Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Η μοίρα των τρελών

[ΔΙΗΓΗΜΑ]  της Άννας Νιαράκη


Ο Δημήτρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Στην Πετρούπολη. Εκεί μεγάλωσε, εκεί πήγε σχολείο. Οι γονείς του, κι αυτοί Αθηναίοι, από τους λιγοστούς ονομαζόμενους γκάγκαρους Αθηναίους, είχαν κάτι χαμένες ρίζες οι οποίες όμως αφορούσαν προπάππους και πίσω. Έτσι, στις γιορτές και τα καλοκαίρια, δεν υπήρχε κάποιο παραδοσιακό χωριό για να εκδράμουν και το πολύ πολύ να πήγαιναν από την Πετρούπολη μέχρι τους Θρακομακεδόνες που έμενε το σόι της μητέρας του.
Ο Δημήτρης αγαπούσε τη φύση. Δεν γνώριζε και πολύ τι σήμαινε αυτό, πάντως από τα κείμενα που διάβαζε στο σχολείο κι από τις περιγραφές που άκουγε από τους συμμαθητές του ρίζωσε μέσα του μια αγάπη, μια λατρεία σχεδόν για την ελληνική ύπαιθρο.
Όταν στην έκτη δημοτικού πήγε με το σχολείο στην Ολυμπία έπαθε σχεδόν σοκ από το περιβάλλον και δεν μιλούσε για ολόκληρη τη μέρα. Οι μυρωδιές από τα πεύκα, η καθαρή ατμόσφαιρα, το χώμα, τα χρώματα από τα αγριολούλουδα στα λιβάδια, ο ανοιχτός ορίζοντας, όλα έγραψαν μέσα του τόσο δυνατά, τόσο καθαρά που αν και μικρός στην ηλικία τότε, κατάλαβε πως η αλλαγή που συντελέστηκε μέσα του ήταν ακαριαία και κεφαλαιώδης.
Μεγαλώνοντας, γράφτηκε σε ορειβατικούς και φυσιολατρικούς συλλόγους, κάθε σαββατοκύριακο τον έχανες. Μέσα σε λιγότερο από τρία χρόνια είχε γυρίσει σχεδόν κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Τελειώνοντας το Οικονομικό τμήμα της Νομικής, έδωσε εξετάσεις και προσελήφθην σε μια τράπεζα. Η θέση καλοπληρωμένη, αλλά πολλές ευθύνες, πολύ τρέξιμο, λιγοστός χρόνος και αναγκαστικά τα ταξίδια και οι εκδρομές στην επαρχία λιγόστεψαν μέχρι που έγιναν το ποθούμενο όλης της χρονιάς, η πολυπόθητη εξαργύρωση της άδειας.
Τα χρόνια πέρασαν αλλά αυτή η ορμή μέσα του δεν έλεγε να σβήσει. Οι γονείς του και τα αδέρφια του, όλα παντρεμένα, τακτοποιημένα και φυσικά διαμένοντα εν Αθήναις,  σκέφτονταν πως η λόξα της μετακόμισης του είχε περάσει και πως χωρίς δεσμούς με την επαρχία αυτό θα είχε πλέον ατονήσει, όπως τα εφηβικά όνειρα.
Κι όμως διαψεύστηκαν άπαντες. Ο Δημήτρης, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια δουλειάς στην Τράπεζα, είχε ήδη μαζέψει το κομπόδεμά του.
Στην άδεια του την καλοκαιρινή επισκέφθηκε το χωριό ενός συναδέλφου κάπου κοντά στην Κατερίνη και μαγεύτηκε. Δίπλα από το προγονικό του φίλου του υπήρχε ένα τεράστιο κτήμα με ένα γκρεμισμένο ερείπιο. Ρώτησε, έμαθε και σε δύο μήνες έγινε ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ερειπίου στο χωριό Ριτσούδι, χωριό με 13 κατοίκους το χειμώνα.
Δήλωσε την παραίτησή του, και ετοίμασε τα πράγματά του. Κανείς δεν ξαφνιάστηκε στο γραφείο, όμως όλοι τον προειδοποίησαν πως η ζωή στην επαρχία είναι σκληρή και πως αυτός δεν είναι μαθημένος. Φοβήθηκαν όλοι μήπως το μετανιώσει και μετά θα είναι αργά. Ο Δημήτρης όμως δεν είχε ίχνος αμφιβολίας μέσα του.
Ανέθεσε σε ένα μεσίτη την πώληση του διαμερίσματός του, ένα τριάρι λουκούμι στο Παγκράτι, διαμπερές και λουξ. Αυτό θα ήταν το κεφάλαιο και μια αίσθηση ασφάλειας μέχρι να έβρισκε την επόμενη ασχολία του, αυτή τη φορά στο Ριτσούδι Κατερίνης.
Όταν το ανακοίνωσε στην οικογένειά του, η μητέρα του λιποθύμισε, ο πατέρας του έκλαιγε με μαύρο δάκρυ και τα αδέρφια του τον κοίταζαν σαστισμένα.
Τίποτα αυτός. Δεν έβλεπε την ώρα. Τους είπε ότι θα επέστρεφε για να τους πάρει όταν θα είχε τελειώσει με το σπίτι. Ούτε που έπεφτε καλά καλά αυτό το Ριτσούδι δεν ήξεραν οι άνθρωποι. Ούτε ο χάρτης δεν το έγραφε.
Στο χωριό στην αρχή οι  λιγοστοί κάτοικοι τον αντιμετώπισαν με δυσπιστία. Με τον καιρό όμως, έτσι που τον έβλεπαν να ταλανίζεται μόνος του με το σπίτι, να γκρεμίζει, να σοφατίζει, να φτιάχνει κάγκελα, να κλαδεύει δέντρα, πείστηκαν ότι ήταν αυθεντικός τρελός και τον αγκάλιασαν με θέρμη.
Σε λιγότερο από 4 μήνες το σπίτι είχε γίνει αγνώριστο. Κι ο Δημήτρης που ανάθεμα κι αν είχε ποτέ πιάσει εργαλείο στη ζωή του έγινε ο πρώτος μάστορας και μάλιστα ανακάλυψε πως είχε εξαιρετικό ταλέντο στην ξυλογλυπτική.  Ο κυρ Τάσος, ετών 75 ανύπαντρος εκ πεποιθήσεως και πολύ στριμμένος γέρος ήταν ο πιο ξακουστός γλύπτης της περιοχής. Αυτός είχε φιλοτεχνήσει όλους τους επιτάφιους και τα στασίδια σε όλη την Κατερίνη. Κοντά του μαθήτευσε, και σε λίγα χρόνια το όνομά του είχε ξεπεράσει το δάσκαλο. Σε όλους έκανε εντύπωση η λεπτή απεικόνιση, η λεπτομέρεια, η ζωντανή απόδοση του φυσικού πάνω στο ξύλο.
Είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από τότε που ο Δημήτρης είχε παρατήσει την πρωτεύουσα κι είχε έρθει εδώ να ριζώσει. Σε αυτό το διάστημα οι δικοί του είχαν έρθει όλες κι όλες δυο φορές να τον επισκεφθούν. Δεν είχε μετανιώσει διόλου. Το μόνο που του έλειπε ήταν ότι το βράδυ όταν επέστρεφε στο σπίτι από το εργαστήριο, δεν υπήρχε μια γυναικεία παρουσία να του ζεστάνει την καρδιά. Είχε προσπαθήσει κάνα δυο φορές  να τα βρει με κάποιες ντόπιες, συνοικέσια τοπικά από τους συγχωριανούς που τον αγαπούσαν κι ήθελαν να τον δουν ζευγαρωμένο, μα καμιά δεν ήθελε να μείνει μόνιμα στο Ριτσούδι. Ιδιαίτερα το χειμώνα.
Σήμερα το πρωί όμως ο κυρ Τάσος, πατημένα 85 κι ακόμα κοτσονάτος είχε περάσει από το εργαστήριο για να του πει, πως η εγγονή του από το Βέλγιο, τα παράτησε όλα για να έρθει στο Ριτσούδι και να αφιερωθεί στη ζωγραφική.
Είναι της μοίρας τους είπε, να σμίγουν οι τρελοί.


ξεφυλλίστε ελεύθερα..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news