Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η μάχη

Του Κυριάκου Χαλκόπουλου

ΣΟΔΕΙΑ 17 / σελ. 22
Για πολλά χρόνια είχα καταφέρει να φύγω μακριά από τη μάχη. Η ζωή που είχα οργανώσει, σε μια ανύποπτη γωνιά της μεγάλης πόλης, χαρακτηριζόταν από την ατονία και την επανάληψη. Η ατονία διαιώνιζε την απομάκρυνσή μου, η επανάληψη βελτίωνε ολοένα τους ρυθμούς με τους οποίους μπορούσα να ελέγχω ό, τι ακόμα και έτσι έφτανε ως εμένα από το ζοφερό παρελθόν.    Στηριγμένος σε ένα μικρό εισόδημα που είχε οριστεί από μια παλιά πρόνοια να μου επιδίδεται εις το διηνεκές, κατόρθωνα να διάγω δίχως τις τυμπανοκρουσίες μιας επιδεικτικής ζωής. 

Το όνομα μου, το παλιό, συνδεδεμένο με τη μάχη εκείνο όνομα, το είχα κρατήσει, μα έκρινα ότι με την αλλαγή της διεύθυνσης και τη γενικότερη ασημαντότητα του τρόπου της ζωής μου αυτό δε θα κινητοποιούσε τίποτε ως εμένα. Η μάχη, μια μακρινή ανάμνηση που πλέον σχεδόν δε με αφορούσε ούτε καν σαν μια συνιστώσα του λησμονημένου παρελθόντος, με κάποια προσπάθεια εκτοπιζόταν ακόμα και από τους πιο ανίσχυρους συνειρμούς. Σε μια κατάσταση που ακριβώς είχε οργανωθεί με το σαφή στόχο να επιφέρει αυτή τη λήθη, μπορούσα να υπάρχω με επουσιώδη μόνο έγνοια για οτιδήποτε ήμουν στα αλλοτινά έτη. Καμιά φορά μόνο, καθώς στεκόμουν στο μικρό μπαλκόνι του σπιτιού μου, και άφηνα το βλέμμα μου να περιπλανιέται άσκοπα στην πυκνοκτισμένη θέα κάτω, έφταναν ως και τα αυτιά μου αδύναμοι ήχοι, που τότε όμως έμοιαζαν σχεδόν να υπενθυμίζουν κάποια ιαχή πολεμική. Μα ήταν και αυτοί σαν κάτι που κατέληγε αδύναμο από μεγάλη απόσταση ως εδώ, και σύντομα με ένα κούνημα του κεφαλιού επιβεβαίωνα πως επρόκειτο για κάτι εντελώς διαφορετικό. Μια από εκείνες τις φορές ήταν που είχα γυρίσει να κοιτάξω προς το σημείο όπου εντόπιζα τον αμυδρό ήχο. Ήταν σε ένα άλλο μπαλκόνι, μακριά από το δικό μου και λοξά σε αυτό. Εκεί έστεκε ένας άνθρωπος και φανερά είχε μόλις απευθύνει το λόγο σε έναν άλλο, αθέατο, στο εσωτερικό του δωματίου πίσω του. Έμεινα λίγο να τον κοιτάζω, ήταν ένας λίγο μεγαλύτερος μου, ντυμένος με μαύρα ρούχα, μια λεπτή ζακέτα ανέμιζε στο γιακά από τον αέρα που ξαφνικά δυνάμωνε. Έπειτα επέστρεψα στο δωμάτιο και δεν τον ξανασυλλογίστηκα.  Τώρα είναι λίγη ώρα που με έχει πιάσει μια ανησυχία. Η μάχη βέβαια είναι το ίδιο λησμονημένη όπως και πάντα, όμως εγώ δε νοιώθω το ίδιο ήρεμος με αυτή την εκτίμηση. Βέβαια θα μπορούσα να μου συστήσω να εγκαταλείψω και αυτές τις παραμονές στο μπαλκόνι, σαν πέσει το βράδυ, όμως ένα τέτοιο μέτρο για την ώρα μου μοιάζει υπερβολικό. Ίσως να αφέθηκα λίγο περισσότερο να περιπλανηθώ στις σκέψεις μου, ίσως κάτι μέσα μου να σκίρτησε, θυμίζοντάς μου παλιότερες έγνοιες, ίσως να άκουσα και πάλι λαθεμένα, γιγαντωμένα τον ήχο από το άλλο μπαλκόνι. Γεγονός όμως είναι πως όταν γύρισα προς τα εκεί τώρα μπροστά από τη διάπλατα ανοικτή πόρτα έστεκε ένας με πλήρη ιπποτική εξάρτηση, η μαύρη πανοπλία σχημάτιζε βαθουλώματα όπου θα έπρεπε να είχε κανείς επιτεθεί με ένα σπαθί, η περικεφαλαία ήταν κατεβασμένη, σε ετοιμότητα για την απόκρουση και του πιο καταστροφικού κτυπήματος. Και μολοντούτο ο ιππότης έστεκε ήρεμος, όσο του το επέτρεπαν οι βαριές του κλειδώσεις είχε ανεβάσει το ένα του πόδι για να το περάσει ανάμεσα από τα χάσματα στα κάγκελα, τα χέρια του τα ακουμπούσε στην κορυφή τους, και κοιτούσε προς το μέρος μου.  Ήταν αληθινά αυτό μια υπενθύμιση ότι η μάχη, έστω και δίχως τη συμμετοχή μου, ακόμα είναι σε ισχύ; Ήταν εκείνος ο ιππότης ένας από τους πολεμιστές που διασκορπίστηκαν παντού σε αναζήτησή μου; Ή μήπως, ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο συνδεδεμένα ήταν όλα,  οφειλόταν η παρουσία τους και σε αυτό το σημείο της πόλης ακριβώς σε μια ανάγκη να βρεθώ, έπειτα από τόσο καιρό, για άλλη μια φορά να μεταφερθώ πίσω στη μάχη, καβάλα στον ίππο, περνώντας κάτω από την καμάρα της πύλης, μια εμπροσθοφυλακή υπό τις διαταγές μου, θα ριχνόμασταν ξανά, το χέρι μπροστά με το σπαθί να δείχνει αέναα προς το πεδίο που πρέπει ακόμα να κατακτηθεί...
Δε γνωρίζω τι από όλα αυτά είναι δυνατό να συμβαίνει. Ωστόσο τείνω να πιστέψω πως η οργάνωση αυτού του στρατεύματος, αργά ή γρήγορα, έλκεται από τα μέλη του, και σαν το νερό που κυλά από το ψηλότερο στο χαμηλότερο σημείο, αρκεί να υπάρχει ένα ακόμα χαμηλότερο για να εξασφαλιστεί η διαρκής του ροή, και εκείνη δεν απαιτεί κάτι περισσότερο για να θέσει σε εφαρμογή αυτό το κυνήγι από την ίδια την ύπαρξη μιας ακόμα πιο χαμένης, ακόμα πιο προφυλαγμένης κρυψώνας.
________________________________________________
Της έντυπης έκδοσης (link): ΣΟΔΕΙΑ αρ.17 [Φθινόπωρο 2013]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news