Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Το καταφύγιο του λαού [Της Μαρίας Θεοφιλάκου]

Μέρα γκρίζα, σκέφτηκε. Και το 'ξερε, δεν ήτανε τα σύννεφα που είχαν κατέβει έως κάτω τα βουνά γύρω απ' την πόλη, ούτε η ωχρή λεπτούλα σκόνη που είχε σκεπάσει τα αυτοκίνητα στους δρόμους. (Φθινόπωρο, τρελός καιρός και μάντης). Τριγύρω στα στενά της Αθήνας δεν υπήρχε μήτε σκοπός, μήτε ελπίδα, όπου και να γυρνούσε το κεφάλι: άνθρωποι σκυθρωποί,  δίχως χρώμα, δίχως χαμόγελο. «Έχουν όλοι στεγνώσει», μονολόγησε καθώς προσπέρναγε τα μαγαζιά στην Ακαδημίας.
Μία μεσόκοπη γυναίκα με ρούχα   κακοταιριασμένα και το 'να χέρι της χωμένο στου κάδου τα σκουπίδια, γύρισε και τον κοίταξε καλά καλά.
 Ο Γιάννης έστριψε στη γωνιά του δρόμου και ξεφύσηξε ανακουφισμένος· τέτοιες εποχές δεν ήταν να λες τι σκέφτεσαι μπροστά σε αγνώστους. Προχωρώντας λίγο παρακάτω βρέθηκε  ανάμεσα σε μια ομάδα διαδηλωτών, θα 'ταν δε θα 'τανε καμιά διακοσαριά. Πού και πού φώναζαν ένα απ' τα γνωστά συνθήματα που ακούγονταν σε κάθε είδους πορεία, διαμαρτυρία, συλλαλητήριο. Στάθηκε μια στιγμή από περιέργεια να διαβάσει το πανό τους – η τράπεζα τους είχε συγχωνευτεί και χάσαν τις δουλειές τους. Δεν έμεινε παραπάνω να δει τη συνέχεια, άλλωστε αυτή ήτανε προδιαγεγραμμένη· σε λίγο θα τους στρίμωχναν σε μιαν άκρη του δρόμου, κι αυτοί αποκαρδιωμένοι απ' την αδιαφορία του κόσμου,  σίγουροι ότι δε βγάζει πουθενά κι έτσι κουρασμένοι από τη ορθοστασία, θα το διέλυναν «σιγά σιγά και ησύχως».
Αναρωτήθηκε αν τούτες οι μικρές ομάδες διαμαρτυρίας έστω μαντεύαν τί δύναμη κρατούν εν τη ενώσει τους. Ήξερε όμως πως γι' αυτό, αν ήτανε ποτέ ο καιρός, δεν ήταν τώρα. Έσμιξε τα χείλη του, και όπως τίναξε μηχανικά τους ώμους προς τα μπρος, ένιωσε ξαφνικά βαρύς. Είχε αρχίσει να του φαίνεται ότι το να φτάσει με τα πόδια δεν ήταν τόσο έξυπνη ιδέα. Βέβαια είχε φυλάξει και ήταν κατάλληλα ντυμένος, άνετος με τα  μαύρα του γυαλιά κόντρα στη σταχτιά αντηλιά, είχε όμως κουραστεί, και, όσο για να πάρει το μετρό, με τόσο κόσμο ούτε να το διανοηθεί δεν ήθελε. Προσπερνώντας το περίπτερο, έτρεξε με την άκρη του ματιού τους τίτλους των εφημερίδων: «Οι καρχαρίες της Ευρώπης σώζουν τα ψάρια του Νότου», «Ηλίθιο πείραμα», «Οι αλλαγές του Νέου Μνημονίου», πρόλαβε να διαβάσει. Ο περιπτεράς μίλαγε χαμηλόφωνα με κάποιον που αγόραζε τσιγάρα:
«Δραματική η κατάσταση, πού πάμε δεν ξέρω»
«Διάβασε εδώ, άμα τυχόν και δεν τα συμφωνήσουν... Να, και στην Κύπρο τα είδες τί
περάσανε;»
Σήκωσε το γιακά του και συνέχισε στο δρόμο του με βήμα ταχύτερο, σπρωγμένος από μια αδιόρατη ορμή (ήταν θυμός; ήτανε ένστικτο;). Περιμένοντας να περάσει απέναντι τη Βασιλίσσης Σοφίας, ένιωσε να ποτίζεται από μιαν ανυπόμονη ανάγκη να σμίξει με τους υπόλοιπους που τον περίμεναν από την άλλη πλευρά του δρόμου, να ενωθεί με κείνους.  Στο φανάρι ένας νεαρός καθισμένος στο νωπό πεζοδρόμιο κράταγε την ταυτότητά του και έπιανε στα παρακάλια τους σταματημένους: «Είμαι άστεγος εδώ και πέντε μήνες, κοιμάμαι μέσα σε μία εκκλησία, ζητώ μια βοήθεια, έχω χάσει τη δουλειά μου, κύριε, έχω χάσει το σπίτι μου...».

Πράσινο. Ξεμακραίνοντας από τις φωνές, ένιωσε την περιπόθητη ελευθερία να πλημμυρίζει τα μέλη του. Ελαφρύς πια, έβγαλε τα μαύρα του γυαλιά, χαμογέλασε στο φρουρό, και μπήκε στη Βουλή. 

____________________________________________
Της έντυπης έκδοσης: ΣΟΔΕΙΑ αρ.17 [φθινόπωρο 2013]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news