Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Η οδυνηρή απώλεια ενός γνώριμου τρόμου [Βασίλης Παλαμάρας]

[διήγημα] του Βασίλη Παλαμάρα

- Έλα, ηρέμησε, μην φοβάσαι.
  Μα εκείνος ένιωθε πως του ξεριζώνουν το μέτωπο και τα δυο του μάγουλα.
- Όλα, θα παν καλά.
   “Όλα θα παν καλά”, την ώρα που ένας ευρηματικός σαδιστής είχε το θράσσος να του μιλά τρυφερά, ενώ, παράλληλα, τραβούσε με δύναμη τις τρίχες των φρυδιών του.
   Γιατί τον βασάνιζαν έτσι; Εξ'αρχής δεν ήθελε να εγκαταλείψει το ήσυχο χωριό του και να ταξιδέψει σε εκείνο το αφιλόξενο μέρος. Τους το είχε πει, αλλά δεν μπόρεσε να τους πείσει πως κάτι θα πήγαινε στραβά.  Τώρα νόμιζε πως τον είχαν προδώσει, αφήνοντάς τον έρμαιο στις ορέξεις των ντόπιων βαρβάρων. Πόσο είχε υποφέρει στα χέρια τους! Δεν του επέτρεπαν τίποτα. Έπρεπε να περιμένει την άδειά τους, ακόμα και για να ανοίξει τα μάτια του. 
  Τα δευτερόλεπτα κυλούσαν και οι απορίες άρχισαν να κυκλώνουν με σιωπή  τα παράπονά του. Δεν άκουγε πια, ούτε μια τους λέξη.  Είχαν φύγει σφραγίζοντας πίσω τους για πάντα την καγκελόπορτα μιας φυλακής φτιαγμένης για τις ιδιαιτερότητές του; Τόσο πολύ ήθελαν να τον εκδικηθούν για τις ιδιοτροπίες του;
   Η ανάσα του είχε βαρύνει και οι στάλες του ιδρώτα που γαργαλούσαν τους κροτάφους του, ήταν το μοναδικό χάδι που του είχε απομείνει.    
  Πού είχε εξαφανιστεί  η αγαπημένη του, μαύρη θαλπωρή; Μέσα σε μια στιγμή, όλα γύρω του έγιναν κόκκινα πίσω απ' τα δυο του βλέφαρα. Τόσο ομοιόμορφα κόκκινα που τίποτα δεν ξεχώριζε. Μια ενιαία, δισδιάστατη, πορφυρή επιφάνεια, σκέπασε τα πάντα. Ο φόβος, του άνοιξε τα μάτια. Η εκτυφλωτική λάμψη, άπλωσε παντού τις ακονισμένες της ακτίνες προκαλώντας του τον πόνο. Σηκώθηκε όρθιος, απ' τον πανικό του.
     Τους φώναξε όλους. Έναν-έναν, με τα ονόματά τους. Δεν έλαβε καμιά απάντηση. Δε μπορεί να είχαν εξαφανιστεί για να γλιτώσουν, εγκαταλείποντας τον στη μοίρα του.  Δε μπορεί να του είχαν κάνει κάτι, τόσο απάνθρωπο! Πίστεψε πως η έκρηξη -που ασφαλώς θα είχε προηγηθεί της λάμψης- τον είχε κουφάνει. Δεν έδωσε σημασία στην καινούρια αναπηρία του. Τί σημασία είχε εκείνη τη στιγμή η ακοή του; Όσα χρόνια την είχε, κανείς δεν τον είχε προετοιμάσει για κάτι τέτοιο. Προφανώς, κανείς τους δεν είχε ζήσει ποτέ, μια παρόμοια, απελπιστική κατάσταση. Όλοι τους, μάλλον  χάθηκαν την στιγμή της απρόσμενης, καθολικής ανάφλεξης των πάντων. 
   Η τεράστια φλόγα φαινόταν να εξαϋλώνει  ό,τιδήποτε γύρω του , όμως τα αποκαϊδια της, δεν συγκινούσαν καθόλου τα ρουθούνια του. Ούτε το πυρωμένο της άγγιγμα τον τσουρούφλιζε. Μια πανικόβλητη συνείδηση σε ξέφρενη εγρήγορση, δίχως  αισθήσεις. Αυτό ήταν.
   Κοντοστάθηκε και φώναξε το όνομά του. Το άκουσε. Μήπως τα τύμπανά του δεν είχαν καταστραφεί, τελικά; Ένας κουφός, είναι ικανός ν' ακούει τον εαυτό του; Ή μήπως  παγιδεύεται σε μια τέτοια ψευδαίσθηση, επειδή ξέρει καλά τα λόγια που θα ξεστομίσει; Δε θα μπορούσε να απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση. Και δεν ήταν σίγουρος, αν θα μπορούσε ν' ακούσει την απάντηση από κάποιον άλλο. Απλά πάγωσε το χρόνο για λίγα δευτερόλεπτα παγιδεύοντας το σώμα του σε ένα φαύλο κύκλο ερωταποκρίσεων. Όπως ένα εκκρεμές που περιμένει κάποιον να το προσέξει και να του δώσει άλλη μια ευκαιρία να αιωρηθεί στον προκαθορισμένο χωροχρόνο του.
   Ένα χέρι τον άρπαξε. Δεν το είδε. Ένιωσε τα ξένα δάχτυλα να κατρακυλούν μέχρι τον καρπό, πάνω στον αριστερό του βραχίονα. Δε χρειαζόταν άλλη αφορμή. Άρχισε να τρέχει. Όμως η λάμψη, ήταν παντού. Τον ακολουθούσε και τον περιγελούσε, κάνοντάς τον να σκοντάφτει πάνω σε αόρατα εμπόδια, καλυμμένα με τον εκτυφλωτικό της μανδύα. Σύρθηκε πάνω στην λεία επιφάνεια του δαπέδου. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί γιατί ήταν τόσο ψυχρή, την ώρα που όλα γύρω του φλέγονταν.Λίγα μέτρα παρακάτω, η επιρροή της, επιτέλους διαλυόταν σιγά-σιγά. Κάποια χαρακτηριστικά του χώρου, ήταν πλέον διακριτά. Κουλουριάστηκε στο έδαφος κι έβαλε τα κλάμματα. Δεν πρόλαβε όμως να ξεθυμάνει λίγο, την ταραχή του. Δυο σκιές, κινούνταν απειλητικά προς το μέρος του. Κουνούσαν τα χέρια τους πάνω-κάτω και κάτι του έλεγαν, με αυστηρό ύφος.  Δεν καταλάβαινε. Άκουγε  όμως, ευτυχώς.
   Ίσως, να του μιλούσαν σε μια άλλη γλώσσα. Ίσως, όλες του οι αισθήσεις, πλην της όρασης, να είχαν ξεθωριάσει μέσα στο παραλήρημα μιας ασυνείδητης,  σωματικής του αντίδρασης, καθοδηγούμενης μονάχα απ' την ενστικτώδη σοφία της αυτοσυντήρησης.
    Οι σκιές, απέκτησαν πρόσωπα. Αλλόκοτα, λαμπερά και θυμωμένα. Σηκώθηκε όρθιος και μπήκε στην πρώτη πόρτα που βρήκε. Βρέθηκε σε μια μικρή αποθήκη γεμάτη ράφια που πάνω τους κείτονταν λογής-λογής μπουκαλάκια. Έσυρε ένα μικρό γραφείο και το σφήνωσε μεταξύ των κουφωμάτων της μοναδικής εισόδου του δωματίου. Όσο κι αν το επιθυμούσαν οι σκιές, δεν θα μπορούσαν να εισβάλλουν στο προσωρινό του καταφύγιο.
    Πάτησε, γεμάτος  αγανάκτηση, τους διακόπτες στον τοίχο. Κανένα αποτέλεσμα. Αναγκάστηκε να σπάσει σε χίλια κομμάτια τη λάμπα που κρεμόταν απ' το ταβάνι, χτυπώντας τη με ένα απ' τα εκατοντάδες φιαλίδια. Ήταν πια, ανενόχλητος. Όσο κι αν του ούρλιαζαν εκείνα τα πλάσματα για να συνετιστεί και να ανοίξει, εκείνος ήθελε να βυθιστεί στο σκοτάδι ξανά και να κλάψει. Ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο και σφήνωσε το κεφάλι του, ανάμεσα στα δυο του γόνατα.
   Το σκοτάδι είναι παντού το ίδιο. Ήταν η μοναδική, γνώριμη παρουσία, σε εκείνο τον παράξενο τόπο. Βυθίστηκε πάλι στην αγκαλιά του. Ανάμεσα σε δύο τρόμους, προτίμησε εκείνον που του ήταν γνώριμος. Δεν πρόλαβε όμως να χαθεί στην αρρωστημένη και ψυχαναγκαστική γαλήνη του. Εκείνοι οι “άθλιοι”, άρχισαν να χτυπούν με μανία την σφαλισμένη πόρτα. Ήταν ζήτημα λεπτών να εισβάλλουν.
-Θα με συλλάβουν και θα με μετατρέψουν, ξανά, σε πειραματόζωο, σκέφτηκε.
   Μια γρίλλια δίπλα στα ράφια, επέτρεπε σε λίγες ακτίνες φωτός να περνούν απ' τις σχισμές της. Σήκωσε με θάρρος το ρολλό. Γνώριζε πως ό,τι και να αντίκριζε σε εκείνο το μέρος, θα του ήταν πρωτόγνωρο. Έπρεπε όμως να αποδράσει με οποιοδήποτε ρίσκο.
   Κοίταξε έξω. Τίποτα δεν ήταν όπως του είχαν πει. Ούτε καν, τα σχήματα. Δίχως να το πολυσκεφτεί, μ' ένα του σάλτο, προσγειώθηκε στην εσωτερική, στριφογυριστή σκάλα που αιωρούταν ριζωμένη μέσα στον στενό και υπερβολικά βαθύ φωταγωγό, μεταξύ των κτηρίων. Ξεκίνησε μια ξέφρενη κατάβαση, εντός της μικρής οπής που άφηναν ανοιχτή τα τοιχώματα των γειτονικών οικημάτων. Η δεξιόστροφη κατεύθυνση της κατασκευής, -που έδινε σε κάποιον την εντύπωση πως ένα γιγάντιο χέρι την είχε βιδώσει στο έδαφος- τον έκανε να περιστρέφεται γύρω απ' τον μεταλλικό της άξονα, όπως το έρμαιο θύμα συστρέφεται γύρω απ' το μάτι ενός κυκλώνα.
   Παρά τις φωνές που τον πρόσταζαν να μείνει ακίνητος, εκείνος συνέχιζε πιστός την καθοδική του πορεία προς το άγνωστο. Ένιωθε λες και τρυπούσε ο ίδιος την τσιμεντένια ομοιογένεια που τον περιτριγύριζε φτιάχνοντας τον δρόμο του με τις δρασκελιές του. Πρώτη φορά κατέβαινε σκαλοπάτια τόσο γρήγορα και χωρίς την βοήθεια των χειρολισθήρων. Συνήθως, ψηλαφούσε το κενό κάτω απ' τα πόδια του, ενώ κρατιόταν απ' τις κουπαστές των κλιμακοστάσιων.
   Ακούμπησε τον βρώμικο πυθμένα του φωταγωγού που ήταν γεμάτος από τις ακαθαρσίες των περιστεριών κι από νεκρά έντομα. Ανατρίχιαζε σε κάθε του βήμα, ενώ άκουγε τα κουφάρια  τους να σπάνε, κάτω απ' το βάρος των πελμάτων του. Μια μισάνοιχτη πόρτα οδηγούσε στο λεβητοστάσιο της φυλακής του κι από εκεί στην έξοδο προς τη λεωφόρο.
    Βγαίνοντας, έπεσε πάνω σε ένα περαστικό “πλάσμα”. Εκείνο τον έσπρωξε βίαια μακριά του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, τόσο άγριο βλέμμα. Οι ακαταλαβίστικες βρισιές, αντήχησαν στ' αυτιά του σαν τις κατάρες που επρόκειτο  να γίνουν το πεπρωμένο του. Δραπέτευσε αμέσως από την ακουστική πηγή τους τρέχοντας μακριά της. Σταμάτησε στην πρώτη διασταύρωση που βρήκε, για να αφουγκραστεί το περίεργο περιβάλλον, μέσα στο οποίο είχε βρεθεί. Παντού βιαστικά όντα κι αλλόκοτα οχήματα που συγχρόνιζαν μεταξύ τους τις διελεύσεις τους, με μια παράφορη ακρίβεια που του προκαλούσε άγχος. Δεν ήξερε αν ήταν ικανός να παίξει εκείνο το παιχνίδι. Ένα λάθος, ίσως να το πλήρωνε με την ζωή του.
   Έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω. Ήθελε να ηρεμήσει και δε θα το κατάφερνε ποτέ, αν τα μάτια του αναλώνονταν στον ασφυκτικό και γεμάτο κίνηση ορίζοντα.
    Εξακολουθούσε να μην αναγνωρίζει, κανένα απ' τα σχήματα. Σε σύγκριση με τα αρχέτυπα που βρίσκονταν στο μυαλό του, ό,τι κι αν αντίκριζε ήταν ατελές. Ο κύκλος, δεν ήταν ακριβώς κύκλος, το τετράγωνο δεν ήταν ακριβώς τετράγωνο και πάει λέγοντας. Κι αυτοί οι ήχοι. Του φαίνονταν ανυπόφοροι. Τα λάστιχα που στρίγγλιζαν στην άσφαλτο. Τα τριξίματα από τις καρότσες των φορτηγών. Τα βήματα των τέλεια κουρδισμένων όντων που πηγαινοέρχονταν πάνω στα πεζοδρόμια και στις διαβάσεις, σα να έπαιρναν μέρος σε μια καλοστημένη, χορευτική παράσταση. Τί στο διάολο, συνέβαινε; Τί πρωινό ήταν αυτό; Κανείς άλλος δεν είχε αντιληφθεί την έκρηξη που είχε συμβεί, λίγα λεπτα πριν; Ή μήπως τέτοια γεγονότα, ήταν τόσο συχνά σ' εκείνη τη πολιτεία που η αδιαφορία είχε ποτίσει για τα καλά τις καρδιές των κατοίκων της;
    Το βουητό μιας σειρήνας, διέκοψε τον συλλογισμό του. Ένα λευκό αμάξι, χόρευε  με ιλιγγιώδη ταχύτητα, πάνω στο οδόστρωμα. Είχε ακούσει απ' τους γονείς του ιστορίες για τέτοια οχήματα. Προφανώς είχαν ειδοποιηθεί για την πυρκαγιά κι έσπευδαν στον τόπο του ολοκαυτώματος, για να ερευνήσουν τους λόγους ενός τόσο ανατριχιαστικού εγκλήματος. Αρχικά, θέλησε να το ακολουθήσει. Δυστυχώς, δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι τέτοιο. Το άσπρο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά του κι οι ένστολοι επιβάτες του, κινήθηκαν προς το μέρος του. Φαίνονταν καθησυχαστικοί στις χειρονομίες και στις εκφράσεις του προσώπου τους. Παρ' όλα αυτά, δεν πείστηκε πως όφειλε να τους περιμένει σαν φίλους.  Το έβάλε στα πόδια, για άλλη μια φορά. Ήταν πλέον σίγουρος, πως τίποτα και κανέναν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί σε εκείνη την πόλη. Ούτε καν, τους θεσμούς της.
   Δεν ήταν δύσκολο να τους ξεφύγει χαράζοντας την πορεία του μέσα στους ατέλειωτους, πολεοδομικούς λαβύρινθους που ισοπέδωναν κάθε μορφής ύπαρξη και κάθε πιθανότητα αντάμωσης. Όταν το λαχανητό του, εκβίασε την καρδιά του με μια απρόσμενη έκρηξη, είχε απομακρυνθεί αρκετά απ' το αστικό τερατούργημα που υπέθαλπτε τους διώκτες του. Βρισκόταν στην είσοδο ενός πάρκου. Όλοι οι ήχοι που γεννούσε εκείνο το παράταιρο, για εκείνο τον τόπο,  άλσος, του φάνηκαν γνώριμοι. Προχώρησε βαθιά μέσα στο τοπίο κι έσβησε τη δίψα του σε μια δημόσια βρύση. Έπειτα, κάθισε σε ένα παγκάκι και ρούφηξε με τα μάτια του, τον εύθραυστο κόσμο που είχε συναντήσει. Ξέσπασε σε λυγμούς χαράς διαπιστώνοντας πως η άγνοια που τον διακατείχε για εκείνο τον ξένο πλανήτη, δεν ήταν ολοκληρωτική.  Τα δέντρα ήταν ακριβώς όπως τα είχε φανταστεί. Το ίδιο συνέβαινε και με τα πουλιά, των οποίων τα αρχέτυπα,  είχε συνθέσει στον εγκέφαλό του χρησιμοποιώντας μονάχα το κελάηδισμα και το φτερούγισμα τους, σαν μοναδικές, πρώτες ύλες. Μόνο και μόνο για να τ' αντικρίσει, άξιζε να απαρνηθεί έναν γνώριμο τρόμο και να χωθεί σύσσωμος, σε μια καινούρια, πολύχρωμη περιπέτεια. Ετσι παρηγόρησε τον εαυτό του και γαλήνεψε.
  Ήταν εξαντλημένος.  Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Τα καινούρια του όνειρα, ήταν γεμάτα εικόνες.
    Ένα χάδι στο μέτωπο τον ξύπνησε από τον πιο ευτυχισμένο ύπνο της ζωής του. Το μητρικό. Την είδε από πάνω του και χαμογέλασε. Ούτε σ' εκείνο το πρωτότυπο, δεν χρειαζόταν να αλλάξει κάτι.  Η μάνα του, ήταν η ίδια στοργική γυναίκα που του υπαγόρευε η αφή κι η ακοή του, δεκαεπτά χρόνια, έως τότε.
   Ο Χ, ήταν εκ γενετής τυφλός και ξένος σε εκείνη τη χώρα. Είχε υποστεί τραυματικό σοκ, έπειτα από μια επιτυχημένη επέμβαση αποκατάστασης της όρασής του.

το προσωπικό ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ


Βασίλης Παλαμάρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news