Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

[Η νυχτερίδα] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

Μια νυχτερίδα έδιωξε την νυχτερινή ησυχία καθώς άφησε ένα τσίριγμα για να ανοίξει τα φτερά της και να κρυφτεί από τη μία χαραμάδα στην άλλη. Το σκοτάδι σκέπαζε την βρωμιά αυτής της θλιβερής πόλης. Ήταν τόσο πυκνό που την έκανε να φαίνεται σχεδόν όμορφη. Η νυχτερίδα κρεμασμένη τώρα στο περβάζι ενός παραθύρου παρατηρούσε του άδειους δρόμους. Από εκεί ψηλά φαίνονταν όλα όσα δεν έπρεπε να φανούν. Μια παρέα ποντίκια ξεχύθηκε άτσαλα στο δρόμο κι ένα κουτσό και οστεώδες σκυλί που προσπαθούσε να τρέξει, έπεφτε από τη μια λακκούβα στην άλλη,  γεμίζοντας ακόμη περισσότερη λάσπη το τρίχωμα του.

Πίσω τους έρχονταν δύο άντρες. Ο ένας έτρεχε μπροστά από τον άλλο. Φορούσαν και οι δύο μακριές μαύρες κάπες που ανέμιζαν μαζί με τον αέρα. Η νυχτερίδα άφησε το λημέρι της και πέταξε από πάνω τους. Ο ρυθμός τους ήταν σχεδόν ο ίδιος. Ήχος δεν υπήρχε πουθενά. Σαν να έτρεχαν χωρίς να πατάνε στο έδαφος. Τα πρόσωπα τους άστραφταν λευκά μέσα στην απουσία του φωτός αυτής της πόλης. Το κυνηγητό έμοιαζε να συνεχίζεται εδώ και ώρα αλλά κανείς από τους δύο δεν έδειχνε να θέλει να σταματήσει να τρέχει. Ο προπορευόμενος άντρας είχε σταγόνες ιδρώτα στις άκρες από τις τούφες των μαλλιών του και η ανάσα του ακουγόταν δειλά λαχανιασμένη προσπαθώντας να μην προδώσει την κούραση του. Αυτός που τον ακολουθούσε είχε τα μάτια καρφωμένα μπροστά και οι άκρες από τα λεπτά και άκαμπτα χείλη του ήταν σηκωμένες δηλώνοντας απόλαυση.


Η νυχτερίδα τσίριξε ξανά και συνέχισε το πέταγμά της. Από εκεί μπροστά, ο άντρας γύρισε το βλέμμα του στον ουρανό ενώ συνέχιζε να τρέχει και είδε τη μικρή μαύρη σκιά που πετούσε από πάνω του.

« Δεν έχει νόημα να συνεχίσω άλλο. Δεν πρόκειται να ξεφύγω από αυτόν. Καλύτερα να δεχτώ αυτό που προκάλεσα.» σκέφτηκε χωρίς να έχει συνείδηση της απόφασης του· ένιωθε και το μυαλό του ακόμη να μουλιάζει στον ίδιο ιδρώτα που μούλιαζε το μέτωπό του. Ο ρυθμός του άρχισε να πέφτει αργά ώσπου σταμάτησε, έγειρε στα γόνατα του και έμεινε να κοιτάζει την νυχτερίδα που τώρα έψαχνε πάλι για λημέρι. Την κοιτούσε έχοντας ξεχάσει ποιος τον ακολουθούσε και τι θα του συνέβαινε σε λίγο. Ο κυνηγός του χωρίς να δείξει την παραμικρή έκπληξη προσγειώθηκε,θαρρείς, στο έδαφος ενώ οι άκρες των χειλιών του τεντώθηκαν κι άλλο, όχι από ικανοποίηση αλλά από επιβεβαίωση αυτού που περίμενε ότι θα γινόταν.                     

« Άργησες!» είπε με περιπαικτική φωνή αλλά το θύμα του δεν έδωσε καμία σημασία. Έψαχνε να βρει που είχε χαθεί η μικρή μαύρη σκιά, την αναζητούσε με το βλέμμα στα ραγίσματα των τοίχων μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του και ανησυχούσε πως μπορεί και να μην την ξανάβλεπε.

«Λοιπόν, τι έχεις να πεις τώρα;» τον ρώτησε με στόμφο για να τραβήξει την προσοχή του ανοίγοντας τα χέρια του και τινάζοντας την κάπα του προς τα πίσω. Στο μαύρο μεταξωτό μαντήλι που έσφιγγε το παντελόνι του ήταν δεμένο ένα μαύρο μπαστούνι που γυάλιζε. Το έβγαλε και στηρίχτηκε επάνω του με έπαρση και κακία. Γέλασε. Περίμενε να ακούσει την απάντηση του θηράματος, ούτε καν από περιέργεια μα μονάχα για να την βάλει στη συλλογή του μυαλού του.

« Δεν έχω να πω τίποτα. Θέλω μόνο να τελειώσει».

« Τόσο εύκολο φαντάστηκες πως είναι; Μάλλον, δεν κατάλαβες ακόμη τι προκάλεσες στον εαυτό σου!».

Αδιάφορος έστρεψε το βλέμμα του και αποκρίθηκε:

« Τελείωνε, σε παρακαλώ!» του ζήτησε, όχι με ικεσία αλλά με έναν ήρεμο θυμό.

« Ω, δεν με διασκεδάζεις καθόλου!» και με μια αιφνίδια αλλά αέρινη κίνηση του μπαστουνιού που για πρώτη φορά άφηνε το έδαφος από την ώρα που το ακούμπησε, τον χτύπησε στην αριστερή πλευρά του κεφαλιού, σκίζοντας βαθιά το δέρμα του κάτω από τα βρεγμένα μαλλιά. Ο πόνος ήταν οξύς. Κάπου μακριά ακούστηκε το κρώξιμο ενός πουλιού και ο σκύλος που τόση ώρα ήταν λουφαγμένος σηκώθηκε στα πόδια του, έκανε ένα κουτσό βήμα προς τα μπρος κι αλύχτησε φοβισμένος. Ο άντρας με το μπαστούνι κοίταξε το σκυλί και τα μάτια του μαύρισαν. Το σκυλί εξαφανίστηκε στις σκιές χωρίς να ακουστεί αλλά το πουλί συνέχισε να κρώζει. Ο χτυπημένος άντρας επανάφερε το κεφάλι του στη θέση του και μια σταγόνα αίμα κύλησε από την πληγή του, χάραξε ένα κόκκινο αυλάκι από τον κρόταφο μέχρι το πηγούνι του κι ύστερα έπεσε άδοξα στις πλάκες του δρόμου.

« Σου ζητώ για άλλη μια φορά να κάνεις αυτό που μου υποσχέθηκες!» είπε κοιτάζοντας τον ευθεία στα μάτια που πλέον δεν είχαν ούτε ίχνος λευκού χρώματος στον βολβό.

« Περίμενα πως θα το είχες μετανιώσει…όχι πως θα άλλαζε κάτι με αυτό βέβαια!» γέλασε και πάλι ειρωνικά και σμίγοντας τα φρύδια του υποκρινόμενος καχυποψία ρώτησε:

« Αφού θέλεις τόσο πολύ να τηρήσω την συμφωνία μας, δεν καταλαβαίνω ποιος ήταν ο λόγος αυτού του γελοίου κυνηγητού. Εξήγησε μου γιατί έτρεχες, αστείο ανθρωπάκι;»

« Έτρεχα για να ξεφύγω, όπως ήρθα και σε σένα για να ξεφύγω»

Το μπαστούνι στριφογύρισε περίτεχνα στο χέρι του, όχι από αμηχανία αλλά από διάθεση  και εκείνος απάντησε γελώντας:

« Ομολογώ ότι θα μου πρόσφερε μια ιδέα ηδονής, η ικεσία σου να σου επιτρέψω να συνεχίσεις να υπάρχεις…όχι ότι πρόκειται για κάποια σημαντική ζωή για την οποία αξίζει να χάσεις όποιο ίχνος αξιοπρέπειας σου έχει απομείνει αλλά πάντα παρακολουθώ με ενδιαφέρον τους ανθρώπους να με ικετεύουν να τους λυπηθώ. Το παράξενο είναι ότι εσύ με παρακάλεσες απεγνωσμένα να σου την πάρω και ύστερα, όταν ήρθε η ύστατη στιγμή, άρχισες να τρέχεις…» και στις τελευταίες συλλαβές, η φωνή του άφησε κάτι ανάμεσα σε ερωτηματικό και υπονοούμενο να αιωρείται περιμένοντας τάχα μιαν απάντηση.

Σκούπισε το αίμα που συνέχιζε να τρέχει με το πίσω μέρος του χεριού του αλλά παρέμεινε σιωπηλός και αυτό εκνεύρισε τον κάτοχο του μπαστουνιού γεγονός που τον έκανε να περιμένει πως θα δεχόταν και δεύτερο χτύπημα. Αντί για χτύπημα όμως δέχτηκε άλλη μια ερώτηση:

« Γιατί έτρεχες, λοιπόν;»

Κι εκείνος απάντησε κοφτά χωρίς να θέλει αλλά για να γλιτώσει.

« Από ένστικτο!»

« Α, το ένστικτο! Θαυμάσια δικαιολογία! Μόνο που μπορεί να σε έκανε να τρέξεις αλλά δεν είναι ικανό πλέον να σε σώσει. Πες μου· το βράδυ που με ακολούθησες μέχρι τα υπόγεια μονοπάτια της φυλής μου, το ένστικτο σου δεν σε απέτρεψε ούτε για μια στιγμή από αυτό που πήγαινες να κάνεις στον εαυτό σου;»

«Την μια στιγμή κάθεσαι σε μια γωνιά του κόσμου και εύχεσαι και τάζεις σε θεούς και δαίμονες να σε απαλλάξουν από τον πόνο που έχεις στην ψυχή σου για να τελειώσει αυτό το μαρτύριο, για να ανακουφιστείς από μια πληγή που πονάει σαν απόστημα που δεν σπάει και δεν μουδιάζει κανένα κρασί και την άλλη στιγμή ο φόβος σε κάνει να εύχεσαι να ξαναβρεθείς στην ίδια γωνιά και μπροστά στο να χάσεις την ζωή σου νοσταλγείς ακόμη κι εκείνο τον πόνο που σε οδήγησε στο να θέλεις να αγγίξεις το θάνατο».

« Το πρόβλημα σου είναι πως ανάμεσα στους θεούς και τους δαίμονες, η προσευχή σου τελικά προτίμησε τους δαίμονες!» και γέλασε με όλη του τη δύναμη αδιαφορώντας για την πόλη και τους ανθρώπους που κοίμιζε στα σωθικά της. Η νυχτερίδα διέσχισε το αέρα από πάνω τους και χώθηκε, θαρρείς και ήταν και αυτή κυνηγημένη, στην τρύπα ενός τοίχου, αποφασισμένη να μην ξαναβγεί από’ κεί. Μόλις που πρόλαβε να σηκώσει το κεφάλι και να την δει. Κάτι μακάβριο πέρασε από το μυαλό του αλλά το ξέχασε πριν καν προλάβει να το συλλάβει. Κι αμέσως μετά ο πόνος καθάρισε ότι υπήρχε μέσα του. Αυτός ο πόνος ήταν αληθινός. Και τελικά ήταν αλήθεια όσα έλεγαν πως ο πόνος της μαχαιριάς ήταν γλυκός.

Αυτή ήταν και η τελευταία του λογική σκέψη. Τον είχε καρφώσει στην καρδιά. Δεν είχε προλάβει να αντιληφθεί ότι το τέρας είχε βρεθεί πίσω του. Το μπαστούνι τον τρύπησε από την πλάτη σαν να ήταν φτιαγμένος από βούτυρο χωρίς να βρει καμία αντίσταση και βγήκε μπροστά . Κι ύστερα ο θύτης του το τράβηξε απότομα κι εκείνος σωριάστηκε στα γόνατα αλλά το σώμα του δεν έδειχνε να τον εγκαταλείπει ώστε να πέσει κάτω.

«Έχει φεγγάρι απόψε;»

Ο δολοφόνος δεν απάντησε παρά σκούπισε το ξίφος του στο μαντήλι που πριν ήταν δεμένο στη μέση του. Το αίμα άφησε ένα παράξενο σκούρο λεκέ πάνω στο μετάξι.    « Εγώ το βλέπω. Είναι γεμάτο!» συνέχισε να μονολογεί. Το βλέμμα του έφυγε από τον ουρανό και περιπλανήθηκε σε ότι υπήρχε γύρω του. Στο τέρμα του δρόμου που είχε πάρει για να φτάσει ως εδώ, διέκρινε μια μαύρη φιγούρα. Μια μαύρη φιγούρα χωρίς σκιά. Του φάνηκε πως φορούσε μανδύα και κουκούλα. Στεκόταν δίπλα σε ένα ξερό δέντρο με κλαδιά έτοιμα να σπάσουν. Απλώς στεκόταν εκεί. Είχε έρθει για εκείνον. Ασυναίσθητα, έβαλε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του. Έπιασε κάτι πολύ απαλό. Θυμήθηκε. Του το είχε χαρίσει μια κοπέλα, η μοναδική κοπέλα, που τώρα ίσως να μην τον θυμόταν αλλά ίσως και να τον περίμενε να γυρίσει. Της είχε υποσχεθεί πως θα γυρίσει.

«Θα κλάψει όταν μάθει την αλήθεια για μένα» και αυτή η σιγουριά τον έκανε να χαμογελάσει. Έσφιξε τον θησαυρό του σαν να πιάστηκε από την ελπίδα ξανά. Έβγαλε το μαντήλι από την κρυψώνα του και το έφερε κοντά στο πρόσωπο του. Το μύρισε. Το άρωμα της τον έκανε να ζαλιστεί και ο κόσμος γύρω του άστραψε, γέμισε φως, γέμισε από εκείνη.

« Θα την κάνω να κλάψει…» φώναξε και τρέμοντας έπεσε στο έδαφος. Το τράνταγμα από την πρόσκρουση ήταν γερό και το κεφάλι του τινάχτηκε απότομα προς τα πάνω ενώ εκείνος σωριαζόταν ανάσκελα. Η υγρασία από τις βρεγμένες πλάκες του δρόμου πότισε γρήγορα τα ρούχα του και άγγιξε το δέρμα του προκαλώντας του ρίγη. Μπροστά από τα μάτια του που ήταν καρφωμένα στον ουρανό, ζωγραφιζόταν η εικόνα εκείνης. Το βλέμμα κενό και άδειο ρουφούσε κάθε πινελιά από το πορτραίτο της. Την έβλεπε όπως την είχε δει την τελευταία φορά , την φορά που την άφηνε για πάντα . Είχε σταθεί μακριά από το σπίτι της και προσπαθούσε να την διακρίνει από το ένα και μοναδικό παράθυρο που ήταν ανοιχτό. Την έβλεπε σκυμμένη πάνω από ένα φύλλο χαρτί με την πένα στο χέρι να γράφει· ίσως έγραφε εκείνον. Σκίρτησε ολόκληρος. Ακόμη και αν του άνηκε, αυτή η επιστολή δεν θα κατόρθωνε ποτέ να φτάσει στα χέρια του.

Τα μαλλιά της ήταν αφημένα κάτω και το σάλι της έπεφτε πίσω από τους λευκού της ώμους που ίσα που φαίνονταν κάτω από το φόρεμα της. Έλαμπε. Ήταν σχεδόν ιερή για εκείνον. Αλλά έπρεπε να φύγει. Όλη η ευτυχία που του είχε χαρίσει χάθηκε όταν άκουσε από τα χείλη της εκείνη τη λέξη που κλώτσησε την ψυχή του στο χειρότερο σκοτάδι. Θα μπορούσε να ξεριζώσει την καρδιά του και να την αφήσει στα πόδια της αν του το ζητούσε. Θα μπορούσε να υπογράψει με αίμα από τις φλέβες του πως θα την λάτρευε για πάντα. Αλλά εκείνη η λέξη του ήταν αβάσταχτη. Γι’ αυτό έφευγε. Προτιμούσε να ζήσει νεκρός μακριά της παρά να την ξανακούσει να λέει εκείνη την φρικτή λέξη.

Και τα κατάφερε. Έφυγε πολύ μακριά. Αλλά όσο ξεμάκραινε τόσο περισσότερο τον στοίχειωνε η ανάμνηση της. Κάθε στιγμή που είχαν μοιραστεί είχε γίνει μέσα του αιώνας. Η έλλειψη της ήταν βάρος που δεν άντεχε πλέον να σηκώνει. Στην αρχή ευχόταν να πεθάνει. Μετά ο θάνατος δεν του ήταν αρκετός. Ήθελε να του συμβεί κάτι χειρότερο από το θάνατο. Κι ύστερα να γυρίσει από την Κόλαση και να την στοιχειώσει, να την εξοντώσει με την θλίψη που θα της προκαλούσε η γνώση της μοίρας που του διάλεξε. Εκείνη και η λέξη που ξεστόμισε τον είχαν φτάσει ως εδώ. Για μια λέξη τώρα λιγόστευε η ζωή από μέσα του σε ένα δρόμο στο πουθενά. Αλλά ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα το μάθαινε και πως τα μάτια της θα γέμιζαν δάκρυα κι αυτό τον έκανε να σβήνει, ξαναβρίσκοντας λίγη από την ευτυχία που του είχε χαρίσει η λατρεία που της είχε. Όταν τα δάκρυα της θα στέρευαν, τότε θα της χάριζε την πιο γλυκειά δυστυχία, μένοντας δίπλα της για πάντα , μέχρι να τελειώσει ο χρόνος. Δεν θα ήταν ποτέ αληθινά εκεί. Ότι του στέρησε, ότι του αρνήθηκε, θα το έπαιρνε τώρα πίσω και ο έρωτας του, θα της γινόταν εφιάλτης. Εκδικήθηκε.

Ο δολοφόνος του στεκόταν ακριβώς πάνω από το κεφάλι του και τον κοιτούσε με απάθεια. Κάρφωσε με το μπαστούνι το μαντήλι και το έσπρωξε μακριά από το χέρι του αφήνοντας πάνω του σημάδια από αίμα. Οργίστηκε μάταια. Η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και βαριά. Ήθελε να σηκώσει το κεφάλι του να δει αν η φιγούρα που τον περίμενε ήταν ακόμη στο τέρμα του δρόμου αλλά δεν είχε δύναμη.

«Μην ανησυχείς ο δαίμονας που ζήτησες σε περιμένει!» τον καθησύχασε.

Σκοτεινά πουλιά πέταξαν από πάνω του και πήραν μαζί όλο το φως που είχε φέρει η εικόνα εκείνης. Μαζί με την ανάμνηση της έσβηνε κι αυτός. Η νυχτερίδα δεν φαινόταν πουθενά. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του και το βλέμμα του πάγωσε. Τα πουλιά κάθισαν στα ξερά κλαδιά του δέντρου και σιώπησαν μαζεμένα στις φτερούγες τους. « Θα σε ξαναδώ σύντομα!» είπε το τέρας και τον εγκατέλειψε. Οι άκρες των χειλιών του δεν ήταν πια σηκωμένες. Και καθώς εκείνος έφευγε κραδαίνοντας το μπαστούνι του, η μαύρη φιγούρα άρχισε να πλησιάζει. Η νυχτερίδα βγήκε από την τρύπα της και πέταξε μακριά. Σε λίγο θα έβγαινε ο ήλιος.        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news