Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Βασίλης Ζούμπος [ποίηση]

[ποίηση + δείγμα γραφής] 
Βασίλης Ζούμπος

φωτ. Βασίλειος Ζούμπος
[βιογραφικό] Ο Βασίλης Ζούμπος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1978, μεγάλωσε όμως στη Λαμία. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός και Πολιτική Οικονομία στην Αγγλία. Έχει ζήσει συνολικά 9 χρόνια στην Αγγλία. Έχει εργαστεί ως Πολιτικός Μηχανικός και ως Εκπαιδευτικός στην Ελλάδα και στην Αγγλία. Προς το παρόν ζει και εργάζεται στη Λαμία.
Είναι ενεργός πολιτικά στο χώρο της Αριστεράς από τις αρχές τις δεκαετίας του ‘90 μέχρι και σήμερα. Αρθρογραφεί στην Εφημερίδα ΠΡΙΝ και στον ιστοχώρο πολιτικής ανάλυσης «αριστερό blog» από το 2012.
Στον ελεύθερό του χρόνο διαβάζει κείμενα πολιτικής και οικονομικής ανάλυσης, ελληνική και ξένη λογοτεχνία, ακούει πολλή μουσική και γράφει ποιήματα, τα οποία μελοποιεί σε ροκ τραγούδια… Ξεχνάει συχνά το ένστικτο της μικροαστικής του αυτοσυντήρησης, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ανθρώπων γύρω του να του το υπενθυμίζουν συνεχώς… Προσπαθεί να είναι απαισιόδοξος αλλά συνεχώς εισβάλουν στο σύμπαν του ακτίνες αισιοδοξίας από τις χαραμάδες τις καθημερινής του ζωής… Αγωνίζεται χρόνια τώρα να ξεφορτωθεί την καλή του προαίρεση απέναντι στους ανθρώπους, μα δεν τα καταφέρνει… Έχει μια αίσθηση εγρήγορσης επειδή πιστεύει πως ο χρόνος περνάει πολύ πιο γρήγορα από ότι συμβατικά αντιλαμβανόμαστε… Τον συνεπαίρνουν ακόμα επικίνδυνα οι άνθρωποι εκείνοι που παλεύουν καθημερινά να φτιάξουν τούτο τον κόσμο πιο ζεστό, πιο ανθρώπινο…


________________________________________


[δείγμα γραφής]


Διαπίστωση

Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι·
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».




Όταν δεν θα υπάρχουμε

Όταν δεν θα υπάρχουμε στην θύμηση των άλλων
για πάντα θα ‘χουνε χαθεί της ζωής μας τα σκοτάδια
εκείνα που αγναντεύαμε βραδιές απελπισμένα
από οπτασίες προσωπικές βαθιά απατημένοι

Χαρά σ’ αυτούς που αρμένισαν και δεν βρήκαν Ιθάκες
σ’ αυτούς που απολογισμό πικρό στο τέλος είχαν
τα άρμενα τους έφτιαξαν άφοβους ταξιδιώτες
σαν γίγαντες, ατίθασους, πάνοπλους Δον Κιχώτες

Κι εκείνο που ‘χει υψηλή, βουνίσια σημασία
είναι να ‘σαι ταξιδευτής γεμάτος αξιοπρέπεια
αγέρωχος και τρομερός στις φουρτουνοθαλάσσες
παράδειγμα συ λαμπερό για τους συνταξιδιώτες

Τούτα ορμήνεψ’ ο Γραφιάς πριν τρεις χιλιάδες χρόνια
στις ίδιες άμμουδες κι αυτός βαρύθυμ’ ακουμπώντας
όσοι σε νότου ερημιά φευ γλεντοξειδωθήκαν
βαρύ πληρώσαν τίμημα με περηφάνια, με ήττα

Μα εσύ με έφηβου ματιά στιγμή να μη διστάσεις
σε πλήθη αλαλάζοντα που θέλουν το χαμό σου
έχε καλά στο νου σου πως, αν είπες την αλήθεια
κλόουν την Τετάρτη θα βρεθείς, την Κυριακή συντρίμμια

Για οι σύντριβες πάντα ήτανε του Οδυσσέα προίκα
κι αν δεν κατάλαβες καλά ποιούς οι αιώνες ενθυμούν
από τη μια στην άλληνε ημέρα θα σκοντάφτεις
‘λαφρύς στο ασήκωτα φαιδρό αγιάζι του καιρού



Η Λόντρα

Η πόλη αυτή φανταχτερή μ’ αρρώστους ειν’ γεμάτη
σ’ όποιον σταθεί να λογιστεί φριχτά κλείνει το μάτι∙
Πένθος τα ζεύγη που αγκαλιά βαδίζουν νικημένα
πένθος κι εκείνοι που τυφλά, μίμους χειροκροτούν
την κατηφόρα του καιρού, είδωλα αλλότρια ξένα
κι είναι βαθιά αποκρουστικοί στη γύμνια του καιρού· 
Και οι μανάδες που μισούν σαν Φόνισσες της Σκιάθου
παιδάκια ολοχαρούμενα, πένθος είναι και φρίκη
με βία θέλουνε σπουδαία δήθεν να τα κάμουν
και τους φορτώνουν με όνειρα από μια λειψή ζωή∙
Κι ο Τάμεσης βουβός, σκυφτός, βαριά συλλογισμένος
σα γέροντας μοιάζει σοφός που τα ‘χει παρατήσει
τη φθήνια των κατοίκων του και την αλαζονεία
σιχάθηκε κι απόκαμε, βαρέθηκε να βρίζει·
Κι οι ρήτορες αδίστακτοι, κλητήρες προφεσόροι
έχουν πολλά μες στο μυαλό συμφέροντα βαριά
με περισσή επιτήδευση έννοιες πολλές μπερδεύουν
στη μαλθακή συνείδηση, νωθρή και σαπισμένη,
του κόσμου αυτού του δυτικού βαθιά σαν ασελγούν
και με σιγουριά ιστορική σε όλεθρο οδηγούν∙
Κι έτσι αργοβασανιστικά η Λόντρα η πανώρια
πήρε με βία υπόγεια την πρότερη μορφή της
με άθλιους βάλτους γέμισε, γεμάτους συνειδήσεις
με σάπιο παραλογισμό, αμέτρητη μιζέρια
με κόλιγες χλωμούς, σκυφτούς, βουβούς, δυστυχισμένους
που η δυσωδία της ύπαρξής τους δύσκολα αποτιμάται.



Μυρίζει ουτοπία

Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος 
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία


_______________________________________________



Τον Σεπτέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ηριδανός 
η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Η ερημιά του αληθινού».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news