Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Το Ψωμί

Της Ματίνας Αναγνωστοπούλου

Είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που κατέβηκε για βόλτα στην πλατεία. Η ανάρρωση του Τάκη έπαιρνε καιρό και, ενώ ήθελε να είναι συνεχώς κοντά του για να είναι σίγουρη ότι δε θα ‘ξανακυλήσει’, έφτασε μια στιγμή που η σιγουριά έγινε βάρος στο στέρνο. Ένιωσε την ανάγκη να βγει έστω για λίγο έξω, για έναν περίπατο. Βρήκε την ευκαιρία στο τοπικό φεστιβάλ για τον άρτο. Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο.
Είχε περιέργεια να δει τι ακριβώς συνέβαινε στην πλατεία και είχε περάσει τόσο καιρό μέσα στα νοσοκομεία και τις κλινικές και μετά στο σπίτι που είχε γίνει κι αυτό σαν κλινική. Έβαλε μια καινούρια μπλούζα και βγήκε λέγοντας στον άντρα της απλά: «πάω μια βόλτα μέχρι λίγο παρακάτω». Η πλατεία ήταν γεμάτη από παιδιά και μεγάλους που συνωστίζονταν μπροστά στους πάγκους που κερνούσαν τα δωρεάν αρτοσκευάσματα. Φραντζόλες μικρές και μεγάλες, πολυτελείας, εφτάζυμες, πολύσπορες, ζυμωτές, με ελιές, με αλλαντικά, με τοπική μυζήθρα, αλλά και με μαστίχα, με σταφίδες, με σοκολάτα. Όπου γυρνούσε τα μάτια της λαχταριστά ζεστά καρβελάκια διαφήμιζαν τον εαυτό τους με τη μυρωδιά τους. Όλοι οι πάγκοι ήταν γεμάτοι και συνεχώς έβγαιναν κι άλλα αχνιστά από τους φούρνους. Τόσο ψωμί που θαρρούσες ότι είναι αδύνατον να το έχουν φτιάξει άνθρωποι. Μπορούσες να πεις ότι είχε πέσει σα βροχή τα χαράματα. Το φεστιβάλ είχε γεννήσει η προσμονή ότι αυτό θα βοηθούσε στην προβολή του μικρού νησιού και θα ενίσχυε κάπως την τοπική οικονομία που είχε ρίξει σε ύφεση η περιβόητη κρίση. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν οι χαιρετισμοί των πρώτων ομιλητών στο μικρό βήμα που είχε στηθεί σε μια άκρη της πλατείας.
Αργότερα, μετά τις ομιλίες, θα υπήρχε ζωντανή μουσική. Γύρω της όλοι δοκίμαζαν τις φρεσκοψημένες λιχουδιές. Είδε πολλούς γνωστούς, τους περισσότερους από μακριά. Κάποιοι, λίγοι, πλησίασαν και τη χαιρέτησαν. Ακόμη λιγότεροι τη ρώτησαν πώς είναι η ίδια και ο γιος της και της ευχήθηκαν μουδιασμένα ‘καλή ανάρρωση’. Μια δίνη αμηχανίας απλωνόταν με κέντρο την ίδια κι όποιος πλησίαζε τον κυρίευε. Δεν την πείραζε να τη ρωτούν για το γιο της, ίσα ίσα ήθελε να μιλήσει σε κάποιον για όλα αυτά που είχαν συμβεί τους τελευταίους τέσσερις μήνες. Σε κάποιον που να μην είναι γιατρός δηλαδή. Κάποιος από τους γιατρούς είχε αναφέρει ότι η απόπειρα αυτοκτονίας είναι ο εφιάλτης του ψυχιάτρου. Κι αν είναι εφιάλτης για το γιατρό, τι είναι για ένα γονιό να βρίσκει το παιδί του με φλέβες κομμένες; Αυτό που συνέβη δεν μπορούσε να το ψηλαφίσει. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Ένα χάος στροβιλιζόταν γύρω της κι εκείνη το παρακολουθούσε απλά να συμβαίνει. Ευτυχώς τον είχαν βρει έγκαιρα και οι γιατροί εδώ πρόλαβαν να σταματήσουν την αιμορραγία προτού τον παραπέμψουν στην ψυχιατρική πτέρυγα ενός αθηναϊκού νοσοκομείου. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που έκανε το γιο της να φτάσει ως εκεί. Άκουγε στις ειδήσεις αραιά και πού ότι οι αυτοκτονίες ολοένα αυξάνονταν. Αυτοκτονίες ανθρώπων που χρωστούσαν, που ήταν άνεργοι, που δεν μπορούσαν πια να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, που τους έπαιρναν οι τράπεζες τα σπίτια, που δεν είχαν να φάνε ούτε ψωμί. Ο γιος της όμως δεν ανήκε σ’ αυτήν την κατηγορία. Όχι μόνο ψωμί μπόλικο είχε να φάει αλλά δεν ήταν καν απαραίτητο να δουλεύει αν δεν ήθελε. 
Η οικογενειακή επιχείρηση, αν και τελευταία υπήρχε μια μικρή κάμψη, ήταν αρκετά προσοδοφόρα. Αυτό την είχε ξαφνιάσει. Αφού σε εκείνον δεν έλειπε το ψωμί, η έλλειψη του οποίου έκανε τους άλλους να πηδάνε από τα παράθυρα, τι ήταν αυτό που του έλειπε; Όσο περνούσαν αυτοί οι τέσσερις μήνες άρχισε να καταλαβαίνει. Του έλειπε μια αχτίδα από φως. Ένα κεράκι να καίει έστω αχνά στο σκοτάδι. Μια κλεφτή ματιά απ’ το φεγγίτη. Αυτό που κάνει τη γη να γυρίζει. Αυτό που κάνει τα πουλιά να κουρνιάζουν ψηλά και τα αγριολούλουδα να ανθίζουν σε μέρη που δε θα τα δει ποτέ κανένα μάτι. Αυτό που στέκεται ανάμεσα στους ανθρώπους και την άβυσσο. Αυτό χρειαζόταν πριν από το ψωμί. Αυτό χρειάζονταν όλοι. Μια γωνίτσα ήταν αρκετή. Η φωνή του συνταξιούχου καθηγητή που εδώ και ώρα απήγγειλε στο βήμα της πλατείας την επιβεβαίωνε: «Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό.»

__________________________________________


Φωτ. Μίλτος Σαχτούρης
'Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό
ψωμί, είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω,
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος, κι αυτή
μ' ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ' αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό!
Ας μην το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό.
Το ψωμί, Μίλτος Σαχτούρης (1958)

________________________________________________
Της έντυπης έκδοσης (link): ΣΟΔΕΙΑ αρ.17 [Φθινόπωρο 2013]

1 σχόλιο:

  1. Το ψωμί και η ποιητική της υλικής ζωής
    Μια συνέντευξη του Πρέντραγκ Ματβέγιεβιτς για το βιβλίο του "O Άρτος ημών" - Pane nostro)
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2013/11/blog-post_17.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news