Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ευαγγελία Πατεράκη "Η ανατρεπτική μονομάχος της ποίησης"


Η Ευαγγελία Πατεράκη επανέρχεται
μες στο 2013 με ένα συγκλονιστικό και ανατρεπτικό βιβλίο καταδικάζοντας την βίαιη εποχή που ζούμε. Η Ευαγγελία Πατεράκη είναι ο Μονομάχος. Το μόνο φύλο που πολεμάει την διαφθορά, το μίσος, τον ρατσισμό και την κοινωνική αδικία.


[βιογραφικό] 
Στην πόλη του Χάους, όταν ακόμα έπαιρνε, Οκτώβρη, να χιονίζει, γεννήθηκα: Αθήνα.
Με ρήγματα, τριγμούς, σεισμούς, και όνειρα μύρια.
Αντάρτης πάντα στα όλα τα κατεστημένα, που μας βουλιάζουν.
Πυροτεχνουργός, και ξυλογλύπτης σκληρών Στιγμών.
Όνομα; Ευαγγελία Πατεράκη, με ψευδώνυμο: Προμηθεύς Πυρφόρος
και βιβλία τέσσερα των μικρών μου αιώνων:
«Ενδιάμεσος Αντίλαλος» - εκδόσεις: Ίδμων
«ο δραπέτης» - εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος

«η διαθήκη μου * το Ένα*» - εκδόσεις Βακχικόν
«Φύλο: Μονομάχος»  - εκδόσεις Βακχικόν,

σε χρόνους  μανιασμένους, που τους προσπέρασα, πριν με προσπεράσουν.

ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ «Φύλο: Μονομάχος»

από σελίδα αφιερώσεων, έτσι έγραψα:
________ Ακρωτηριάστηκε ο Αχιλλέας, κι έτσι δεν έχει φτέρνα να του σημαδέψεις!

Σ’ εκείνους,

που νομίζουν χαμένους,

και Νικούν

απ’ τα περιθώρια

που τους ορίζουν

απροσκύνητους.



Σ’ όποιον αντέχει να με σηκώνει,

στους γονείς μου.



«Βράδιαζε συχνά. Βραδιάζει συνέχεια. Έμεινε το βράδυ. Κάποιοι, πάντα εγώ, τραγουδήσαμε τις νύχτες, μαζί με τα τζιτζίκια. Οι γρύλοι έχουν άπειρες στενάξει, στις άριές μας,  παραφωνίες. Ένα «χρατς» αγανάχτησης - μαχαίρι που σκίζει ανελέητα τις ίνες τις νυχτερινές. Πάντα τα πρωινά - το έχω δηλωμένο από καιρό, σαν πόθεν έσχες - υπνοβατούσα και παραμίλαγα - πάει αιώνας που έκοψα τη συνήθεια, και απεργώ εν ανεργία. Έτσι, μπορώ να κοιμάμαι ανελλιπώς, και ανεπηρέαστα.
Έμεινε το βράδυ. Για τα όνειρα, που φύλλο και φτερό ασώτεψαν, και ακόμη δεν γύρισαν. Κάποτε, είπα να βγω στο κατόπι τους. Τολμώ να δηλώσω: Έσπασα από θερμοπληξίες, κι ας μη λογάριασα ποτέ κινδύνους. Δεν άντεξε η οδοντοστοιχία: Σαν το γύφτο έτρεμα παγωμένος, κι έξω, και μέσα, κόχλαζαν τα νερά. Έπεσαν τα δόντια όλα, ένα ένα, κι έμεινα ξέφραγος. Κι εκεί πάνω, μου την έπεσαν οι μέλισσες. Φρικιά καταρρακτώδη ντυμένα πέταγμα. Μα ήταν απόκριες, και τα στενά ράγισαν απ' το σωρό των προσωπείων.
Αγκαλιά μ' ένα παράθυρο, ένα επαρκές κομμάτι σκοινί, και τα καρφιά μου, δηλώνω εισοδήματα μηδέν. Φορολογούμαι στο όλον. Σκέφτομαι να στείλω φιλιά στα βράδια που με συντρόφευσαν, δίχως να με πουλήσουν, και να γίνω ντουβάρι σιωπηλό. Όταν περάσουν οι εποχές μας, θα με ανιχνεύσουν σαν τις πυραμίδες. Κειμήλιο παλιών καρναβαλιών, ή άπορος βραδινός επισκέπτης. Κάτι πάντως σίγουρα.»


«Κάτι φτερά π' αδημονούν να χαϊδέψουν την τυράγνια μου.  Ο ύπνος πυροβατεί.  Οι γυναίκες του λάθους εγείρονται, εν ώρα μεσάνυχτα. Δαγκώνω τα χείλη μου - ματώνω ανάγκες. Με μαγκωμένα χτυποκάρδια, πάλι βόλτες στο φεγγάρι. Μου την πέφτουν εφιάλτες, και χάνεται το φεγγάρι. Τραβηγμένα μαλλιά τα κύματα, κι η θάλασσα, πουτάνα, στήθηκε πάλι στα στενά - όλα τα έπιασε δικά της, και με πίνει. Την πίνω λαίμαργα, κι ένα ακόμα καλοκαίρι. Η άμμος ακίνητη πετρώνει. Πώς είναι τάχα μου οι ζωντανοί -;- Σαμποτάζ στην ομίχλη -;- Δεν έρχεσαι. Μάλλον άδειασες από οδούς. Η ποιότητα αλλοτριώνεται, κι οι εικόνες σκύβουν. Είναι λάφυρα οι κραυγές όταν μ' έσκιζαν τα πάθη. Η αυλαία κατέρρευσε.»

 «Θ' αφήσω μόνο μια φλέβα ανοιχτή. Το παράθυρο θα χτυπά άνεμο -
αν κρυώσεις μπορείς να το κλείσεις, όπως ένα βιβλίο, που σε τρομάζει. Ουδέν το πρόβλημα. Το τέλος φιλεύει θάλασσα. Περιθώρια υπάρχουν πάντα για τους σκοτεινούς. Φεγγάρια πολλά για τους περαστικούς. Σιωπή δε βλέπεις κάπου. Τρικυμίες όπλων, που εμπορεύονται δόξες. Πονούν τα μάτια μόνο. Σα να νυστάζουν τα οράματα ή θέλουν τρενάκια φυγής. Ορθοπεταλιές στριμώχνω στων δονήσεων τις αγκαλιές. Ξεγελιέσαι που ταξιδεύω φυγή. Την παίρνω στο κρεβάτι μου - ανεμόπτερο του ύπνου. Μην ξεχνάς να γελάς τις νύχτες. Κι αν χάνεις τους δρόμους, φρόντισε να καρφώσεις τελεία τη σελήνη σου στον κύκλο της φωνής σου. Και μην πεις ότι εγώ δεν σου μίλησα -!-

Νιώθω το τέλος και διαλύομαι. Η σιωπή παρασιώπησε κι έδωσε φτερά στον ολοκληρωτισμό. Οι πορείες έχασαν τους δρόμους τους, γλιστρώντας στα αίματα. Οι πόλεις κουράστηκαν να μας σηκώνουν. Τρύπες παντού.. Κι εσύ εκεί. Ανήλιαγος.

Ο Άναρχος Ποιητής μετράει κύματα. Κυματίζουν τα πέλαγα. Οι ωκεανοί μουγκρίζουν καλπασμούς φιλιών. Γλώσσες υπερκόσμιες ατιθασεύουν. Μετράς υγρασία.  Σπας – μετρονόμος άχρηστος, όταν σπαράζουν τα πάντα. Σπαράζουν τα κορμιά, και χύνονται άλικες ψυχές – κραυγές φεγγαριών, σε ένα χάος, που έπνιξε τον έρωτα.

Μένει ο Ποιητής. Αφρίζει. Είναι ο οργασμός της ουτοπίας, που άστραψε ήδη την άλλη ζωή..



_____________ Δε στάθηκες ποτέ. Σαν τη δημοκρατία που λικνίζεται στα μυαλά των δραματουργών. Σε πίστεψαν τα τρένα μόνο στις λιποθυμίες των εραστών, με τα ρολόγια σαδιστές των οίκτων για πάντα. Κάπου αρμένιζες ουτοπία, να υπάρχει φωνή, ν' ακουγόμαστε. Κι άρχιζα να διπλώνω αγκαλιές ασιδέρωτες. Οι θάλασσες κάποτε θυμώνουν δεν στο ΄πα -;- Τι έχω -;- Τι χάνω -;- Όλα ή τίποτα -!- Καφέ άνευ παρακαλώ! Δεν υπάρχει δημοκρατία! Ακούς;

___________ Κι όταν οι ποιητές δάγκωσαν το μήλο της απόγνωσης, γύρισαν πλάτη στο Χάος, και κλείστηκαν στα κελιά τους - προθήκες μουσείων μεγάλης επισκεψιμότητας.
Πάραυτα μελοποιούνται σε βασιλικές αυλές. Έξω ρίχνει χαλάζι.

___________ Όμως, το ταξίδι, που λέγαμε, το πήρα μόνος στην πλάτη - το στρώμα μαζί, κι ένα μισοφέγγαρο μαξιλάρι - σαλιωμένο προδοσία. Τα λόγια διατείνονται ανυπαρξία στην ανάπαυλα των υδάτων. Άτακτη στιγμή, άτακτες στιγμές. Πάντα δίχως πανωφόρι αφήνω το τόπι μου να κυλήσει. Χορευτής Ένας - χορόδραμα η ζωή. Και προβολέας Ένας -ακολουθεί φλύαρα. Τα περβόλια αργούν. Τα κορίτσια αργούν. Οι παπαρούνες εκθειάζουν αντάρτικα τις τρικυμίες του αίματος. Πράξη μία. Λέξη μία. Μονομάχος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Κι ας λένε. Πάντα ανερμήνευτος εξάλλου ο καημός των φεγγαριών, και μάλλον παρεξηγημένος -φύλο ανεξήγητον πολλάκις. Φύλο μονομάχος, ανάμεσα στον όχλο που κουρδίζεται, για να χειροκροτεί την ώρα που πέφτεις στο πεδίο της μάχης. Κι η γη - να μην το παραλείψω να σου πω∙ στο υστερόγραφο, η γη είναι η μόνη πρόθυμη ερωμένη όλων μας.»

«Νύχτα στη νύχτα της γιορτής του φεγγαριού. Την ώρα που οι Νεκροί Ποιητές σκίζουν το χρόνο με το βλέμμα. Κοιτάζομαι κατάματα μαζί με τη χλομάδα. Κάποιος ίσως πει όνειρο!.. Εγώ λέω Εξομολόγησή μου, κι Αλήθεια μου:

Τόσα λάθη! Τόσα πάθη! Τόσοι χοροί! Πόσοι θάνατοι!... Ποιος είναι ο πιο μεγάλος; Ο πρώτος! Ύστερα, βίαια, βυθίζω το μαχαίρι. Παντού, ανοιγμένες σάρκες, σκονισμένες φλέβες, σπασμένο το κρανίο. Διαμελίζομαι. Δεν τρέμω. Θυμωμένος άνεμος κοντράρεται μαζί μου.

"Ποιος είσαι εσύ;" μου λέει, "Που θα ρημάξεις το βλέμμα των προγόνων σου; Τόσες ζωές!..."

"Είμαι ο πρώτος!" απαντώ "κι ο τελευταίος! Εγώ τεντώνομαι! Εγώ σπάζω! Δε με μαχαιρώνουν. Μαχαιρώνομαι. Να κυλήσει το αίμα. Ν' ακουστούν οι βοές!"

"Δεν έχεις το δικαίωμα! Απελπίζεσαι"

"Δεν απελπίζομαι. Φωλιάζω στη Ζωή μου! Μ' ακούς; Ερωτεύομαι και πεθαίνω!"

Δεν είμαι ποιητής.

Αφρίζοντα αιμάτινα κύματα είμαι!

Τα σπλάχνα μου είμαι!

Φέρνω φωτιά και καίγομαι!..

Φέρω τσεκούρι και κομματιάζομαι!

Δε γνωρίζω αριθμούς. Δε γνωρίζω γράμματα.

Πατώ τη γης κι ανεβάζω ρίχτερ στο σύμπαν.

Κάθε που πεθαίνω,

ένα γιοφύρι στήνω στο χάος...

Κάθε που πονάω,

φιλιώνω με το φιλί...

Αποχωρίζομαι, χωρίζομαι και πάω...

Ατέρμονο το ταξίδι των θανάτων...

Δεν έχω πρώτο, δεν έχω τελευταίο...

Ο νεκρός ανοίγεται στους ουρανούς

πιο μάχιμος, πιο γενναίος!..

Σε συνάντησα βροχή

με ρίζωσες στο στέρνο σου

με κάλεσες και απλώθηκα.»


«Για να μη γίνω ο αμνός της σιωπής μου, αντιστέκομαι!
Έτσι, Ανέκδοτος Μονομάχος, περαστικός - οι άνθρωποι σφάζουν - τινάζουν λέξεις - σεντόνια σκόνη, ακονίζουν δάχτυλα, γλώσσα - πόρνη υστερία - ακονίζουν γέλιο, σάρκα, οστά . Θαμώνας χειμώνας, σε σπασμένες κολόνιες - αρώματα περιστασιακά - ξενυχτούν τα ξενύχτια μου. Ακοίμητος Αόρατος, και Τελευταίος - Τελεία Τρελή - Κάρβουνο Μάτι. Στο φέρετρο - συρτάρι μου πάντα παρανοώ. Τυφλώνοντας φως, ρημάζω εφήμερες σειρήνες προβολών. Ανέκδοτος κι Ανεκδιήγητος. Στο χειροκρότημα λιθοβολώ την πλάνη των επιχρυσωμένων ποιητών. Μπορείς να με σκαλίσεις Κολασμένο - η κατάρα υπερτερεί. Τα τελευταία δόντια ηχούν έντονα στην αρένα σαν πέφτουν, και χαράσσουν την πυγμή. Πες με, όπως θέλεις. Οι άνθρωποι χειροκροτούν όταν σφάζουν.»





1 σχόλιο:

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news