Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Έμιλυ Μπροντέ «Η ρομαντική ψυχή της βικτωριανής ποίησης»


Η Έμιλι Τζέιν Μπροντέ (30 Ιουλίου 1818 - 19 Δεκεμβρίου 1848) ήταν Αγγλίδα συγγραφέας, γνωστή από το μοναδικό της μυθιστόρημα, Ανεμοδαρμένα Ύψη, το οποίο θεωρείται ένα από τα κλασικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας.
Ήταν ένα από τα αδέλφια Μπροντέ, ανάμεσα στον αδελφό της Μπράνγουελ και τη νεαρότερη αδελφή Αν. Δημοσίευε τα έργα της με το ψευδώνυμο Έλλις Μπελ. Το 1846, τα ποιήματα των αδελφών Μπροντέ εκδόθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο Ποιήματα των Κάρερ, Έλλις και Άκτον Μπελ (
Poems by Currer, Ellis, and Acton Bell). Για την έκδοση αυτή, οι αδελφές Μπροντέ υιοθέτησαν ψευδώνυμα: η Σαρλότ διάλεξε το όνομα Κάρερ Μπελ, η Έμιλι το Έλλις Μπελ και η Αν το Άκτον Μπελ.


Riches I hold in light esteem

Riches I hold in light esteem,
And Love I laugh to scorn;
And lust of fame was but a dream,
That vanished with the morn:

And if I pray, the only prayer
That moves my lips for me
Is, "Leave the heart that now I bear,
And give me liberty!"

Yes, as my swift days near their goal:
'Tis all that I implore;
In life and death a chainless soul,
With courage to endure.

Δεν έχω σε εκτίμηση τα πλούτη
και γελώ κοροϊδευτικά στην αγάπη
και ο πόθος για την δόξα δεν ήταν πάρα ένα όνειρο
που μόλις ήρθε το πρωί εξαφανίστηκε

Και αν προσεύχομαι, η μόνη προσευχή
που στα χείλη μου υπάρχει
είναι “Άσε την καρδιά που τώρα ανέχομαι
και δώσε μου ελευθερία»

Ναι, καθώς οι σύντομες μέρες μου φτάνουν στον στόχο τους
είναι το μόνο για το οποίο ικετεύω
Στην ζωή και στον θάνατο μια ψυχή χωρίς αλυσίδες
με θάρρος να αντέχει.


Hope

H
OPE Was but a timid friend;
She sat without the grated den,
Watching how my fate would tend,
Even as selfish-hearted men.

She was cruel in her fear;
Through the bars one dreary day,
I looked out to see her there,
And she turned her face away!

Like a false guard, false watch keeping,
Still, in strife, she whispered peace;
She would sing while I was weeping;
If I listened, she would cease.

False she was, and unrelenting;
When my last joys strewed the ground,
Even Sorrow saw, repenting,
Those sad relics scattered round;

Hope, whose whisper would have given
Balm to all my frenzied pain,
Stretched her wings, and soared to heaven,
Went, and ne'er returned again!

Η Ελπίδα δεν ήταν παρά ένας δειλός φίλος
καθόταν χωρίς καμιά προφύλαξη
παρακολουθώντας την μοίρα μου
όπως οι σκληρόκαρδοι άντρες

Ήταν σκληρή μες στον φόβο της
μέσα από τα κάγκελα μια θλιβερή μέρα
Έψαξα να την βρω
αλλά αυτή μου γύρισε την πλάτη

Σαν ψεύτικος φύλακας, ψεύτικη και η φύλαξη της
αν και σε διαμάχη ακόμα ψιθύριζε για την ειρήνη
Μπορούσε να τραγουδά όσο εγώ έκλαιγα
κι εάν την άκουγα αυτή σταματούσε

Ψεύτικη ήταν, και αδυσώπητη
όταν έστρωνα την τελευταία μου χαρά στο χώμα
Ακόμα και η θλίψη μετανοούσε
με όλα αυτά τα θλιβερά κειμήλια σκορπισμένα

Η Ελπίδα της οποίας ο ψίθυρος
θα έπεφτε σαν βάλσαμο στον ξέφρενο πόνο μου
Τέντωσε τα φτερά της και πέταξε ψηλά στον ουρανό
Και δεν ξαναγύρισε ποτέ


No coward soul is mine


"The following are the last lines my sister Emily ever wrote." (Charlotte).


No coward soul is mine,
No trembler in the world’s storm-troubled sphere:
I see Heaven’s glories shine,
And faith shines equal, arming me from fear.

O God within my breast,
Almighty, ever-present Deity!
Life that in me has rest,
As I undying Life have power in thee!

Vain are the thousand creeds

That move mens hearts: unutterably vain;
Worthless as withered weeds,
Or idle froth amid the boundless main,

To waken doubt in one
Holding so fast by thine infinity;
So surely anchored on
The steadfast rock of immortality.

With wide-embracing love

Thy spirit animates eternal years,
Pervades and broods above,
Changes, sustains, dissolves, creates, and rears.

Though earth and man were gone,

And suns and universes ceased to be,
And thou were left alone,
Every existence would exist in thee.

There is not room for Death,
Nor atom that his might could render void:
Thou thou art Being and Breath,
And what thou art may never be destroyed.

  «Το παρακάτω ποίημα ήταν το τελευταίο που έγραψε η αδερφή μου» Σαρλότ Μπροντέ.

Δεν είναι δειλή η ψυχή μου
Ούτε τρέμει μπροστά
στου κόσμου την θυελλώδη σφαίρα
Βλέπω την δόξα του Παράδεισου να λάμπει
και η πίστη το ίδιο λάμπει και με προστατεύει απ΄ τον φόβο
Ω Θεέ, μες στα στήθια μου,
Παντοδύναμε, πάντα παρούσα θεότητα
Η ζωή που μέσα μου υπάρχει
τόσο αθάνατη όσο εσύ.
Η Ματαιοδοξία είναι χιλιάδες θρησκείες
που συγκινεί των ανθρώπων τις καρδιές.
Απίστευτη ματαιοδοξία.
Τόσο άχρηστη όσο και τα μαραμένα ζιζάνια
ή σαν άχρηστος αφρός μες στο χωρίς όρια ουσιώδες
Το να ξυπνήσεις την αμφιβολία σε κάποιον
που κρατιέται  στο αχανές σου.
Τόσο σίγουρα αγκυροβολημένο
στον σταθερό βράχο της αθανασίας.
Με μια αγάπη που αγκαλιάζει σφιχτά
Το πνεύμα σου εμψυχώνει την αιωνιότητα
Διαπερνά και γεννά
αλλάζει, συντηρεί, διαλύει, δημιουργεί και φυλάει.
Ακόμα και αν η γη και ο άνθρωπος
και οι ήλιοι και τα σύμπαντα σταματούσαν να υπάρχουν
και μόνος σου έμενες
κάθε ύπαρξη σου μέσα σου θα υπήρχε
Δεν υπάρχει χώρος για τον θάνατο
Ούτε για τον παραμικρό κόκκο του που κενό θα πρόσφερε
Εσύ
Εσύ είσαι η Ύπαρξη και η Ανάσα
Και για αυτό που είσαι ποτέ δεν θα καταστραφείς

Απόδοση στα ελληνικά Μαρία Ροδοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news