Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΗΓΗΜΑ : [Η πόρτα στον τοίχο] της Φράνση Παπουτσάκη


της Φράνση Παπουτσάκη

Βιογραφικό


Η Φράνση Παπουτσάκη γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών στο τμήμα Κοινωνιολογίας, όπου έκανε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα “Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της αυτοκτονίας στον ελληνικό κινηματογράφο”. Έχει παρακολουθήσει σεμινάριο εγκληματολογίας με θέμα “Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα από την προοπτική του παραλόγου κατά τον Α. Camus” και σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής με τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη. Διηγήματα της έχουν κυκλοφορήσει στο λογοτεχνικό περιοδικό “Κλεψύδρα”, στο λογοτεχνικό siteBOOKBAR”, στο περιοδικό φανταστικής λογοτεχνίας «Συμπαντικές διαδρομές», στην ανθολογία ιστορικής φαντασίας «Θύελλα στο Χρόνο» καθώς και  μεταφρασμένα διηγήματα σε ξένα περιοδικά . Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Η Πόρτα στον Τοίχο

Καρφωμένος στα σανίδια της πρύμνης, ανίχνευε με φουρτουνιασμένα μάτια τον ορίζοντα. Το κατακόκκινο σκαρί γεννούσε με ορμή λευκούς αφρούς πάνω στο σκούρο μπλε της θάλασσας. Το στέρνο του φούσκωνε όπως τα πανιά. Θα έπιαναν λιμάνι πριν τη δύση του ήλιου. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νοσταλγήσει τη στεριά με αυτό τον τρόπο. Πριν γίνει ναυτικός κι από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, τα γυμνά του πόδια έκαιγαν πάνω στα χώματα που όργωνε ο πατέρας του. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξανοιχτεί στα πελάγη. Μα σε αυτόν το γυρισμό κάτι ήταν αλλιώτικο. Είδε ένα όνειρο και όταν άνοιξε τα μάτια, μύριζε το ζεστό ψωμί που έφτιαχνε η μάνα του. Δεν θυμόταν το όνειρο. Θυμόταν όμως τη στεριά.

Όταν αντίκρισε το νησί, ηρέμησε. Ένιωσε πως κάπου είχε φτάσει επιτέλους κι η ψυχή του αναπαύτηκε για πρώτη φορά. Τρόμαξε και τινάχτηκε για να διώξει από πάνω του, τούτα τα παράξενα ρίγη. Έτρεξε να τελειώσει τις δουλειές του για να μπορέσει να ζητήσει από τον καπετάνιο να βγει. Θα έμενε όλη τη νύχτα έξω και την άλλη μέρα ολόκληρη, ίσως και λίγο παραπάνω, αν ήταν τυχερός. Μόλις πήρε την άδεια, άρπαξε τον μπόγο του και δρόμο. Όλοι οι άλλοι έλεγαν για τον Βράχο, κοιτούσαν ψηλά κι έλεγαν, όμως αυτός δεν έδωσε σημασία. Το μυαλό του ήταν αλλού.

Περπάτησε την αποβάθρα βιαστικά μέχρι εκεί που τελείωνε, μέχρι την πράσινη σπίθα. Μια γάτα τον περίμενε. Γκρίζα με γαλάζια μάτια. Φαινόταν να μην θέλει παρέα. Εκείνος κάθισε δίπλα της κι άφησε τα πόδια του να κρεμαστούν πάνω από το νερό. Πήρε πολύ βαθιά ανάσα. Ο ξηρός αέρας του νησιού καθάρισε τα πνευμόνια του από την αλμύρα της θάλασσας. Νευρίασε απότομα χωρίς να ξέρει το λόγο. Σηκώθηκε και τράβηξε κατά το λιμάνι πάλι. Απόψε, θα κοιμόταν με μια γυναίκα. Θα χωνόταν μέσα στο μπούστο της και θα κοιμόταν εκεί σαν παιδί ως την ώρα που θα έβγαινε ο ήλιος. Θα το έκανε όσα κι αν του ζητούσε.

Ένας γέρος με γυμνή πλάτη σήκωνε τσουβάλια. Τα μακριά άσπρα μαλλιά είχαν γίνει ένα με την άσπρη του γενειάδα. Το πρόσωπο του δεν το ξεχώριζες εύκολα, μόνο τα μάτια του κι από’ κει καταλάβαινες πως ίσως να μην ήταν τόσο γέρος όσο έδειχνε. Είχε σκοπό να τον ρωτήσει που μπορούσε να βρει ένα καλό σπίτι, με όμορφα κορίτσια και γλυκόπιοτο κρασί αλλά τούτος ο αρχαίος τον πρόλαβε:

« Η καλύτερη πόρνη μας περιμένει σε εκείνο το λιμάνι που δεν θα δέσουμε ποτέ. Αυτήν ψάχνουμε, γι’ αυτήν ταξιδεύουμε και λέμε ψέματα πως δήθεν αγαπάμε τη θάλασσα» χαχάνισε πίσω από τα μούσια του που δεν σε άφηναν να δεις τα δόντια του. « Αν βαδίσεις μέσα σε αυτό το μονοπάτι που σου δείχνω, θα συναντήσεις ένα σπίτι με πολλά φώτα και κόκκινα παντζούρια πίσω από τα τζάμια. Έμπα μέσα και θα βρεις αυτό που ζητάς»

Του κούνησε το κεφάλι για να τον ευχαριστήσει χωρίς να μιλήσει. Την ώρα που ανέβαινε το σοκάκι, η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Ένα μάτσο μεθυσμένοι πελάτες εγκατέλειπαν τις πληρωμένες τους πόρνες, αρπάζοντας με τα χέρια τους λαίμαργα όσο από το κρέας τους προλάβαιναν ακόμη ενώ εκείνες έσπρωχναν με τέχνη τις χούφτες τους σαν να τους έλεγαν με τρόπο πως χωρίς νομίσματα μέσα , δουλειά δεν γίνεται αλλά την ίδια στιγμή τους χάριζαν χάδια που τους προσκαλούσαν να ξανάρθουν.

Δρασκέλισε την είσοδο ανάμεσα σε δυο πόρνες, κολώνες που στέκονταν δεξιά κι αριστερά με το λευκό τους δέρμα να λάμπει μέσα στα ξεκουμπωμένα τους φορέματα. Ευθεία μπροστά μια γεματούλα χαριεντιζόταν στον καναπέ μόνη της. Οι μπούκλες από τα μαλλιά, της τρυπούσαν τους ώμους. Πήγε κοντά, της ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι εκείνη τον οδήγησε απαλά σ’ ένα δωμάτιο στον πάνω όροφο, όπου η μουσική και η φασαρία έμειναν πίσω από την πόρτα κι ακούγονταν μονάχα σαν ένας μελωδικός ψίθυρος. Όπως ξεντυνόταν, σκέφτηκε πως αυτό πρέπει να ήταν κόλπο της πατρόνας για να νιώθουν οι πελάτες ότι βρίσκονται σε άλλο κόσμο. Η κοπέλα που είχε πληρώσει ήταν ένα πληθωρικό κορίτσι που γέμισε το κρεβάτι με την υπέροχη γύμνια της κι όταν βυθίστηκε μέσα της, ένιωσε τη γλύκα της να τον μουδιάζει και να χάνεται, να βγαίνει από το κορμί του. Αυτό ήθελε κι αυτό χάρηκε, ξανά και ξανά, ώσπου κοιμήθηκε, όπως ακριβώς λαχταρούσε τόσους μήνες.      

Ξύπνησε χορτάτος από ύπνο και πεινούσε σαν λαίμαργο παιδί. Η γλυκειά ερωμένη κοιμόταν δίπλα του. Καθώς φορούσε τα ρούχα του, κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τώρα τον είδε. Τώρα είχε μάτια να τον δει. Στεκόταν επιβλητικός εκεί πάνω και σε ανάγκαζε να υποταχτείς στο δέος του χωρίς δεύτερη ματιά.  

Κατέβηκε στο σαλόνι του σπιτιού. Στρογγυλοκάθησε σε ένα τραπέζι, έφαγε και ήπιε. Κάθε μπουκιά σχεδόν την κατέβαζε με μια γουλιά κρασί και δεν σταμάτησε ούτε για μια στιγμή. Οι γεύσεις ανακατεύονταν μέσα στο στόμα του ευφραίνοντας τον ουρανίσκο του και κατέληγαν στο στομάχι που τις καλοδεχόταν με ηδονή. Όταν τελείωσε, άναψε ένα μακρύ τσιγάρο κι απλώθηκε στην καρέκλα του σαν βασιλιάς στο θρόνο. Η ηδονή μέσα του τον γαργαλούσε. Προσπέρασε τις πόρνες και τους μέθυσους που έλιωναν στους πάγκους και στα μαξιλάρια και βγήκε έξω να τελειώσει το τσιγάρο του.

Ο γέρος τον περίμενε καθιστός στο κατώφλι της πόρτας χωμένος σε μια χοντρή πρασινωπή κάπα με τα χέρια κρυμμένα στις τσέπες αλλά χωρίς να δείχνει ότι κρυώνει.

« Γιατί δεν γυρνάς σπίτι σου, γέρο; Θα ξημερώσει σε λίγο»

« Έχουμε πολλή ώρα ακόμη για το ξημέρωμα» έκανε μια μικρή παύση ετοιμάζοντας το λαρύγγι του να βγάλει κουβέντες μεγάλες κι ύστερα είπε « εδώ μένω, εγώ έδεσα βλέπεις»

Ο ναυτικός του πρόσφερε τσιγάρο κι εκείνος το πήρε.

« Θα πας πάνω;»

« Θα πάω »

« Αύριο να πας, να΄ ναι μέρα»

« Αύριο έλεγα»

« Θα πας και στη σπηλιά του Αγίου;»

« Δεν είμαι καθαρός, γέρο»

Ο γέρος δεν μίλησε. Σούφρωσε ολόκληρος. Είχε πολλά να πει που δεν ήθελε. 

« Άκου εδώ…αν είναι να ανεβείς επάνω να είναι μέρα. Να πας με τα πόδια, όχι με το άλογο. Να δεις τη θέα να απλώνεται από κάτω, να καθαρίσει η ψυχή σου, να ξεχάσεις τα κρίματα σου κι ύστερα να κατέβεις και να πας στη σπηλιά. Ο Άγιος είναι για μας τους αμαρτωλούς. Εμάς περιμένει. Ακούς;»

« Καλά, γέρο. Πόσο είσαι, μου λες;»

« Όσο είναι κι ο Βράχος. Όπως σου τα είπα να τα κάνεις»

« Είναι ωραία η Χώρα που είναι χτισμένη πάνω στο Βράχο, γέρο;»

« Όμορφη είναι μα να προσέχεις να μην χαθείς. Μέρα να πας!»

Έσβησε το τσιγάρο που τον είχε νυστάξει κι ετοιμάστηκε να ξαναγυρίσει στην καλοπληρωμένη του σάρκα, να χωθεί πάλι μέσα της και να σβήσει μέχρι το πρωί.

« Εντάξει, γέρο. Θα’ ρθεις μέσα;»

« Δεν είναι η ώρα μου»

« Καλό ξημέρωμα τότε»

Σπρώχνοντας την πόρτα του δωματίου, βρήκε την κοπέλα να κοιμάται γυμνή στο κρεβάτι. Το στήθος της ίσα που φαινόταν να ανεβοκατεβαίνει απ’ την ανάσα της, το πρόσωπο της βασιλεμένο σε μια γλυκειά γαλήνη. Πρώτη φορά πρόσεξε πως τα μαλλιά της ήταν κατακόκκινα· εκείνες οι μπούκλες που πριν τρυπούσαν τους ώμους της, τώρα της σκέπαζαν την πλάτη σαν κόκκινο μετάξι. Δεν είχε τη δύναμη  να την ξυπνήσει. Καλύτερα να έμενε κι αύριο. Θα πλήρωνε για όλη τη μέρα και όλη τη νύχτα.

Έκλεισε την πόρτα και τρίβοντας το σαγόνι του, δούλεψε μιαν ιδέα στο μυαλό του. Αν έφευγε τώρα για το Βράχο, θα ήταν εκεί μέχρι την αυγή και κατεβαίνοντας θα μπορούσε να επισκεφτεί την Σπηλιά ,και να πάρει την ευλογία του Αγίου πριν ξαναταξιδέψει. «Ανάποδος από γεννησιμιού σου!» φώναξε η μάνα του ζυμώνοντας από κάπου σε μια άκρη της ψυχής του και τον τράνταξε.

« Κι αγύριστο κεφάλι!» πρόσθεσε εκείνος. Έψαξε τις τσέπες του για να δει αν είχε ότι χρειαζόταν. Όλα ήταν στη θέση τους. «Νερό;» σκέφτηκε αλλά θα έβρισκε σίγουρα μια πηγή στο δρόμο του.

Καθώς άφηνε το λιμάνι πίσω του κι έμπαινε στο βαθύ σκοτάδι της ανηφόρας, κοίταξε τον ουρανό. Ασέληνη νύχτα. Το φως των άστρων δεν έφτανε. Όμως ήταν σίγουρος πως δεν θα χαθεί και κάθε του βήμα ήταν στέρεο. Η λευκή πόλη άστραφτε εκεί ψηλά που ήθελε να φτάσει, μια την άφηνε πίσω του και μια μπροστά του καθώς ο δρόμος έστριβε μια μπρος και μια πίσω.

Έφτασε γρήγορα. Δεν ήταν μακριά. Εδώ είχε περισσότερο φως. Μπήκε στην πόλη από το πρώτο της σοκάκι. Τα παράθυρα ήταν σφαλισμένα και οι πόρτες αμπαρωμένες καλά. Όλα έμοιαζαν να μιμούνται τη σιγή του θανάτου. Οι σκιές έλειπαν. Μέσα στα μονοπάτια της, ένιωσε πώς τον σκέπαζε ένας αόρατος θόλος. Μια ολόκληρη πόλη κρυψώνα, μια πόλη με ένα μεγάλο μυστικό στα σωθικά της. Ήθελε να την περιδιαβεί από άκρη σε άκρη για να το μάθει. Να σκάψει βαθιά στα μυστήρια της και να κλέψει ένα μικρό κομμάτι, έτσι για να νιώσει σαν πειρατής που την κούρσεψε.

Μπροστά του ανοίχτηκαν ξαφνικά δυο σοκάκια, παράξενα στην όψη. Το ένα κατέβαινε και το άλλο ανέβαινε, ξεκινώντας μαζί από το ίδιο σημείο κι ανάμεσα τους, στη γωνία που σχημάτιζαν, ένας τοίχος ψηλός. Μια πόρτα ήταν φτιαγμένη πάνω του, από σκούρο καφέ ξύλο γεμάτο ξέφτια. Κι ένα παράθυρο λίγο πιο πέρα, ένα παράθυρο που δεν ταίριαζε πουθενά. Μόνο τζάμι κι ένας σταυρός στη μέση σε για να το κρατάει κλειστό.

Κάθισε στο πεζούλι. Ακούμπησε στο πλάι να ξεκουραστεί λίγο. Δεν ήθελε να αποκοιμηθεί. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Τον περίμενε η θέα κι ο Άγιος. Τον περίμενε μια κοπέλα. Η εικόνα της να κοιμάται, τον νύσταξε. Έγειρε λίγο περισσότερο. Χώθηκε στο γιακά, σφίγγοντας το πανωφόρι του. Άκουσε βήματα. Δεν ήξερε αν είχε προλάβει να κοιμηθεί. Έτσι του φάνηκε όμως.

Τα βήματα ακούγονταν από την στοά με τις καμάρες απέναντι του. Μια γυναίκα με μαύρα βελέσια ερχόταν κουτσαίνοντας. Είχε τυλίξει ακόμη και το πρόσωπο της, ακόμη και το στόμα της. Μόνο τα μάτια της φαίνονταν. Από το χέρι της, κρεμόταν ένα καλάθι, σκεπασμένο με μαύρο πανί κι αυτό. Δεν γύρισε να τον δει. Προχωρούσε με σκυμμένο κεφάλι. Εκείνος πετάχτηκε όρθιος και της φώναξε δυνατά και με θράσος:

« Ε, κυρά! Πού πηγαίνεις; Τι έχεις μέσα στο καλάθι και δεν με κοιτάζεις; Φοβάσαι να μην στο κλέψω;»

«Ψωμί» του απάντησε μονολεκτικά χωρίς να γυρίσει· όμως στάθηκε.

« Θα μου δώσεις ένα κομμάτι ή το θέλεις όλο για δικό σου; Έχεις παιδιά μήπως;»

«Παιδιά δεν έχω»

Την πλησίασε με ένα σάλτο φωνάζοντας χαρούμενος:

« Ε, δώσε μου, λοιπόν!»

« Βάλε το χέρι σου και πάρε όσο θέλεις»

« Μην με φοβάσαι, κυρά. Μόνο ψωμί θέλω. Θα πάρω ένα κομμάτι κι ύστερα θα τραβήξεις το δρόμο σου. Δεν είμαι κλέφτης»

Τράβηξε το μαύρο πανί όμως όσο κι αν έψαξε, το καλάθι ήταν άδειο.

« Με κοροϊδεύεις, γριά;» είπε θυμωμένος.

« Δεν θα έψαξες καλά»

Ξαναέβαλε το χέρι του μέσα στο καλάθι. Κοντά στον πάτο τα δάχτυλα του ακούμπησαν την ζεστή κόρα από ένα φρεσκοφουρνισμένο καρβέλι. Το έβγαλε έξω. Μόλις το είδε τα μάτια του βούρκωσαν. Έπεσε στα γόνατα και με μανία έψαξε να βρει το χέρι της γριάς κάτω από τα φουστάνια της για να το φιλήσει, να της πει ευχαριστώ, να ζητήσει συγχώρεση, μα όταν το άγγιξε το πέταξε από τις παλάμες του σαν φίδι. Το δέρμα της ήταν απαίσια ρυτιδιασμένο, τα δάχτυλα της ροζιασμένα και τα νύχια της μακριά, γαμψά και βρώμικα, γεμάτα χώμα σαν να είχε μόλις σκάψει. Χωρίς λόγο, φαντάστηκε το στόμα της πίσω από εκείνο το μαύρο πανί και γέμισε τρόμο. Μαύρη γλώσσα. Δόντια μυτερά και σάπια. Σάλια πηχτά και μαύρα.  Έκρυψε το καρβέλι στον κόρφο του και γύρισε σχεδόν γονατιστός στο πεζούλι του λες και θα τον έσωζε.

« Τράβα το δρόμο σου, γριά»

Χωρίς να του απαντήσει, χωρίς να τον δει, σκέπασε πρώτα το καλάθι με το νεκρό της χέρι, ύστερα έκρυψε το χέρι της κάτω από τα μαύρα πανιά που το προστάτευαν και μετά προχώρησε κουτσαίνοντας, όπως ήρθε, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Πριν δαγκώσει μια μπουκιά, έπιασε το μάνταλο της πόρτας και το χτύπησε με δύναμη. Ας τους ξυπνούσε όλους. Έπρεπε να μπει μέσα. Είχε δίκιο ο αρχαίος του φίλος. Αργούσε πολύ το ξημέρωμα σε τούτο το μέρος. Χτύπησε και ξαναχτύπησε. Ξέχασε το ψωμί. Κανείς δεν του άνοιγε. Κι όμως υπήρχε κάποιος από την άλλη πλευρά της πόρτας. Τον αισθανόταν. Κάποιος στεκόταν πίσω από τον τοίχο και περίμενε, μα δε του άνοιγε. Χτυπούσε ασταμάτητα. Τον ικέτεψε χωρίς να καταλαβαίνει το λόγο που το κάνει. Έχυσε δάκρυα, πολλά δάκρυα, ώσπου, απογοητεύτηκε και τα παράτησε.

Στο παράθυρο τότε άναψε φως. Ένα κίτρινο φως από λυχνάρι. Σίγουρα από λυχνάρι. Τώρα θα του άνοιγε εκείνος ο «κάποιος» και θα έμπαινε. Θα του χάριζε και το καρβέλι ολόκληρο για να τον ευχαριστήσει. Ένα κρεβάτι να κοιμηθεί ήθελε μέχρι να ξημερώσει. Τίποτα παραπάνω.

Το φως έσβησε απότομα. Τρελός θυμός πύρωσε όλο του σώμα μέχρι το κρανίο. Χτύπησε την πόρτα με τις γροθιές του, ξανά και ξανά και ξανά. Μόλις σταμάτησε, η σιγή της πόλης τον τύλιξε. Ούρλιαξε, απαιτώντας να του ανοίξουν. Ούρλιαξε για να δει αν τον ακούει κανείς. Ούτε η ηχώ του δεν ακούστηκε. Ούτε ένας ήχος.

Τα βήματα της γριάς πίσω από την πλάτη του έσπασαν την σιωπή και τον γέμισαν τρόμο. Ερχόταν πάλι. Τώρα δεν κούτσαινε. Τώρα έσερνε το πόδι της βαριά. Δεν ήθελε να την δει. Κοίταξε δειλά πάνω από τον ώμο του. Τα φουστάνια της ήταν γεμάτα χώματα.          

« Δεν θα σου ανοίξουν» είπε χωρίς χρώμα στη φωνή της.

Έπεσε με όλο του το σώμα πάνω στην πόρτα. Τίποτα δεν έγινε.

« Δεν θα σου ανοίξει κανείς» ξαναείπε χαιρέκακα αυτή τη φορά και χάθηκε πάλι.

Χτύπησε, παρακάλεσε, ικέτευσε. Πολλές φορές. Κανείς δεν του άνοιξε. Κανείς δεν φάνηκε για να τον σώσει. Το λυχνάρι άναψε κι έσβησε για μια στιγμή. Το πόδι της γριάς γρατζούνισε την πέτρα του δρόμου. Έτρεμε σύγκορμος από το φόβο. Άρχισε να τρέχει. Έτρεχε πέφτοντας πάνω σε τοίχους, σκόνταφτε και σηκωνόταν. Ψάχνοντας με μανία την έξοδο από την πόλη, παρακάλεσε το Θεό να τον βγάλει από αυτόν το λαβύρινθο. Μπροστά του, μια αυλή με μωβ λουλούδια. Πήρε κουράγιο. Ίσως να έμεναν άνθρωποι εδώ. Έστριψε στην γωνία περιμένοντας να δει την πύλη του σπιτιού. Έβαλε τα κλάματα. Ένα μονοπάτι ανέβαινε κι ένα κατέβαινε και στη γωνιά ανάμεσα τους ένας τοίχος, μια πόρτα κι ένα παράθυρο με φως από λυχνάρι. Το φως έσβησε, το πόδι της γριάς ακούστηκε να γδέρνει μέχρι μέσα βαθιά την πλάκα του δρόμου. Κάθισε στο πεζούλι ανήμπορος να χτυπήσει. Η γριά με χώμα να βγαίνει μέσα από το σιχαμερό της στόμα του είπε με γέλιο δαίμονα: « Δεν θα σου ανοίξουν» και προχώρησε αφήνοντας γραμμές από λάσπη στο διάβα της. Αγκάλιασε το καρβέλι κλαίγοντας και σωριάστηκε έξω από την πόρτα.

Το κλάμα και τα ουρλιαχτά του είχαν ξεράνει το λαιμό. « Λίγο νερό» ψιθύρισε απελπισμένος και καταράστηκε την πηγή που δεν είχε βρει στον ερχομό, τον εαυτό του που ξεκίνησε να ανέβει εδώ πάνω μα πριν καταραστεί κι εκείνο τον αρχαίο, μαζεύτηκε. Πήγε να βγάλει πάλι φωνή αλλά τον σταμάτησε κάτι τραχύ κι ένας πόνος, σαν να τριφτήκαν δυο πληγές μεταξύ τους. Γεύση από αίμα γέμισε το στόμα του. Θέλησε να φτύσει όμως δεν είχε σάλιο. Θα έδινε την ψυχή του για να τρέξει έστω μία και μοναδική σταγόνα νερό στο λαιμό του και να του απαλύνει τον πόνο.

Έτσι, όπως, είχε σωριαστεί, το πρόσωπο του ήταν ένα με τη χαραμάδα της πόρτας. Πλησίασε λίγο περισσότερο μήπως καταφέρει να ακούσει ή να δει κάτι. Μια δροσερή πνοή αέρα πετάχτηκε απότομα και τον τρόμαξε. Το ίδιο ξαφνικά άναψε πάλι το κίτρινο φως του λυχναριού. Σώπασε ολόκληρος καρτερώντας να φανεί η σκιά από το φρουρό της πόρτας. Δυο πόδια στάθηκαν πίσω της. « Λίγο νερό, την ψυχή μου για μια σταγόνα νερό, σε ικετεύω».

Το πόδι της γριάς χάραξε το μάρμαρο. Γύρισε ανάσκελα και την είδε. Στη μέση της στοάς σταμάτησε και στράφηκε προς το μέρος του. Ξεκίνησε. Τα μακάβρια χέρια της ξεσκέπαστα, το ένα κρατούσε μια στάμνα και τ’άλλο μια σκουριασμένη κούπα. Το νερό χυνόταν σε κάθε της βήμα. Τα πανιά κουρελιασμένα κρέμονταν γύρω από το σαπισμένο στόμα της. Χώμα έβγαινε από παντού πάνω της, σκορπιζόταν στο δρόμο, ανακατευόταν με το νερό κι άφηνε χνάρια λάσπης πίσω της. Τα μάτια της βουρκωμένα με αίμα τον κάρφωσαν καλά κάτω. Της πέταξε το καρβέλι με όση δύναμη και οργή του είχε απομείνει .

« Πάρ’ το πίσω και τράβα από’ κεί που ήρθες, κυρά. Αφήστε με να φύγω. Δεν θέλω πια να μου ανοίξουν. Μόνο να φύγω θέλω…» μυξόκλαψε  παραμορφωμένος από τρόμο και απελπισία. Όταν η μαύρη της εικόνα τον σκέπασε, παραδόθηκε σε ότι του έμελλε, ψελλίζοντας με μισόλογα μια  προσευχή που δεν ήξερε καλά, εκλιπαρώντας για σωτηρία .

Η πόρνη με τα κόκκινα μαλλιά, ξύπνησε, κρατώντας τα μάτια κλειστά. Είχε την απροσδιόριστη αίσθηση ενός εφιάλτη γύρω της που της ανακάτευε τα σωθικά. Θυμήθηκε πως μέσα στον ύπνο της μια φωνή χαμένη, κάτι της ζητούσε κι αυτή η ανάμνηση, την έκανε να τιναχτεί από ανατριχίλα. Ανασηκώθηκε, άνοιξε τα μάτια της και παραμέρισε το κόκκινο παντζούρι. Το φως της αυγής την τύφλωσε για λίγο. Κοίταξε στο λιμάνι. Το κόκκινο πλοίο ήταν αραγμένο ακόμη. Της φάνηκε στοιχειωμένο μέσα σε τόση ερημιά. Σκεπάστηκε με τις κουβέρτες σαν τρομαγμένο κοριτσάκι . Δεν ήθελε να σηκωθεί. Έξω από την πόρτα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια πληρωμένη πόρνη, καταδικασμένη για όλη την αιωνιότητα. Θα κρυβόταν για λίγο . Μέχρι να την βρει η πατρόνα και η μοίρα της, θα κρυβόταν εδώ, κάτω από τα σκεπάσματα. Ίσως αύριο, πριν το ξημέρωμα, να πήγαινε μέχρι το Βράχο με τα πόδια, να δει τη θέα και κατεβαίνοντας να προσκυνήσει στην Σπηλιά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news