. Μόνο αυτή θα απελευθέρωνε τον κόσμο του. Στα έγκατα του πλανήτη υπήρχαν τεράστιες τρύπες και φωτιές που ξεπηδούσαν από ρηχούς λάκκους όπου καίγονταν αιώνια τα ανυπότακτα βαγόνια. Τα σιδερένια κορμιά των Αρχόντων στέκονταν τρομακτικά και με το κεφάλι τους βγαλμένο στην επιφάνεια σε κάθε σύνορο. Έτσι επιτηρούσαν την φύλαξη του μονό-χρωματισμού. Ένας περίεργος ήχος έβγαινε από τα νεκρά στήθια τους και ο Ριγκότο πλησίασε κρυφά κρατώντας την αναπνοή του χωρίς να βγάλει ούτε ένα μικρό σύννεφο καπνού. Οι τεράστιες κορμοστασιές των αρχόντων είχαν σκαλωσιές παντού και πάνω τους ανεβοκατέβαιναν μικρά υπηρετικά, άχρωμα οχήματα. Ο Ριγκότο ήταν προετοιμασμένος. Έριξε πάνω του έναν μονόχρωμο μανδύα και μπήκε έτοιμος στις ράγες. Μόλις έφτασε στον εγκέφαλο του πρώτου Άρχοντα τράβηξε φρένο ανακοινώνοντας βλάβη. Μέχρι να φτάσει η βοήθεια είχε αρκετό χρόνο στην διάθεσή του να κοιτάξει γύρω του αλλά και μέσα στο σιδερένιο κορμί που είχε παντού ρωγμές. Έγειρε το μπροστινό μέρος του σβήνοντας όλα τα φώτα και κοίταξε καλά. Αυτό που είδε τον έκανε να θέλει να δαγκώσει όλα τα συρματόσχοινα για να μην ξεσπάσει σε υστερικά γέλια. Ο Άρχοντας που είχε πάνω του σκαρφαλώσει μέσα του δεν έκρυβε τίποτα άλλο παρά χιλιάδες μικροσκοπικά γκρίζα ποντίκια. Τα οποία δούλευαν πυρετωδώς για να κινούν το τεράστιο σώμα. Τα άκουγες να γρυλλίζουν και να ανταλλάσουν μεταξύ τους οδηγίες σε μια γλώσσα που καθόλου δεν έμοιαζε με την δική του αλλά όταν έβγαινε από τα μεγάφωνα ήταν σχεδόν ίδια. Τα παιδιά των Ε.Θ.Π ήταν κενά πίσω από τα τρομακτικά τους μάτια και το μόνο που τα διατηρούσε στην ζωή ήταν τα άσχημα τρωκτικά που επί αιώνες ρήμαζαν τον πλανήτη του.

«Οι επαναστάσεις ξεκινούν εκεί όπου τελειώνουν οι ψευδαισθήσεις» σκέφτηκε ο Ριγκότο και τρίβοντας με χαρά τις ρίγες του έτρεξε πίσω να πει τα πάντα στους δικούς του. Το ίδιο βράδυ στάθηκε πάνω σε μια εκτροχιασμένη γραμμή και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του για να δουν όλοι τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει από τους απατεώνες άρχοντες. «Αιώνες μας κοροϊδεύουν, μας κάνουν να νομίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί και ότι δεν μπορούμε να συμβιώσουμε, φώναξε στα βαγόνια που είχαν συγκεντρωθεί. Μας έφτασαν στο σημείο να πιστεύουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον, πως η γλώσσα μας λόγω χρώματος είναι διαφορετική. Μας έκαναν να πιστεύουμε ότι είμαστε ασφαλείς όταν μισούμε και φοβόμαστε ο ένας τον άλλον, πως η αγάπη υπάρχει εντός ίδιου χρώματος συνόρων. Και εμείς τους πιστέψαμε. Πιστέψαμε μια χούφτα γκρίζα, άχρωμα ποντίκια που το κορμί τους και η καρδιά τους ήταν πάντα κρυμμένο στο χώμα. Και αυτό που εμείς νομίζαμε για κεφάλι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συμπυκνωμένη απάτη». Εκείνο κιόλας το βράδυ άρχισε η εξέγερση εναντίον των ασήμαντων θεών με το σημαντικό περίβλημα. Και τελείωσε μόνο όταν ο Ριγκότο ενωμένος με όλες τις σιδηροτροχιές του πλανήτη και όλα τα βαγόνια απ όλα τα χρώματα οδήγησαν τα ποντίκια που τους εξουσίαζαν μέχρι το τέλος του πολύ-επίπεδου πλανήτη τους. Όταν τα σιδερένια σώματα μαζί με τους υποχθόνιους αφέντες τους έπεσαν στο κενό, όλες οι ράγες είχαν ενωθεί μεταξύ τους. Παντού έβλεπες βαγόνια που ζητωκραύγαζαν αγκαλιασμένα. Το κίτρινο με το λευκό, το κόκκινο με το μαύρο, το καφέ με όλους. Αν κοιτούσες από ψηλά έβλεπες ένα ουράνιο τόξο. Και εκεί που δεν καταλάβαιναν το σφύριγμα του ενός χρώματος από του άλλου, τώρα πια μιλούσαν όλοι την ίδια γλώσσα. Διαφορετικοί ακόμα αλλά όχι πια μονόχρωμοι. Ούτε πια μονόγλωσσοι. Μέσα στην γιορτή και στην χαρά ο Ριγκότο είχε σταθεί στην άκρη του πλανήτη και κοίταζε μακριά δακρυσμένος. Κάποιο βαγονάκι στάθηκε στο πλάι του και ρώτησε ξαφνιασμένο «Γιατί κλαίς Ριγκότο; Τους νικήσαμε επιτέλους». Ο Ριγκότο άναψε τους δυνατούς προβολείς του φωτίζοντας σε ένα σημείο του σύμπαντος. «Βλέπεις εκεί, μικρέ μου φίλε;» Το βαγονάκι κοίταξε επίμονα μέχρι που είδε έναν ολοστρόγγυλο πλανήτη εκατομμύρια μίλια μακριά τους. Δεν μπορούσες να διακρίνεις χρώμα παρά μόνο ένα γκρίζο σύννεφο που σκέπαζε τον περίεργο, στρογγυλό πλανήτη.»Ναι. Βλέπω ένα άσημο και άσχημο πλανήτη. Γι αυτόν κλαις;» ρώτησε.

«Ναι – απάντησε ο Ριγκότο – Γιατί αυτοί που μένουν εκεί ακόμα να ανακαλύψουν ότι έχουν για θεούς τα ποντίκια».
Έριξε μια τελευταία ματιά στον μακρινό πλανήτη και ανασηκώνοντας τα μεταλλικά του φρύδια προς ένδειξη παραίτησης είπε «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτούς. Πρέπει μόνοι τους να δουν τι κρύβεται πίσω από τις ρωγμές των θεών τους». Γύρισε την πλάτη στο θλιβερό θέαμα και ακολούθησε τον μικρό έγχρωμο φίλο του στο γλέντι της απελευθέρωσης.

Τέλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news