Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕ ΦΟΒΟΤΑΝ

[δοκίμιο] του Απόστολου Θηβαίου
Δ.Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ [Τάκης Σινόπουλος - Μίλτος Σαχτούρης]

«Μακριά στον ορίζοντα, γίνεται ένα ναυάγιο, είναι πολύ μακριά
Και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους...»

Πρόκειται για μια ευθεία παραβίαση της μοναξιάς. Εδώ μιλούμε λοιπόν για το χώρο και το χρόνο, εκείνον που εξελίσσεται πέρα και έξω από εμάς τους ίδιους. Παρατηρητής, δίχως καμιά ευθύνη, δίχως δράση και ακμή ενδιαφέροντος, ο ποιητής στέκει στο προσωπικό καταφύγιο. Η αδυναμία του να διακρίνει τα γεγονότα δεν πρόκειται να μειώσει την ένταση του γεγονότος. Σε λίγο οι εξελίξεις θα αφορούν εκείνον τον ίδιο, η επιρροή τους θα είναι το ίδιο ή και περισσότερο σκληρή, τραχιά με την έννοια ενός άγριου  εδάφους, μιας περιοχής με ογκώδεις πέτρες, με απόκρημνες ακτές, μιας αφιλόξενης γης. Οι πνιγμένοι, η λύπη της απώλειας επρόκειτο να καταστεί μια αυστήρα ιδιωτική υπόθεση. Η οδύνη, και εκείνη στυγνή, δεν συνιστά παρά μια υποχρεωτική συνέπεια των γεγονότων. Ο ποιητής, που είναι ένα πρόσωπο τραγικό, πέρα από τον κόσμο, πλάι στα παιδιά και τους ήρωες διαβλέπει την εξέλιξη, η δυσμένειά της αποτελεί ένα αντικείμενο εξοικείωσης για τον ίδιο. Ο στιχουργός δεν φοβάται, δεν διστάζει. Ναυάγια λαμβάνουν χώρα σε όλα τα μήκη και πλάτη του χώρου και του χρόνου. Η αναφορά στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο εξυπηρετεί την έκφραση των υποννοουμένων, τη συμβολίζει, την εννοεί, η τάξη των πραγμάτων, η σκηνοθεσία του θανάτου όμοια για κάθε περίπτωση, για κάθε ανθρώπινο δράμα. Ο θάνατος, με την τραγικότητά του στέκει πάντα υψηλότερα από την ελπίδα και ο ποιητής το γνωρίζει καλά, το αισθάνεται, καθώς ο χρόνος μετρά με φορά ανάποδη, καθώς «ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια.»

«...κι αλίμονο ξέρουμε τους πνιγμένους, καθώς και του φίλους
Και τους συγγενείς που τους θρηνούν.»

Υφίσταται μια υπόννοια. Ο θάνατος ενυπάρχει, εμπεριέχεται. Όμως η ποιητική περιοχή δείχνει να ξεπερνά τούτο το εμπόδιο. Πορεύεται, εξελίσσεται, ακμάζει και κραυγάζει μες στον πραγματικό κόσμο, τίποτα δεν την εμποδίζει από το να δημιουργήσει έναν χώρο ευρύ, μες στον οποίο χωρούν οι άνθρωποι, τα πράγματα, οι ιδέες και τα γεννήματά τους, τα αισθήματα. Πόση οξύτητα, πόσος εφιάλτης χωρά στην ποίηση το γνωρίζουν οι καταρραμένοι, όσοι παραδόθηκαν κάποτε στην κορυφαία ένταση ενός ολοκληρωμένου έργου και έπειτα θυμούνται αυτήν την ιστορία τις ώρες της επικίνδυνης μετριότητας. Οι «διάβολοι», τα «σκυλιά» που αλληλοσπαράζονται. Μες σε τόση μοναξιά, μες στο αστικό πεδίο, η μοναξιά κερδίζεται, κατακτάται, προστατεύεται καθώς τα άχρηστα τιμαλφή των φημισμένων οικογενειών. Με πόσες όψεις μπορεί ο άνθρωπος να φανεί, με πόσες ταυτότητες μπορεί να σταθεί εμπρός στο περιβάλλον του ο άνθρωπος, με πόσες όψεις μπορεί να αποδοκιμάσει πράγματα ταπεινά ή πάλι να αρνηθεί με έπαρση να διαπράξει εγκλήματα, όπως το χειροκρότημα της φωτιάς και άλλα τέτοια, σπάνια, εντατικά πράγματα.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης σημειώνει, μιλώντας για την ποιητική ανθρωπολογία του δημιουργού: «Η ανθρωπολογία αυτή, πέρα από τη χρωματική της παράλλαξη παρουσιάζει αξιοπρόσεκτους, πρόσθετους χαρακτηρισμούς οι οποίοι και επιτάσσονται: κυριαρχούν τα προσηγορικά ουσιαστικά, τα οποία καλύπτουν την έννοια «άνθρωπος» στις διάφορες μεταφυσικές εκδοχές της. Άγγελος, αγορί, κόρη, μητέρα, νεκρός, πονεμένη, φάντασμα...» Κάθε όρος λοιπόν, δεν περιγράφει παρά τη σύγχρονη όψη του ανθρώπου, την τραγικότητά του, τη βαριά ήττα απέναντι στο φάσμα της οριστικής απώλειας, όποια και αν είναι η απαιτούμενη μετάλλαξη. Ο ποιητής με διάθεση σκωπτική, διακρίνεται, συνιστά το μόνο, ανθρώπινο όρο, τον τελευταίο ας πούμε άνθρωπο του κόσμου. Επιλέγει το θάνατο ο ποιητής, ως καταρραμένος επιζών. Οι νεκροί αποτελούν  μια μέριμνα. Ή μια απειλή. Σε κάθε περίπτωση ο στιχουργός διατηρεί την πεποίθηση πως μες στα όρια της πόλης υπάρχει ζωή και θάνατος και τούτα πορεύονται αντάμα, διατηρώντας μια θαυμαστή ισορροπία. Η θέση του νερού μες σε αυτόν τον τρόπο, μες στον κυνισμό η θέση του νερού κρατεί ως μόνη αξιοπρέπεια, ως μοναδική λύτρωση τη φθινοπωρινή βροχή. Μες στο εφιαλτικό πεδίο του σύγχρονου περιβάλλοντος, το τοπίο αποκτά τις σημασίες του Ιερώνυμου Μπος. Η τεχνοτροπία του Μπόντσογλου στη Νέκυιά του εξαπλώνεται θαρρείς σε όλη την έκταση του ποιητικού τοπίου, πέρα από τις μορφές. Τίποτα ανεξάρτητο και αυτόνομο, μες στον κόσμο και ο θάνατος στενά δεμένος με τη ζωή, με τη συνέχεια, με μια αντίστροφη άνοδο, μια άνοδο ψυχική, καθαρτική.

«αυξήθηκαν τα ασφάλιστρα,
Αυξήθηκαν οι βενζίνες
Προσέχετε του νεκρούς!
Και τώρα άρχισε νε πέφτει η βροχή.»

Τώρα που σπάσαν οι ζυγαριές, που πέσαν τα φτερά των παγονιών και εφάπτονται άνθρωποι αγήρτες εντός του τοιχείου των στοών, τώρα που «άρχισε να πέφτει η βροχή», την ώρα που το πεδίο ησυχάζει και αναλώνεται, εξαντλείται μες στην εμπεδωμένη δευτερύουσα σημασία, ο ποιητής ενδύεται το μεταφυσικό του ρόλο. Εξέρχεται κήρυκας πορφυρός, πλησιάζει με τις βάρκες μες σε καπνούς, διαβάζει τα πηγάδια και άλλα τέτοια πράγματα δυναμικά μα αδιάφορα. Ίσως έτσι να ερμηνεύεται ως μια παρατυπία του τοπίου η «μαύρη πεταλούδα»  του Πόρου. Η μοναδική της παρουσία, ένα όριο ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Μια πεταλούδα για να παίζουν τα παιδιά, μια πεταλούδα για να απορρούν και να μιλούν οι μεγαλύτεροι, όσοι διήνυσαν πια την απόσταση από «πέτρα σε πέτρα.»

«...η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού,
Πετάει από πέτρα σε πέτρα,
Τα παιδιά προσπαθούν
Να την πιάσουν,
Αλλά δεν το κατορθώνουν,
Είναι η Αγία Πεταλούδα...»

Καθώς τα πράγματα, τα πιο ταπεινά γίνονται ολοένα πιο ανθρώπινα προσωποποιούνται τα ίδια, υιοθετώντας απρσδόκητους ρόλους, με έντονες τις χρωματικές διαθέσεις, καθώς λοιπόν συμβαίνουν όλα τούτα, ο ποιητής αναγνωρίζει στους χώρους τους πιο «ενδότερους» τον ίδιο το θάνατο, την πείρα της ζωής, τις «ιστορίες της.» Στα «Τοπία Θανάτου» ο Κίμων Φράιερ, διατυπώνει πως «καθώς ο ποιητής [Τ. Σινόπουλος], βαθμιαία εγκαταλείπει την τεχνική και τις περιττές διακοσμήσεις στα πονήματά του, αρχίζει να καταγράφει πια με ωμότητα τις ιδέες του, αναλαμβάνοντας μέσω του λόγου μια καταβύθιση μες στα ασταθή τοπία.» Ο ήχος ενός τηλεφώνου, το επίμονο χτύπημα στην ίδια την προσωπική, ηθελημένη ίσως απομόνωση, το ενδιαφέρον για υποθέσεις πια αδιάφορες καθώς ένα «καταρραμένο απόγευμα» ή ο «τρελός άνεμος Αγίρ.» Ο ποιητής πια ελεύθερος και αμείλικτος, κυρριευμένος από μια ασυδοσία πλάθει ένα κόσμο υπερφυσικό, αλλόκοτο, όπου συμβαίνουν πράξεις- σύμβολα με ειδική σημασία. Πρόκειται για συμβάντα ασύμβατα με την πραγματικότητα. Η αντίφαση των λέξεων ας επιτραπεί.
«Η αράχνη», «η περιφορά της εικόνας.» Τα σχόλια του δημιουργού είναι πάντοτε κρυμμένα, προκαλούν δισταγμούς και συνεπάγονται, κατά την εκτίμησή τους φριχτές αυθαιρεσίες.  Η εικόνα που περιφέρεται στον ιστό, θαρρείς στα ανθρώπινα χέρια ο ορισμός και η δυναμική του Θεού, μεγαλύτερη από την αντοχή του ατόμου, μες στην ιστορία τα πρόσωπα αναλαμβάνουν κάτι υψηλότερο, κάτι σπουδαιότερο από την πρόθεσή τους, το βαθμό ικανότητάς τους. Οι παλιές πεποιθήσεις που κοινωνούνται στους ανθρώπους και τους βαρύνουν, όχι λιγότερο από τα κρίμματα, όχι περισσότερο από τις ιστορίες για θανάτους και ζητήματα σκληρά.  Τέτοιος, αποτρόπαιος μόχθος ο θεός για τον άνθρωπο, η εικόνα του, η αρχαία φήμη πως είναι ένα ομοίωμα, ένα ταπεινό, αντίτυπο αποτυχημένο. Τέτοιος μόχθος υψηλός.

«Μια μεγάλη αράχνη ξεκρέμασε από
Τον τοίχο την εικόνα του Αγίου και
Άρχισε να την περιφέρει γύρω γύρω
Στο δωμάτιο.
Παρά το μεγάλο, εν σχέσει με αυτήν,
Βάρος της εικόνας, την έσερνε σιγά σιγά
Ώσπου την έφερε πάλι στη θέση
Που την είχε ξεκρεμάσει, την
Κρέμασε πάλι και εξαφανίστηκε.»

Ο ποιητής που αψηφά το φάσμα του θανάτου, είτε, όπως λέει ο Μαρωνίτης, εκληφθεί τούτο ως είδωλο ή φάσμα φωτός. Μα εσωτερικότερα, ανιχνεύει κανείς το ανθρώπινο στοιχείο, εκείνο που τον καθιστά περισσότερο ανθρώπινο από τον μπρούτζινο  ανδριάντα του εξεγερμένου δούλου, ενός ήρωα τραγικού, αντίθετου και ασύμβατου με τις κλίσεις και τις αδυναμίες της εποχής ή του περιβάλλοντός του. Κοπιάζει μες στο θάνατο να βρει ζωή, τα καταφέρνει, άλλοτε είναι ένα λουλούδι. Άλλοτε πάλι εναγώνιος στέκει εμπρός στο «ρολόϊ», μετρά τις ώρες, ακαθόριστες εκείνες πάντα σημαίνουν θάνατο. Δεν αντέχει την προοπτική της σωτηρίας, μες στη μνήμη του επανδρώνονται οι μόνες, ανεκτές προφυλάξεις. Τίποτα ξένο, τίποτα ανοίκειο δεν μπορεί να ανεχτεί και έτσι νικιέται στο τελικό βήμα, «ανατριχιάζει, κόβονται τα πόδια του, γέρνει και πέφτει κάτω λιπόθυμος.» Η μοίρα του χρόνου είναι τραγική, όπως και του ανθρώπου. Και όμως, ο ποιητής δεν αρνείται την ελπίδα, ακόμα και αν τη φαντάζεται στοιχειωμένη, έτσι που φορτώθηκαν στο σώμα της όλων των εποχών οι εφιάλτες, οι εξεγερμένοι, οι δούλοι και οι διωγμένοι, οι αστοί. Μες στο ομώνυμο «ξενοδοχείο» την αντικρίζει νεκρή, να κλαίει σπαραχτικά για τη λησμονημένη της αίγλη, μα εκείνος δεν χάνει το θάρρος του.

«Όλοι κοιμούνται
Και εγώ ξαγρυπνώ
Περνώ σε χρυσή κλωστή
Ασημένια φεγγάρια
Και περιμένω να ξημερώσει
Για να γεννηθεί
Ένας νέος Θεός
Μες στην καρδιά μου
Την παγωμένη
Από άγρια φαντάσματα
Και μαύρη πίκρα.»

Ο Μίλτος Σαχτούρης, σημειώνει ο Μαρωνίτης, «βρίσκεται παγιδευμένος μες στο δικό του δωμάτιο, όπου το λιοντάρι που είχε ανέβει από τις σκάλες γδέρνει την πόρτα με λύσσα, να την σπάσει, ενώ στα απέναντι δωμάτιο ένα πουλάκι τόσο δα, ήταν λέει ο Χάρος...Στάσιμος και αναχωρητικός, μισός στο σκοτάδι και μισός στο φως, θανάσιμος και αναστάσιμος, αντιφατικός και φατικός.» Ο Μίλτος Σαχτούρης κείτεται ελεύθερος εδώ και επτά χρόνια. Πρόκειται περί ποιητού. Με διάθεση και κατάκτηση μιας σημαντικής υπέρβασης, ακόμα και της ίδια της τέχνης, της ζωής του.



φωτ. Δημήτρης Μαρωνίτης


____________________________
σοδειά [συγκομιδή πολιτισμού]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news