Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Με φωνάζουν: Σκιά [Της Δήμητρας Αναστασιάδη] - ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

Ήρθα! Είμαι εδώ! Σε ένα ξένο τόπο. Υπεκφεύγω. Αλλά ήρθα και είμαι εδώ! Μακάρι να μην γνώριζα κανένα! Nα μην ερχόμουν, να παλινδρομούσα, να γύριζα πίσω. Μα ήρθα και είμαι εδώ!  Ολότελα ξένη.  Γλιτώνω περιττούς χαιρετισμούς και συστάσεις όμως δεν γλιτώνω όσων με ακολουθούν. Τα κουβαλώ όλα τα αόρατα εντός μου.  Έρχονται κάθε βράδυ μου σφίγγουν τα χέρια, γραπώνονται και βγαίνουν στην πόλη μαζί μου. Όπου και αν πάω τα κουβαλώ. Μ’ ακολουθούν. Μάλλον πληγές από μνήμες αλύτρωτες. Σκιές που  βάζουν φωτιά στο σπίτι. Μου καλλιεργούν το φόβο. Πως μια μέρα  θα γυρίσω και θα βρω όλη την περιουσία μου καμένη. Από σκιά.  


  Έτσι αλλάζω τόπο κάθε τόσο να μη με βρουν. Παρόλο που μες τις σκιές ζούμε σαν οικογένεια. Πλέκαμε ιστορίες. Με ή χωρίς αυτές το ίδιο έκανα πάντα. Εμμονή η πλοκή και η ιστορία. Πως κάποιος περίμενε το τραίνο και πως αυτός δεν διέφερε σε τίποτα από τον ζητιάνο που έμενε πάντα στο σταθμό της Pont dellAlma. Μια γριά κοίταγε από το παράθυρο τη ζωή της άλλης και δε ζούσε.  Το παιδί τρομαγμένο στη γωνία ρώταγε θυμωμένο όπως ένας ποιητής. Μετά ένα ζευγάρι. Εμείς οι δύο σαν φωτογραφία.   Περιμένουμε, ακουμπισμένοι στις γέφυρες της Bruges με υπεροψία κοιτάμε ένα τραίνο ή  ο ένας τον άλλον. Μου λες: «Αυτές ήταν οι σκέψεις  των ηρώων που είχες μέσα στο συρτάρι σου χρόνια». Μου λες:  «έπρεπε να πάμε στην επόμενη στάση για να ακούσουμε  το πριόνι  στο Boulevard Saint-Michel».  «Γιατί; Αντέχεις;» ρωτώ. Δεν έχει σημασία σε ποια στάση κατεβαίνουμε, σημασία έχει ότι εμείς είμαστε κάτοικοι μιας πόλης που μας ξεχνάει. Δε μας χωράει  αυτός ο τόπος. Ήθελαν να είχαν την πόλη  δικιά τους. Όμως επεδίωκαν τον κίνδυνο χωρίς να το γνωρίζουν. Εμείς  εξακολουθούσαμε  με περιπάτους, τις υπεκφυγές και αφήναμε να περνά  ανάμεσά μας άλλοτε ένας δρόμος, μια ήπειρος άλλοτε ένα πλήθος ανθρώπων μια καρέκλα άδεια και τόσος χρόνος. Δεν είχε σημασία. Πάντα αφήναμε κάτι που έπρεπε να μπαίνει ανάμεσά μας για να αποφευχθεί το έλεος. Ο μάταιος έρωτας μας διδάσκει. Έτσι αποφεύγαμε  τα πάθη και χανόμαστε σε φανταστικούς διαλόγους. Δεν ξεφεύγαμε εύκολα του φόβου και των δραμάτων  που έφτιαχνε ανάμεσα στα σκεπάσματα της ψυχής. Στρατιές λογισμών μας περίμεναν. Φυλλοροεί η δύναμη της προσευχής και ο φόβος. Μετάνιωνε η φύση και ο καιρός. Μετάνοια και πάλι απελπισία και πάλι προσευχή. Στη μέση της πλατείας ή στη μέση μιας ξένης πόλης, σκέφτομαι συχνά έναν γονατισμένο νέο να κάνει τον σταυρό του και να φυλά το χώμα. Άραγε μετανοεί; ελπίζει; Ανοίγαμε συνομιλίες  με Κείνον και του λέγαμε πως είναι καιρός να τελειώνουμε με τα φαντάσματα και τις καταστροφές. Πως ήταν καιρός να μας αφήσει σε ένα λιμάνι, έστω μια αμμουδιά, ένα τόπο λατρείας, μια αγκαλιά.

  Αλλά είχαμε μείνει ρέστοι και μπαρκαρισμένοι και ούτε τα ναύλα μας έφταναν για άλλες ιστορίες.  Φταίγαμε. Συνεχώς πάνω στα ίδια λάθη στις ίδιες αμαρτίες χτίζαμε το πρόσωπό μας. Για τους έρωτες που δεν ήταν έρωτες. Για τα λόγια που  είπαμε και δεν ήταν δικά μας. Για τα γράμματα που ήταν γράμματα άλλων. Για τις πλάνες που μπήκαμε και στην ουσία παγιδεύαμε για ακόμη μία φορά  τον εαυτό μας. Ήταν αργά και η ερημιά μας είχε απλωθεί από εδώ μέχρι τη χώρα μας. Ο κόσμος έγινε απέραντος και εγώ μίκραινα διαρκώς. Όλα γινόντουσαν τόσο πολύ και τόσο λίγο, και γυρνούσαμε ξανά στις εικόνες που μεταφέραμε πάντα μαζί μας σε κάθε ταξίδι. Ζητούσαμε κουράγιο από τις μορφές. Όμως το ξύλο δεν είχε φωνή.  Ζητούσαμε συγχώρεση και φωνή ξανά δεν υπήρχε. Και αντέχαμε τις πιο οδυνηρές σκέψεις όλο απάθεια. Περπατούσαμε στο δρόμο και παίζαμε  τους ανέμελους περιπατητές, τους αδαείς, τους νηφάλιους και στην πρώτη στροφή της κεφαλής, τα μάτια βούρκωναν γιατί δεν είχε η ζωή τίποτα από τον λούστρο και την γυαλάδα που τα μάτια γύρω αντίκρισαν. Τα μάτια κομμάτια.

  Ζητιάνοι. Αδύνατο ν’ αγαπηθούν. Αδύνατο  ν’ αγαπήσουν. Έκρυβαν με επιμέλεια τα κομμάτια τους μέσα σε κουρέλια. Πόσο συγγενεύω μ’ αυτούς! Εκείνοι όμως τουλάχιστον ζήτησαν, ζήταγαν. Άπλωναν το χέρι και ζητούσαν βοήθεια, ούτε για αυτό δεν ήμασταν ικανοί. Αντίθετα εμείς, όλο έκπληξη κοιτάγαμε το αγγείο με το στόμα ορθάνοιχτο και τα μάτια ορθάνοιχτα, μέναμε βουβοί χωρίς λέξη μια λέξη έστω να πούμε: βοήθεια! Αυτή η φωνή μας διαπερνούσε! Όπως μας διαπερνούσε  ο καημός του γράμματος. Αλλά μήπως και αυτό ήταν ένα μέγιστο ψέμα; Η καθαρή αλήθεια είναι πως τα βάσανα βάθαιναν την γραμμή του περιπάτου μας και λόγω αυτής της γραμμής είχαμε αρχίσει εδώ και χρόνια την περιγραφή του τοπίου. Ανέξοδο το ύφος μας και ο λόγος μας σώπαινε στα πιο γλιστερά σημεία. Μιλάμε για το τοπίο και είναι ο τόπος της καρδιάς. Υποκρισία.

  Δωμάτια. Αυτά είναι τα πιο άσχημα δωμάτια του κόσμου. Οι τοίχοι γράφουν την ψυχική μας κάκωση. Το χρώμα τους είναι άξιο του ψυχικού μας βίου. Έτσι διαμορφώθηκε το ήθος μας. Μαύρο και κίτρινο ήθος. Σαπίλα. Οι τοίχοι αυτοί  φιλοξενούν την απάθεια και κρύβουν τα μέγιστα που έρχονται. Τι γυρεύουμε τόσοι άνθρωποι  στριμωγμένοι σε στενά δωμάτια; Σιωπές στους διαδρόμους, περάσματα της λήθης. Ζούσα ξανά μια ακρόαση αλλά έγινε παράταιρη  σιωπή. Ας φωνάξει κάποιος δυνατά: βοήθεια με τα χέρια ψηλά!
Τότε ήρθαν κάποιοι και μας είπαν πως γνώριζαν  το σκοτεινό της ψυχής: τι μάταιη φιλοσοφία. Πως ξέρουν από  πόνο. Τότε ήρθαν και μας φόρτωσαν  τα δικά τους παράπονα και φορτωθήκαμε και άλλα άλλων βάσανα και άλλα. Σκοτάδι ξανά. Δεν ένιωσα καλύτερα. Βγήκαμε ξανά έξω. Στην πόλη. Η ψυχή μας δεν ανάσαινε, παρ’  όλες τις θεωρίες περί ανάσας, έβγαινε μόνο μαύρο και μας τύλιγε στο κεφάλι και στα γόνατα. Θέλαμε να φύγει. Ανοίγουμε το βήμα και το βίωμα. Εκεί όλες οι θεωρίες σκοντάφτουν. Θέλαμε να ντυθούμε στα λευκά, να πετάξουμε, να ερωτευτούμε αλλά τίποτα από αυτά δεν γινόταν. Μόνο μαύρο σκοτάδι και αμαρτία και ερημία πάση. Παύση  και πόνος ψυχής. Φτιάχναμε παραμύθια  πως η λογοτεχνία θέλει καημό! Όμως σκουλήκι ο Νταλκάς ο μέγας και ισορροπία δεν φέρνει. Σε ρημάζει βαθιά και ξεχνά να σε σηκώσει. Ω! πόσες παρατηρήσεις στο τίποτα γράφαμε. Πόσα προγράμματα, σχέδια, υπολογισμούς και πόσο η ψυχή μας έτρεμε, για αυτό  δεν μίλησε τόσο καιρό. «Να βρούμε τα όρια.» «Υπάρχουν όρια, στις παρυφές των ορίων γράφουμε.» «Να γίνουμε ήρωες.» «Σπάμε τα όρια και μπουκάρουμε να δείξουμε τι αξίζουμε.» Όμως γέλια τρανταχτά!!

  Η άλλη επιλογή ήταν εκεί να ομολογήσεις ή να παραδοθείς στο Θεό. Ο Θεός θέλει ψυχές ν’ αντέχουν τα ψηλά και τη δοκιμασία. Να μην σπάνε. Μόνο ο εγωισμός να σπάει. Τι δύσκολο να σπάσει το εγώ! Χιλιάδες σπασμένα εγώ συνωστίζονται απ’ έξω να μπουν. Αντί να λυπούνται περιμένουν να τους δοθεί μια έκρηξη θυμού, μια αφορμή να αρχίσουν  να λένε. Παγίδα όμως ο εγωισμός. Αρχίζουν μονόλογοι «εγώ που ήμουν» και «εγώ που είμαι». «Σε εμένα!!», «εγώ ο ταπεινός». Κάποιος γελάει δυνατά!

  Ω! θα βρω το ήθος  ν’ αντέξω. Την  δύναμη να βρω ξανά. Χάθηκα στη μέση του κόσμου. Εγώ, εμείς και όλοι οι δρόμοι. Μείναμε άδειοι σκυφτοί σιωπηλοί και χορεύαμε.  Χορός και μετά πέφταμε κάτω ξεροί κουρασμένοι, ερείπια. Ήταν ο καιρός να αρχίσουμε κουβέντα με το Θεό. Μπορούσε να ακούσει τώρα. Τώρα πια είχα τόσα να του πω:
«Κάναμε το κρίμα και το άδικο φιλοσοφία. Ο κυνισμός και το μηδέν χτύπαγε πρώτα εμάς.  Η ερημιά μας απλώθηκε  παντού. Μέσα μας  μια έρημη χώρα κατοικείται» με αυτές τις λέξεις θα άρχισα  την αφήγηση μου. Θα του μίλαγα για τη ιδεολογία του τότε: «Ω! Τότε, ήταν καλό να είσαι χαμένος, να καταστρέφεις τον εαυτό σου από εγωισμό. Τότε όσο πιο γρήγορα ξεπέρναγες τους έρωτες σου και τις πληγές σου τόσο έβγαινες μπροστά. Τότε κέρδισες χωρίς αιδώ, ήσουν γρήγορος. Τότε τις σκιές δεν τις αναγνώριζε κανείς. Ω! τότε μέσα μου ζούσα αλλού. Το πάθος και το ήθος ήταν καρφί. Όποιος σακάτευε τον άλλον πρώτος ήταν ο νικητής και όποιος μίλαγε για αγάπη χάλαγε την πιάτσα.» «Καιρός, πολιτισμός και πρόοδος ήταν το σύνθημα μας και όλοι βγαίνανε μπροστά διεκδικώντας αέρα.»

  Τότε, γιατί το τώρα δεν μετρά. Πέσανε οι μάσκες και οι χαρές ντυθήκανε μαύρες χαρές. Φαντάσματα, βαμπίρ, παρείσακτοι και σκιές ανακατεύονται σε ένα πάρτι μεταμφιέσεων. Χαλασμός, ο ένας πατάει τον άλλον. Βοήθεια φωνάζουν οι νεκροί και ποιος να ακούσει  από την κόλαση. Τη ανάσταση στον Άδη είχα μέσα μου προορισμό και που να το πω! Όμως αυτό ζητούσα! Η ζωή εκεί περιγράφεται στην Ανάστασή της και δεν είναι κρυμμένο μυστικό. 

  Το σώμα  πληγή από αιμορραγία γυναίκας. H αλήθεια  κρυμμένη. Δεν γνωρίζουμε τίποτα. Ούτε έρευνες κάνουμε. Είμαστε από καιρό αδύναμοι. Ανόητοι. Απροσπέλαστοι. Επαναστάτες της ζωής με ρομαντικές εμπειρίες.  Ουτοπιστές μαλάκες! Τι αδικία!!! Τι μεγάλη  πρόκληση προσώπων η ζωή.  Μαθαίνουμε στο παράπονο. Μαχητές.  Πληρώνουμε τη αγριότητα μας.  Δύσκολη αποστολή. Το δύσκολο είναι η ειρήνευση. Με αγιάτρευτα τα στήθη, η πληγή να γιατρευτεί αν υπάρχει γιατρειά. Υπάρχει κλεισμένη πληγή. Τραύμα βαθύ και βουβό. Το στόμα μία έξοδος με ένα ΟΧΙ σπρωγμένο. Και οι γονυκλισίες είναι η μεγαλύτερη δόξα στον Θεό και στον άνθρωπο. Σέρνομαι. «Μην πέφτεις, εσύ μην πέφτεις» εκείνη, με διατάζει ξανά. Πέφτω και σηκώνομαι ξανά και ξανά. Πολλές φορές αυτή είναι η πορεία μου. Η Αφήγηση κινά για πού; Ζωής παρακίνηση. Παρεκτροπή και πόνος. Ο λόγος δανεικός. Δανεικός και αγύριστος.

  Βραδινή επιστροφή. Η μάνα περιμένει πάντα. «Μήπως κτύπησες;»  «Πάλι κλαίς;» «τι γράφεις;»  Ο εραστής μου ουρανοκατέβατος με προτρέπει να προσευχηθούμε μαζί:
«Πάτερ ημών» εσύ μας γνώριζες, «ο εν τοις ουρανοίς», σε γη και ουρανό άκουσέ μας, «αγιασθήτω το όνομα Σου» εμάς τους αμαρτωλούς, «ελθέτω η βασιλεία σου» εμάς τους ανάξιους «γεννηθήτω το θέλημά σου», αυτή είναι η αγάπη μας, «ως εν ουρανών και επί της γης» αγαπιόμαστε, «τον άρτον υμών τον επιούσιον» γι’ αυτή την αγάπη ζούμε, «δοσ’ υμίν σήμερον» σώσε μας, « και αφεσ’ υμίν τα οφειλήματα υμών» διώξε τους λογισμούς μας, «και μείς εισενέγκι σ’ υμάς» τους φόβους μας νίκησε «εις πειρασμόν» και τους πειρασμούς μας  «αλλά ρήσαι υμάς από του πονηρού» Ελευθέρωσέ μας Αμήν.

  Κάθισα και μέτρησα τις αντοχές μου Παρίσι, Χριστούγεννα 1992. Η λύπη αλλάζει με τη χαρά. Η απελπισία ντύνεται τα ρούχα του ενθουσιασμού. Όνειρα ρημάδια. Αντέχω πολλά. Ερημία. Παντού με κατατρέχουν  αμαρτίες και άδικα. Το σώμα φλέγεται. Κείνο που δεν αντέχω είναι η ερημία μου. Ποθώ ν’ αγαπηθώ, αλλά και αυτό πόνο φέρνει. Με  διώκουν  οι αμαρτίες και τα άδικα του κόσμου. Υπομένω και αντέχω. Όλο αστοχία περπατώ. Εξόριστη στη μέση του κόσμου, πηγαίνω. Αμετάδοτο το ρήμα μου. Χωρίς βασίλειο και υπηκόους. Χωρίς τελικά εαυτό. Χωρίς τίποτα. Με μόνο το πρόσωπο που άντεχε και το σώμα που αρκούσε. Λιγοστεύουν  τα κλάματα. Αρχίζουν  οι μετάνοιες και τα  εγκλήματα ξανά.  Πρώτο θύμα ο εαυτός μου και  θύτης εγώ.

  Κατηγορώ: Ας τελείωνε επιτέλους η περιπλάνηση του πένθους. Εδώ.
  Ας κάναμε μια συμφωνία. Να δώσουμε ονόματα και τα χέρια.

  Με φωνάζουν: Σκιά.

  Εσάς;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news