Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Το τζιτζίκι και το καντήλι

Γράφει η Μαρία Ροδοπούλου

Να φοβάσαι  τους λάτρεις των άψυχων πραγμάτων,
τους προσκυνητές 
που ποτέ δεν ανακάλυψαν τους Ιερούς Τόπους
και αναγκάστηκαν να τους εφεύρουν



Μικροκαμωμένη ήταν, με ψαρά μαλλιά και με στόμα γεμάτο ελλείψεις από τις συνεχείς καταθέσεις στον σπάταλο γύφτο.
Μικρά μάτια βαθουλωμένα στις κόγχες με κοίταζαν με την μοναδική σκληρότητα της καλοσύνης που αποκτάς μέσα από χρόνιες λιτανείες και γονυκλισίες στους βωμούς που άλλοι έχτισαν και άλλοι θυσιάστηκαν. Αυγουστιάτικο βράδυ γεμάτο από τις μυρουδιές του γιασεμιού και της εγκυμονούσης κληματαριάς και με ένα αεράκι που με έκανε να ανασαίνω πιο εύκολα απ’ ότι
μου επιτρέπουν τα χρησιμοποιημένα μου πια , πνευμόνια.
«Ανοίγω το οστεοφυλάκιο μια φορά το μήνα και κοιτάζω των αγαπημένων τ’  απομεινάρια. Τους μιλώ και νιώθω ότι ακουμπώ το χέρι μου στην σάρκα που κάποτε στόλιζε τα λευκά οστά» είπε η διπλανή της, μια ηλικιωμένη υπέρβαρη γυναίκα.
Χωρίς να το θέλω κοίταξα τα πόδια της. Πρησμένα γεμάτα φλέβες,
φαινόταν πως το αίμα ήθελε με την βία να βγει μέσα από το συσσωρευμένο λίπος.  Τα μάτια της όμως, α! τα μάτια της ήταν οξυγόνο. Κάστανα, βελούδινα, άψητα θαρρείς ακόμα κι ας βάραιναν τα πόδια από την σιτεμένη σάρκα.
«Εγώ κάθε βράδυ ανάβω το καντήλι κάτω από την εικόνα Της»
είπε η κ. Στενά Μάτια σταυροκοπούμενη. 
«Για ποιόν λόγο;» κατάφερα να ψελλίσω κι ας με σκούντησε η κ. Κάστανα διακριτικά. 
«Ε, τι για ποιόν λόγο; Έτσι πρέπει ! Η Εικόνα Της δεν αντέχει το σκοτάδι. » μου απάντησε επικριτικά. 
«Είχα την εντύπωση πως η ψυχή δεν αντέχει και όχι το λανθάνον αποτύπωμα της ανθρώπινης φαντασίας» απάντησα για να εισπράξω άλλη μια φιλική σκουντιά. Ένα θαρραλέο τζιτζίκι προσγειώθηκε στο τραπέζι εκείνη την στιγμή ακριβώς κάτω από την λάμπα. Με το φως άπλετο πάνω του, φάνηκε σαν από μηχανής θεός.  Δεν είχα προσέξει ξανά τα φτερά του τζιτζικιού.
Μεταξένια, ιριδίζοντα θύμιζαν πέπλα που καλύπτουν ντροπαλό σώμα. Όλοι οι συνδαιτυμόνες αναπήδησαν τρομαγμένοι από το τρομαχτικό τζιτζίκι την ώρα που εκείνο κελάηδησε με κείνη την παράφωνη μα τόσο ξεχωριστή φωνή του. Η κ. Κάστανα, θαρραλέα το έπιασε τρυφερά στις φούχτες της και σηκώθηκε να το αφήσει πάνω στην κληματαριά όταν ξάφνου η κ. Καντήλι της φώναξε
«Όχι , μην το αφήνεις. Θα του βγάλουμε τα φτερά και θα το αφήσουμε πάνω στο τραπέζι να χορεύει. Είναι πολύ αστείο να το βλέπεις όταν προσπαθεί να πετάξει χωρίς φτερά»
Η κ. Κάστανα την κοίταξε αηδιασμένη και άφησε το τζιτζίκι να φύγει αλαφιασμένο. «Την επόμενη φορά που θ’ ανάψεις το καντήλι σου, φρόντισε να έχεις παρέα και καμιά δεκαριά άφτερα τζιτζίκια να χορεύουν κλακέτες και να ψάλλουν για το άσπλαχνο φως σου» της είπε. Και λέγοντας βιαστικά καληνύχτα έφυγε με γοργά βήματα. 
Εκείνη την νύχτα δεν είχε καθόλου φεγγάρι αλλά ένα μοναδικό φως πλημμύριζε την ανάλαφρη, παρόλο το βάρος, περπατησιά της.

Στους σεβόμενους τα φτερά της κάθε ψυχής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news