Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ [ΒΕΝΕΖΗΣ]

[ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ] ΚΛΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ - ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΥΛΙΚΟΥ: ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΑΤΘΑΙΑΔΗΣ
ΑΙΟΛΙΚΗ ΓΗ του ΗΛΙΑ ΒΕΝΕΖΗ «Τα Κιμιντένια της καρδιάς μας»

φωτ. Ηλίας Βενέζης

* Ροδοδάχτυλος αυγή μου,
έβγα δρόσισε τη γη μου
δρόσισε, δρόσισε τα χορταράκια
και τη μαύρη μου ψυχή
Να διαβώ, να διαβώ εις τους λειμώνες
και με ρόδα να στεφθώ
Την αγάπη μου να έβρω
και να την, και να την γλυκασπαστώ.
Πρόβαλε, πρόβαλε σε καρτερούνε
τα αρνάκια τα λευκά
σε προσμένει η φιλομοίρα
εις τα έρημα βουνά.
Φύγετε ωχραί φροντίδαι
σύρτε βάθη τρομερά
ν' αγαπώ να μ' αγαπάνε
είν' η μόνη μου χαρά.





Έρχεται σαν κύμα μυρωδάτο το τραγούδι της Αιολικής Γης με την θλιμμένη του υπόσχεση της αυγής να δέσει με τον γλυκάνισο στον ουρανίσκο και τα αγαπημένα μάτια που πρόσφεραν τις πολύτιμα δεμένες μνήμες που ανακάλυψαν στο σκονισμένο ράφι του παλαιοπωλείου, γιατί έτσι είναι οι μνήμες, χορεύουν στα σκοτάδια ενώ την μέρα στέκουν σιωπηλές ανάμεσα σε άλλες μνήμες στριμωγμένες να περάσει ένα βλέμμα, ένα χάδι, μια ανάσα και να δεθούν μαζί τους, να βγουν με τα μαλλιά ξέπλεκα στα πολύβουα σοκάκια και να ξαναπάρουν ζωή πίνοντας ούζο και τρώγοντας αγάπη. Με δεμένη στην ράχη την Δωρική κι αγνή ψυχή προσμένει όλη αυτή η μνήμη να λυθεί , να αφηγηθεί, να πλάσει τις αισθήσεις με την Γη της Ιωνίας με τον κέδρο και το αλάτι, γιατί, με κέδρο κι αλμυρή γη χτίσθηκε ο κόσμος κι ύστερα πρόβαλαν τα Κιμιντένια.

*ΟΤΑΝ παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν στις ακρογιαλιές της Ανατολής, και ό,τι ξέρανε από στεριά ήταν σκληρά βουνά, κοφτοί θεόρατοι βράχοι, γη από κίτρινη πέτρα. Τούτο δω, με το νέο νησί, ήταν κάτι άλλο - ω, πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:
        «Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνηση του που είναι τόσο ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
        Ήρθαν τα κύματα και φέραν το μήνυμα του πελάγου στην αιολική ακτή. Ήρθαν και άλλα κύματα, κι άλλα - όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
        Τ' άκουσαν την πρώτη μέρα τα σκληρά βουνά της Ανατολής και μείνανε αδιάφορα. Τ' άκουσαν και την άλλη, και πάλι δεν ταράχτηκαν. Όμως όταν το κακό παράγινε και κάθε στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
        «Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»
        Παραμερίσανε τότε τα βουνά, τραβήχτηκαν στο βάθος, κι ο τόπος που άφησαν έγινε ο τόπος της Γαλήνης.
        Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

Η Αιολική γη είναι το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη, ένα παράξενο παραμύθι, γεμάτο ανήσυχη νοσταλγική ποίηση που, δεν είναι ούτε αισθηματική ούτε θρηνητική, παρ όλη την τραγωδία που πρόκειται να ξεσπάσει αργότερα. Aνάμεσα στους εργατικούς και αγαθούς χωρικούς κινούνται οι απίθανες μορφές των κυνηγών, των ληστών και των κοντραμπατζήδων, που τα ηρωικά τους κατορθώματα παίρνουν κατά κάποιον τρόπο χαρακτήρα τελετουργικό - ολοκληρώνοντας μια γοητευτική εικόνα ζωής που ο πόλεμος την κατάστρεψε για πάντα.Είναι μια σειρά από επεισόδια όπως τα βλέπουν τα μάτια ενός παιδιού, του Πέτρου, που η η περιπέτειά του φαίνεται κάτι το φυσιολογικό. Μας μεταφέρει στα Κιμιντένια, βουνά της Μικράς Ασίας, όπου ζει η οικογένεια του μικρού Πέτρου με αρχηγό τον παππού. Ο Πέτρος, με την πιο αγαπημένη από τις τέσσερις αδερφές του, την Άρτεμη, παιδιά ακόμα, ζουν σε ένα μαγικό κόσμο γεμάτο παιδικά όνειρα που όμως σιγά-σιγά γκρεμίζεται όταν έρχονται σε επαφή με την αδικία, την κακία και τον πόλεμο. Ζούνε τον ξεριζωμό απ’ τον τόπο και τη γη τους και την προσπάθεια να στεριώσουν σε ένα καινούριο μέρος. Είναι ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το βιβλίο του χαμένου παραδείσου των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικρασίας και του δραματικού ξεριζώματος από τη γενέθλια γη.
Γράφει ο Άγγελος Σικελιανός στον πρόλογό του:
**Και να , προχτές, που ανοίγω ξάφνου την «Αιολική Γη» του Βενέζη.
Μια γλυκειά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα απ' τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μα φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ' αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατειά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές.

Γιατί έτσι γίνεται στις μνήμες που συντηρείς, μια επικοινωνία ψυχής οπού το αόρατο νήμα που δένει το προαιώνιο θεμέλιο του ανθρώπου ταλαντώνεται  στο συνεχές του χρόνου, σε καλεί και θες δεν θες αχνοπατώντας αφουγκράζεσαι τους ήχους της Ιωνικής γης και του κόσμου όλου.

*Οι θόρυβοι του δάσους, της γης, των ζαρκαδιών γίνουνται ένα, γίνουνται η παράξενη μουσική που λέει για τα παραμύθια και για τα όνειρα, λέει για τα ταξίδια των παιδιών που πάνε καβάλα σε χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ' ασημένια μαλλιά και με το Μεγάλο Δράκο που φυλάει στην πόρτα της. Τα σπαθιά και τα πιστόλια στο κίτρινο δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ' έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα της φυλακής τους, απλώνουνε τα χέρια και ξέρουν πως, κι αν δεν είναι χρυσόψαρο, ένα μικρό καλό δελφίνι θα περιμένει να τα πάρει. Κ' ενώ τα χρυσόψαρα αρχίζουν το ταξίδι, πλέοντας μες στον αγέρα, ακούγεται πίσω τους η φωνή των σπαθιών, πάνω στο δελφίνι, που ικετεύουνε:
        «Περιμένετε να 'ρθουμε! Περιμένετε να 'ρθουμε κ' εμείς στη Ροδοπαπούδα!»
        «Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ' το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!»


**«Τίποτα δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. 
Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία τον κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη.
Μπορεί να τύχει μια στιγμή — μια ελάχιστη στιγμή — να λείψει ένας ήχος.
Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πως κάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ' το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».

Όλα είναι μια συμφωνία, μια ισορροπία στο κοσμικό διαπασών. Διαβάζοντας την «Αιολική Γη» επιστρέφεις. Επιστρέφεις στην αρμονία και την αγνότητα της παιδικής ψυχής. Κοιτάς τον Ήλιο δίχως να πονούνε τα μάτια, δίχως να σε τυφλώνει η φλόγα της αγάπης, δέχεσαι, αισθάνεσαι, δένεσαι, με την έλξη του σύμπαντος, δίχως να υποκύπτεις στην Αυλή των Μεδίκων και την ειμαρμένη.
Γιατί δεν είναι μοίρα ή πεπρωμένο αλλά μια φυσική συνέχεια του εαυτού σου η ανάγκη να αντικρίζεις σε ένα πρόσωπο τον κόσμο κι ο κόσμος άρχισε τόσο φυσικά και τόσο αθόρυβα όσο μια ανάσα, όσο ένα ταξίδι στο Αιγαίο κι έπειτα στην Μεσόγειο κι ύστερα στον μεγάλο Ωκεανό.

Πέρα απ' τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το
πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα έχει  σκάμει ανάμεσα
σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ'
άλλα κλαδιά έφραξε την μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή
του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ' έφραξε ακόμα πιο
πολύ τη φωλιά της. Έτσι θαρρεί πως είναι ασφαλισμένη απ' το μάτι τ'
ανθρώπου.
...
 «Τι γίνανε οι άλλες οι αρκούδες της φυλής μας που ήρθανε στα
Κιμιντένια;» ρώτησε.
Περίλυπα κούνησε το κεφάλι της η μάνα του.
«Κι εδώ μας βρήκε ο άνθρωπος. Χάθηκαν όλες απ' το χέρι του».
«Τι έχει μ' εμάς ο άνθρωπος; Τι έχει με τη φυλή μας;»
«Του μοιάζουμε», είπε η μεγάλη αρκούδα. «Μπορούμε να σταθούμε στα
δυο ποδάρια καταπώς στέκεται αυτός. Μπορούμενα χορέψουμε ολόρθες
σαν αυτόν. Μπορούμε όπως αυτός να σηκώσουμε αλυσίδες. Του
μοιάζουμε».
«Και μ' αυτό τι;»
«Ο άνθρωπος αγαπά να χτυπά όσους του μοιάζουν», είπε πάλι η μεγάλη
αρκούδα. «Αγαπά να σκοτώνει τον όμοιό του».
«Αχ!» στενάζει το αρκουδάκι, κ' είναι ο πρώτος στεναγμός που βγαίνει
απ' το στόμα του στον κόσμο. «Τι καλά που θα 'ταν να μην ήταν ο
άνθρωπος».
«Τι καλά που θα 'ταν», είπε η μεγάλη αρκούδα.

Τί καλά που θα ήτανε, δίχως την έγνοια του ανθρώπου, μονάχα με τα προτερήματα να λαμβάνεται  η αξία  προπατορικά, ως  ύλη, ως πνεύμα, να είναι  οντότητα απαλλαγμένη  του θυμού, της διεκδίκησης, της ανταμοιβής, με παιδική καρδιά  που ακόμη εξερευνά κι αντέχει, με μόνη αυτή πληγή, αυτή που έχει στα γόνατα ή στο κεφάλι από το πείσμα να φτάσει τον αϊτό  μόνο γιατί ήτανε μικρός κι αγάπησε. Τι καλά που θα ήτανε, να μένει ο τόπος γόνιμος απ τους ανθρώπους ακόμη κι αν ποτίζεται η γης με αλάτι ακόμη κι αν σκάβεται με τα  νύχια και όχι να κερδίζεται με αίμα  με ξεριζωμό. Γιατί η Γης δεν είναι του ανθρώπου γεννήθηκε από αλάτι  κέδρο και Φως, την έχτισαν οι άνεμοι  και της χάρισαν μνήμη, να κουβαλάει  σε κάθε μόριο από την σκόνη της, έτσι όπου και να είναι ο άνθρωπος  αρκεί να είναι ζωντανή η καρδιά του και να την θυμάται, τότε μένει ζωντανή, τότε ξυπνούν τα Κιμιντένια.

*Είναι κάπου, σ' ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ' τα βουνά που τα
λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα
κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος.
Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπρο
κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ' τη
ζωή του και χάθηκε
Απ' το ίδιο μέρος πέρασε κ' ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη
μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους…
Εκεί, κάτω απ' τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου
πάνε τ' αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα,
μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν
προλάβαμε, Άρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκαλο του
πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. Έτσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα
δεν προλάβαμε.
Όμως παραπέρα, πέρα απ' το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του
αϊτού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη.
Όλες πια οι καταιγίδες που είναι να 'ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι
βλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ' τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ' τη χώρα με
τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που
πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. Έχει ένα μωρό, ένα
αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ' ένας
κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με κίτρινα άστρα, κι αυτός θα
πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ' αγριοπερίστερα. «Για την
αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
Άρτεμη, εσύ κ' εγώ δε θα 'μαστε, Άρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω
και πέρα σ' όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα 'μαστε έρημοι.

Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρα μας με λίγο χώμα απ' τη γη τους στον κόρφο . Για να φυτέψουν ένα βασιλικό,  στο ξένο τόπο που πάνε.
Για να θυμούνται. Την Γη, την Αιολική Γη .

εντύπωςΕΔΩ

Βιβλιογραφία – παραπομπές

* Ροδοδάχτυλος Αυγή μου 
Παραδοσιακό Μικρασιάτικο τραγούδι. Τραγουδιόταν κατά κύριο λόγο στην Ερυθραία, στην περιοχή της Σμύρνης αλλά και αντίκρυ, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
**   ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ
«ΑΙΟΛΙΚΗΣ ΓΗΣ»
* «Βενέζης Ηλίας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας3. Αθήνα, Χάρη Πάτση
* Χατζίνης Γιάννης, «Ηλία Βενέζη: Αιολική γη», Νέα Εστία36, ετ.ΙΗ΄, 15/9-1η/11/1944αρ.415-418, σ.859-861
* Γιώργος Βαλέτας , «Ο Μαρτυρικός θριαμβικός ανήφορος του» περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1139 Χριστούγεννα 1974


Ηλίας Βενέζης (1904 - 1973)
Ο Ηλίας Βενέζης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Ηλία Μέλλου) γεννήθηκε στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας, γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα. Είχε έξι αδέρφια.
Έγινε γνωστός για τα μυθιστορήματά του Αιολική Γη, Το νούμερο 31328 και το θεατρικό έργο Μπλοκ C. Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Έγινε ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας του οποίου τα έργα μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες, κάνοντας γνωστή την ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news