Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Αλέξιος Μάινας [ποίηση]

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΗΣ ΣΥΓΚΟΜΙΔΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ: [ΠΟΙΗΣΗ] ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ


[ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ] Ο Αλέξιος Μάινας γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα, σπούδασε Φιλοσοφία και Λογοτεχνία στη Βόννη και ασχολείται με τη διδασκαλία της γλώσσας, τη μετάφραση και την παρουσίαση ποιητών στο γερμανόφωνο χώρο. Έχει επιμεληθεί τη μετάφραση των 154 ποιημάτων του Καβάφη για τη δίγλωσση έκδοση του εκδοτικού οίκου Romiosini (Κολωνία 2009). Γράφει ποίηση και στις δύο γλώσσες. Το βιβλίο του «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου» (Γαβριηλίδης, 2011) ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, το αντίστοιχο του περιοδικού Διαβάζω, και βραβεύτηκε στο Συμπόσιο Ποίησης. 
[ΝΕΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ] Μέσα στο 2013 θα κυκλοφορήσει η συλλογή του «Ο διαμελισμός του Αδάμ».  


*στη φωτογραφία δεξιά, ο συγγραφέας.





[ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ] Ακολουθούν τέσσερα έργα του από την ποιητική συλλογή 
«Το περιεχόμενο του υπόλοιπου»  © 2011  Αλέξιος Μάινας



Σαντορίνη
                                                                                                                       Σε κείνη, για να ’ρθει.

Στεγνότητα, αμετάβλητο.
Schatten verbreiten sich über die Felsen.
Το απογευματινό βουνό με τα μονοπάτια του –φίδια–
και τις αγριοσυκιές σκυλόψυχες με τ’ άγρια σύκα
εισβάλλοντας στο πέλαγο όπου εισέβαλλε πάντα,
τ’ άσπρο καμπαναριό σχεδόν άσπρο
τις δυο δίφυλλες πόρτες του δίκλιτου ναού,
τις πλάκες στις οποίες στάθηκε η σαύρα
όπου σφάχτηκε ο αρνησίνεκρος κόκορας
που φτερούγιζε ώρα χωρίς κεφάλι,
τα παλιά κάγκελα βαμμένα με τα χρόνια
και τις βάρκες ρυθμικά και τα σάπια βαρέλια
που χάσκουν μες στη σκόνη της σκουριάς
ακόμη στο σχήμα του βαρελιού
όπου δέναν το καλαμοπόδαρο γαϊδούρι όταν λύναν την ιπποπέδη
κι αμελούσε ο οίκτος να το ξεντύσει τα βαριά σταφυλοκόφινα,
η παιδική επαγρύπνηση καταγράφοντας
η οικογένεια πολυμελής  
     εναρμονισμένη τότε και ζωντανή
οι αρμύρες σβήνοντας πάνω στο μαύρο βότσαλο
που βυθιζόταν και κροτάλιζε στα ξέφτια των πελμάτων,
μια ανάμνηση μιας φωτογραφίας
μια λέξη: βεντέμα.
Η επαρχία όπου βαίνουν τα φαντάσματα των θείων
γεμάτη ψίχουλα απ’ τις μακαριές των μνημοσύνων
κ’ οι φοβισμένες πια –οι μόνες που άλλαξαν–
τελικές μας φαμίλιες,
η γωνιά όπου ζήσαμε·
την κοιτάζω τώρα
     ψάχνοντας τα πλατιά κεκλιμένα σκαλιά
     στις άδειες από ονηλάτες σερπαντίνες των λιθόστρωτων
     –ανηφορικά στο πήγαινε, ανηφορικά και στο έλα–
καθώς δε με απειλούν ακόμα τα χρόνια
σ’ αυτή τη στεγνή κάμαρα της αιωνιότητας
     –επαρχία του Παρμενίδη–
και μουρμουρώ όπως πριν από δέκα
     και δεκαπέντε χρόνια:
Σε περιμένω ακόμα
σιωπώντας
μες στην άλλη,
την άφατη ησυχία μου.





Αντικύθηρα
                                                                                                          Απλωτά προς το βάθος.

Σκοτεινιάζει. Σκοτείνιασε
η ρητορεία της άμμου.
Ξένα κεφάλια παιδιών
σαν καθρέφτες.
Η θάλασσα άτμητη
χωρίς φολίδες πλατών.
Στο λιμανάκι
πάνω στα κάγκελα της προβλήτας
φως
κυλάει
σαν κουβάρι νερού.
Μυρίζει νέφτι.
Τουρίστες πίνουν καφέ.
Λευκές πολυθρόνες. Θερινό.
Απ’ το βουνό κατεβαίνει
το άδειο
σαν σύνθημα
για να διαψεύσει
τη δυνατότητα της προέκτασης,
την ευχρηστία της νύχτας.




Ιθάκη
                                                                                                   Κι αλλού,
                                                                                          σε χώρες αλλόθροες και περγαμηνές,
                                                                                          η ίδια πανσέληνος·
                                                                                                   πάνω απ’ τους κρύους ακόμα,
                                                                                                   ας πούμε, αμμόλοφους.


Ανάμεσα στις πεδινές, ελώδεις νεφέλες
     σαν κάστρα από αίμα
τους κυπαρισσί κούρους με κοτσύφια για βδέλλες
τους ξεμαλλιασμένους μπλε βάτους
     του ακίνητου φεγγαρόλουστου κράτους
και τις προτομές των ταλανισμένων πεύκων
αποστρέφοντας ψηλά το βλέμμα
βλέπω τη νύχτα των εξόριστων και των Τεύκρων
     να φεύγει –απότομα έγειρε η πλαγιά–
και μυρίζω τη ρίγανη της βροχής
     στις πέτρες μιας γης
     που οδηγεί πάντα κυρτά
          σαν απέθαντος Αίαντας
          σκουντουφλώντας ή ρέοντας
     στον άγονο κι ανεμοθλιμμένο
     κόλπο.






Η αίσθηση του ανούσιου
(Ιθάκη ΙΙ)
                                                                                                   Βρίσκοντας αυτό που πονέσαμε.

Ο εαυτός μας
ευσπλαχνισμένος απ’ το βαυκάλισμα των συμβάσεων
έρχεται κάποια στιγμή
και συναντάει
αυτό το πράγμα που ήμασταν,
αυτό το άγαλμα των φωτογραφιών
στη σκόνη των γρήγορων κύκλων.
Αυτή η έγνοια που είχαμε τότε,
που είχαμε πάντοτε, κι αυτή πάνω στις πόζες,
η έγνοια να ξεπεράσουμε το παρόν μας
να πάμε κάπου πέρα απ’ το δεδομένα κατορθωτό,
να είμαστε κάτι άλλο…
Μετά από είκοσι χρόνια σχεδόν
ο Οδυσσέας, λένε,
αυτός ο πολυμήχανος, λένε,
επέστρεψε στην Ιθάκη
κι είδε την παραίτηση
και τη μοναξιά της μυθομανίας
να κάθονται με κλειστά τα μάτια
πάνω στις ίδιες πέτρες
σαν τους λεκέδες της αντηλιάς,
τον αέρα ν’ αρνείται
να φύγει απ’ τις καλαμιές
και τους μνηστήρες που πολεμήσαν
με το δικό τους τρόπο
για τη δική του Ελένη,
αυτούς που ήταν πάντα για κείνη εκεί.



ΣΟΔΕΙΑ [ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΜΕΘΕΞΗ]
ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΜΑΣ: ΑΡΧΕΙΟ ΤΕΥΧΩΝ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news