Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

[Ο κάδος] της Melissa Harlloween ~ ΔΙΗΓΗΜΑ

Της Melissa Harlloween

Η κουζίνα μύριζε έντονα βραστό κουνουπίδι και τηγανισμένο κρεμμύδι. Πάνω από τον νεροχύτη ένα στενό παράθυρο επέτρεπε να μπαίνουν μέσα από μια πολυκαιρισμένη κουρτίνα, σπασμένες οι αχτίδες του μεσημεριανού ήλιου. Μια ηλικιωμένη, υπέρβαρη γυναίκα κινιόταν με δυσκολία σούρνοντας τα πόδια της με θόρυβο στο πλαστικοποιημένο και όχι τόσο καθαρό πάτωμα. Μια γάτα ανέβηκε στο περβάζι και άρχισε να νιαουρίζει πεινασμένη. «Ούστ ,παλιόγατα» φώναξε η γυναίκα τινάζοντας απειλητικά μια πετσέτα που κρατούσε στα χέρια της. «Αυτό μου έλειπε τώρα να ταΐζω και τα αδέσποτα γατιά. Το φαγητό μετά βίας φτάνει για εμάς. Αλλά δεν φταίνε αυτά. Αυτός ο Χάρυ φταίει που πετάει τα αποφάγια στον κήπο και έχουν μαζευτεί όλα τα γατιά της γειτονιάς εδώ.». Ακούμπησε την πετσέτα δίπλα στον νεροχύτη και πήρε δυο βαθιά πιάτα γεμάτα με κουνουπίδι και βραστές πατάτες. Τα έβαλε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να φωνάζει «Χάρυ, Χάρυ έλα επιτέλους. Το φαγητό είναι έτοιμο. Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;» 


Άκουσε μια καρέκλα να τρίζει στο άλλο δωμάτιο και κάποιον να έρχεται περπατώντας βαριά. «Ο προκομμένος. Όλη μέρα κάθεται και διαβάζει για τα αναθεματισμένα αεροπλανάκια που φτιάχνει. Λες και είναι μικρό παιδί. Εδώ τα λεφτά ίσα-ίσα φτάνουν για να τρώμε και αυτός πάει και ξοδεύει μια περιουσία για τα καταραμένα αεροπλανάκια. Α ρε κακομοίρη Χάρυ το έχασες τώρα στα γεράματα» μουρμούρισε κουνώντας το γκριζομάλλικο κεφάλι της. στο κατώφλι της κουζίνας φάνηκε ο ηλικιωμένος άντρας της. Ξερακιανός με ένα ζευγάρι γυαλιά, μια φθαρμένη βυσσινί ρόμπα και τα μαλλιά του, όσα του είχαν απομείνει, χτενισμένα προς τα πίσω. Στα χέρια του κρατούσε μια εφημερίδα με αγγελίες. Κάποιες από αυτές ήταν κυκλωμένες με κόκκινο στυλό. Κάθισε στο τραπέζι και ακούμπησε δίπλα από το πιάτο του την εφημερίδα. «Πάλι κουνουπίδι βραστό έφτιαξες;» ρώτησε την ώρα που η γυναίκα του ακουμπούσε τα τηγανητά κρεμμύδια στο τραπέζι. «Τι ήθελες να φτιάξω κύριε αριστοκράτη; Φιλέτο; Όλα σου τα λεφτά τα πετάς στις βλακείες και εγώ πρέπει να κανονίζω με τα ελάχιστα που παίρνω όλα τα έξοδα του σπιτιού και να ψωνίζω κιόλας.» 

Ο άνδρας δεν απάντησε παρά μόνο πήρε το πηρούνι του και άρχισε να τρώει ανόρεχτα ενώ η γυναίκα του συνέχιζε να μουρμουράει για το άχρηστο χόμπυ του και πόσο καλύτερα θα ήταν για αυτήν να είχε παντρευτεί τον Τόνυ που τώρα είχε πεθάνει αλλά τουλάχιστον θα της είχε αφήσει μια καλή σύνταξη και θα μπορούσε και αυτή να ζει σαν άνθρωπος. «Και τι νομίζεις κύριε Χάρυ, τον ρώτησε μπουκωμένη και κουνώντας απειλητικά το πηρούνι προς το μέρος του, πως θα μπορέσεις να ζήσεις μόνος σου άμα πεθάνω εγώ; Στο γηροκομείο, κακομοίρη μου θα σε πάει η κόρη του ανεπρόκοπου του αδερφού σου και να δω τότε αν μπορείς να παίρνεις όλα αυτά και να ζεις άνετα όπως τώρα που όλη μέρα κάθεσαι και εγώ κουράζομαι για να περιποιούμαι το σπίτι και εσένα. Εγώ, μια γριά γυναίκα που τώρα θα έπρεπε να είμαι στην Φλόριντα και να λιάζω τα γέρικα κόκαλα μου κάτω από τον ήλιο και να πίνω το δροσερό τσάι μου με τις φιλενάδες μου» Ο άνδρας της συνέχισε να τρωει αμίλητος πίνοντας που και που μια γουλιά νερό για να κατεβεί πιο εύκολα το άνοστο φαγητό.  Αλλά όσο πιο πολύ συνέχιζε η γυναίκα του να μιλάει τόσο πιο πολύ του κοβόταν η όρεξη. Την κοίταζε που έτρωγε με ανοιχτό το στόμα και τα λάδια να κυλάνε στο διπλασάγονο. Τα μικρά μάτια της είχαν τελείως σχεδόν εξαφανιστεί μες στο παχύ της πρόσωπο και το στόμα της του θύμιζε γριά, παχιά σμέρνα. Κοίταξε προς το παράθυρο που γρατζούνιζε το πεινασμένο γατί και μετά το νερόβραστο φαγητό στο πιάτο του. Το έσπρωξε αποφασιστικά λέγοντας «Τελείωσα, Μάρθα. Δεν πεινάω άλλο. Πάω μέσα». «Εμ βέβαια, δεν του αρέσει το φαγητό του ξεπεσμένου αριστοκράτη μας. Αύριο θα σου φτιάξω φιλέτο με μπιζέλια και πουρέ και ένα μπουκάλι γλυκό κρασί για να σας ικανοποιήσω, αφέντη μου» είπε ειρωνικά η γυναίκα του χωρίς να σταματήσει να τρώει. 

Ο Χάρυ την κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και χωρίς να πει λέξη κούνησε το κεφάλι του και βγήκε από την κουζίνα. Η Μάρθα συνέχισε να μασουλάει για κάποια δευτερόλεπτα και μετά σηκώθηκε και όσο πιο σιγά μπορούσε πήγε και κοίταξε προς τον διάδρομο. Έμεινε ακίνητη μέχρι που άκουσε την καρέκλα να τρίζει, σημάδι ότι ο Χάρυ είχε κάτσει πάλι στην καρέκλα του. Κούνησε το κεφάλι της ικανοποιημένη και άνοιξε το ψυγείο.  Ψαχούλεψε πίσω από κάποιες σακούλες και έβγαλε ένα μικρό τάπερ. Το άνοιξε και με λαδωμένα δάχτυλα έβγαλε δυο κομμάτια λαρδί που τα έχωσε στο στόμα της βιαστικά. Μετά έβαλε το τάπερ στην θέση του και ξετρύπωσε από το βάθος του ψυγείου ένα μεγάλο κομμάτι σαλάμι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Κάθισε στην θέση της και άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά μαζί με μια μεγάλη φέτα ψωμί. Μόλις τελείωσε ρεύτηκε δυνατά και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα. «Εγώ δεν θα μαγειρεύω για να πετάω το φαγητό κύριε Χάρυ. Και το βράδυ το ίδιο θα φάμε. Άν δεν σου αρέσει να πας στην ταβέρνα» φώναξε δυνατά για να την ακούσει ο άντρας της.
 Ο Χάρυ αναστέναξε βαθιά και πήρε το αεροπλάνο στα χέρια του. «Ωραία, σκέφτηκε. Αύριο θα είναι έτοιμο». Χαμογέλασε με την σκέψη του. Το πρωί θα πήγαινε στο πάρκο και θα δοκίμαζε το γκρίζο Spitfire με τα δόντια του καρχαρία ζωγραφισμένα κάτω από το cockpit. Μετά θα το δώριζε στον γιο της ανιψιάς του, Καθλίν. «Ο Θεός να την έχει καλά» μουρμούρισε ο Χάρυ. Είχε περάσει το πρωί από το σπίτι τους και ευτυχώς που η Μάρθα έλειπε. Του είχε φέρει μια μεγάλη μερίδα μπιφτέκια με πίτες από το ελληνικό εστιατόριο που είχε ο άντρας της και μόλις εκείνη έφυγε ο Χάρυ το καταβρόχθισε μουγκρίζοντας από ικανοποίηση. Είχε περισσέψει ένα μπιφτέκι με μια πίτα τα οποία τα είχε κρύψει πίσω από τα εργαλεία του. Το βράδυ θα ήταν ό, τι έπρεπε και να το φας εσύ κυρία Μάρθα το λασπωμένο κουνουπίδι, μουρμούρισε. Λες και δεν ήξερε ότι έκρυβε διάφορα φαγητά στο ψυγείο για να τα τρωει μόνη. Ακούμπησε το μικρό κατσαβίδι πάνω στον παλιό ξύλινο πάγκο και έμεινε ακίνητος για μια στιγμή απολαμβάνοντας τον χλωμό ήλιο του μεσημεριού που έμπαινε στα κλεφτά μέσα από το παράθυρο με την κίτρινη λουλουδάτη κουρτίνα.  

Αυτές οι μπαγιάτικες μαργαρίτες της κουρτίνας τον γύριζαν πολλά χρόνια πίσω. Τότε που το δωμάτιο αυτό ήταν της κόρης τους της Αλίκης. Την είχε σκοτώσει ένας απρόσεχτος οδηγός καθώς έκανε ποδήλατο στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι τους. Ήταν μόλις δέκα χρονών και όταν ξεψύχησε στα χέρια του μαζί της πέθαναν και ο ίδιος με την Μάρθα. Και σιγά-σιγά αυτό το φωτεινό σπιτάκι κατέληξε να είναι μια σκοτεινή σπηλιά με δύο ανήμπορα θηρία μέσα του που γρύλιζαν το ένα στο άλλο με την πρώτη ευκαιρία. Σηκώθηκε και άρχισε να τακτοποιεί τα εργαλεία καθαρίζοντας τον πάγκο μέχρι που πάνω του έμεινε μόνο το μικρό αεροπλάνο. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο ράφια στην μια πλευρά του τοίχου με τα μισά από αυτά φορτωμένα με μικρά και μεγάλα εργαλεία  ενώ στα άλλα μισά ράφια βρίσκονταν τακτοποιημένα με χρονολογική σειρά περιοδικά για τον μοντελισμό και κόμικς που μάζευε εδώ και σαράντα χρόνια. Μια φθαρμένη αλλά αναπαυτική μπερζέρα με ένα μικρό σκαμπό στα πόδια της ακουμπούσε στον απέναντι τοίχο. Δίπλα της ήταν αφημένο ένα παλιό μπαστούνι baseball. Λίγους μήνες πριν η Αλίκη σκοτωθεί είχε αρχίσει να της μαθαίνει το παιγνίδι.
Εδώ κοιμόταν ο Χάρυ χρόνια πια γιατί δεν μπορούσε να ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι με την μεταλλαγμένη Μάρθα. «Ναι, μεταλλαγμένη. Υβρίδιο φώκιας με φάλαινα» ψιθύρισε ο Χάρυ και έπνιξε ένα ειρωνικό γέλιο.  Μια μικρή φωτογραφία με ένα χαμογελαστό κορίτσι πάνω σε ένα κόκκινο ποδήλατο στεκόταν στο περβάζι. Ο Χάρυ έσκυψε και για πολλοστή φορά χάιδεψε απαλά με τρεμάμενα δάχτυλα την φωτογραφία. Όρθωσε το κορμί του νιώθοντας τα γέρικα κόκαλα να τρίζουν από την προσπάθεια. 

Τι στην ευχή, σκέφτηκε, ένα ποτήρι κονιάκ μαζί με ένα κομμάτι σοκολάτα θα ήταν ότι έπρεπε αυτήν την στιγμή που ένιωθε την πίκρα να του ροκανίζει την ψυχή. Αν η δυστυχία του μεθούσε λίγο μπορεί να μαλάκωνε και να μην τον καταβρόχθιζε από μέσα προς τα έξω. Πήγε στην κουζίνα και πήρε ένα ποτήρι αφού πρώτα το μύρισε και το σκούπισε γερά με μια πετσέτα. Περνώντας από το μικρό σαλόνι είδε την τηλεόραση ανοιχτή και την Μάρθα να ροχαλίζει με το στόμα μισάνοιχτο ξαπλωμένη στον καναπέ. Αν ήταν τυχερός θα γυρνούσε κάποια στιγμή πλευρό και θα έπεφτε κάτω χτυπώντας το κεφάλι της στο μικρό τραπέζι. Σίγουρα έτσι θα σταματούσε να ροχαλίζει και αν ήταν ακόμα πιο τυχερός μπορεί και να μην μιλούσε ποτέ ξανά. Γύρισε στο δωμάτιο του και πίσω από ένα κουτί με εργαλεία έβγαλε ένα μικρό φλασκί με κονιάκ και ένα μικρό κουτί με σοκολατάκια. Δωράκι από την ανιψιά του και αυτό. Γέμισε το ποτήρι με κονιάκ και πήρε ένα σοκολατάκι βάζοντας όλα ξανά στην θέση τους. Άνοιξε την στενή ντουλάπα πίσω από την πολυθρόνα και έβγαλε ένα μικρό μαξιλάρι και μια χνουδωτή κουβέρτα. Ξάπλωσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του βάζοντας πίσω από το κεφάλι του το μαξιλάρι και με την χνουδωτή κουβέρτα σκέπασε το μεγαλύτερο μέρος του σώματός του. Πριν κατεβάσει την πρώτη μεγάλη γουλιά έφερε την μια άκρη της κουβέρτας στην μύτη του και μύρισε βαθιά. Είχε ακόμα την εντύπωση πως το ύφασμα έφερνε την μυρωδιά της κόρης του. Έβαλε το σοκολατάκι στο στόμα και το άφησε να λιώσει απολαμβάνοντας την αίσθηση. Μόλις ήπιε όλο το κονιάκ σχεδόν μονορούφι, μια γλυκιά ζέστη τον πλημμύρισε. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στην μεσημεριάτικη σιωπή. 

Ένα μικρό χέρι τον χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο και στα ρουθούνια του έφτασε η μυρωδιά ανθισμένων χαμομηλιών. Άνοιξε τα μάτια του έκπληκτος αντικρίζοντας την πεθαμένη κόρη του, την Αλίκη, όπως ήταν ακριβώς την μέρα που πέθανε. Πλεγμένα σε κοτσίδες τα καστανά μαλλάκια της με ένα πράσινο παντελόνι και μια κόκκινη μπλούζα. Του χαμογέλασε διάπλατα ενώ με το δάχτυλό της του έκανε νόημα να μην μιλήσει. Τα μάτια της πετούσαν γαλάζιες σπίθες και αυτό σήμαινε πως  ήταν έτοιμη να κάνει μια σκανταλιά. Του έκανε νόημα να την ακολουθήσει και ο Χάρυ νιώθοντας τα πόδια του κομμένα κίνησε ξοπίσω της. Περνώντας από το σαλόνι είδε την Μάρθα ακόμα κοιμισμένη και το ροχαλητό της του φάνηκε σαν το ξεφύσημα φάλαινας που την έχει ξεβράσει η θάλασσα στα βράχια. Μόλις βγήκαν από την κουζίνα διαπίστωσε με έκπληξη ότι είχε κιόλας βραδιάσει. «Που πάμε;» την ρώτησε ψιθυριστά. Το κορίτσι χωρίς να του απαντήσει του έδειξε με το χέρι της προς το πίσω μέρος του σπιτιού όπου υπήρχε μια σκοτεινή τρύπα στον φράχτη. Τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε προς τα εκεί. Η τρύπα στέκονταν χρόνια εκεί αλλά ο Χάρυ δεν είχε δώσει ποτέ σημασία ούτε είχε ενδιαφερθεί να την φτιάξει. Τώρα του φάνηκε ότι σαν ένα ορθάνοιχτο στόμα κάποιου σκοτεινού εχθρού. Η Αλίκη μπήκε μέσα κάνοντας του νόημα να την ακολουθήσει. «Μην πας εκεί μέσα, παιδί μου. Έχω κακό προαίσθημα» είπε ο Χάρυ με βραχνή φωνή. Αλλά το κορίτσι χαμογέλασε και συνέχισε να προχωράει προς τα μέσα. Η τρύπα ήταν αρκετά μεγάλη και έσκυψε ελάχιστα το κεφάλι του. Λογικά η τρύπα έβγαινε στο διπλανό σπίτι αλλά είχε αρχίσει να φοβάται γιατί περπατούσαν αρκετή ώρα και είχε την τρελή εντύπωση πως κατέβαιναν. Μια μούχλα πλανιόταν μέσα στο υγρό χώρο και ένιωσε διάφορα ζωύφια να προσπαθούν να σκαρφαλώσουν πάνω του.  «Φτάνει μέχρι εδώ. Δεν συνεχίζω άλλο. Πάμε γρήγορα πίσω» είπε αυστηρά προσπαθώντας να μην ακουστεί ο φόβος του. Η κόρη του γύρισε προς το μέρος του και στο ελάχιστο φως που υπήρχε είδε με τρόμο το πρόσωπό της να αλλάζει. Τα μαλλιά της άρχισαν να πέφτουν από το κεφάλι της μέχρι που το κρανίο της έμεινε σχεδόν γυμνό, η σάρκα άρχισε να λιώνει και τα μάτια της από δυο κομμάτια ουρανού έγιναν δυο κάρβουνα της κόλασης. Το στόμα της τραβήχτηκε προς τα πίσω και μια σειρά από μυτερά δόντια φάνηκαν απειλητικά. «Πεινάω, μπαμπά. Πεινάω πολύ» του είπε και η φωνή της ακούστηκε σαν να έβγαινε από τα έγκατα της γης. Ο Χάρυ ούρλιαξε από τον τρόμο και άρχισε να τρέχει προς τα έξω όταν τα σκελετωμένα χέρια της άρπαξαν με δύναμη την ρόμπα του και τον τράβηξαν προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα χτυπώντας το κεφάλι του στο χώμα. Η κόρη του πλησίασε το άσαρκο πρόσωπό της κοντά στο δικό του και η ανάσα της βρωμούσε θάνατο. «Πεινάω, μπαμπά μου. Πεινάω πολύ» είπε και άνοιξε το στόμα της διάπλατα...

«Πάλι μεθοκοπούσες, βρε ανεπρόκοπε; Γι αυτό βογκάς σαν πληγωμένο μοσχάρι;» ακούστηκε η φωνή της Μάρθας. Ο Χάρυ τινάχτηκε πάνω ουρλιάζοντας σχεδόν. Πέρασε το χέρι του από το ιδρωμένο μέτωπό του ενώ ξεφυσούσε βαριά. Η γυναίκα του στεκόταν από πάνω του με τα χέρια στην μέση και τον κοιτούσε περίεργα. «Το ήξερα ότι μπεκροπίνεις τα μεσημέρια και τα βράδια και ότι κρύβεις διάφορα ποτά εδώ μέσα. Άχρηστε γεροξεκούτη. Αν πάθεις τίποτα θα σε βάλω στο άσυλο και θα φύγω. Θα πάω στην Φλόριντα και εσύ να πας στο διάβολο. Κουράστηκα πια να σε υπηρετώ και να σε ταίζω και εσύ να χαλάς τα λεφτά σου σε ποτά και άχρηστα πράγματα». Ο Χάρυ σηκώθηκε ζαλισμένος από τον εφιάλτη ενώ η Μάρθα συνέχιζε να τον ψέλνει. Χωρίς να της απαντήσει πήγε προς το μπάνιο αλλά εκείνη τον πήρε στο κατόπι συνεχίζοντας να φωνάζει. Μόλις μπήκε στο μπάνιο έκλεισε την πόρτα και κλείδωσε. Η γυναίκα του, απτόητη, είχε σταθεί έξω από την πόρτα και μιλούσε δυνατά. Άνοιξε την βρύση και έριξε αρκετό νερό στο πρόσωπό του. Τον είχε ταράξει απίστευτα ο εφιάλτης. «Κομμένο το κονιάκ, Χάρυ» είπε στον εαυτό του καθώς κοίταζε το χλωμό του πρόσωπο στον καθρέπτη. Κάθισε αρκετή ώρα μέσα και μόλις ηρέμησε αρκετά ξεκλείδωσε την πόρτα. Η Μάρθα είχε βαρεθεί από ώρα και την άκουσε να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα προφανώς καταπίνοντας οτιδήποτε φαγώσιμο είχε κρύψει. Πήγε στην κρεβατοκάμαρά τους και άλλαξε ρούχα. Θα έβγαινε μια βόλτα. Είχε ανάγκη να ξεφύγει λίγο από τον αποπνικτικό αέρα που υπήρχε μες στο σπίτι και να καθαρίσει το κεφάλι του από το τρομακτικό όνειρο. «Που πας; Να αγοράσεις κι άλλο ποτό;» τον ειρωνεύτηκε η γυναίκα του που στεκόταν στην πόρτα πιάνοντας όλο το άνοιγμα με το τεράστιο σώμα της. «Κάνε στην άκρη, Μάρθα. Έχω ανάγκη να πάω μια βόλτα. Και σκούπισε τα λάδια από το σαγόνι σου και δεν θα ήταν κακό να  πλύνεις λίγο τα δόντια σου. Η ανάσα σου βρωμάει ψόφιο ψάρι» είπε ο Χάρυ αφήνοντας την Μάρθα άφωνη. Σπάνια της αντιμιλούσε ο Χάρυ. Με την ανάποδη του χεριού της σκούπισε το σαγόνι παραμερίζοντας για να περάσει ο άντρας της.  Καθώς ο Χάρυ έβγαινε από το σπίτι την άκουσε να κλαψουρίζει «Εγώ η κακομοίρα τα δίνω όλα κι αυτός ο άχρηστος μου μιλάει έτσι. Παλιάνθρωπε, έπρεπε να έχω παντρευτεί τον Τόνυ».
«Τυχερέ Τόνυ. Παρά τρίχα γλύτωσες» μουρμούρισε ο Χάρυ καθώς έβγαινε από την αυλόπορτα. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα δύσει και ήταν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα. Οι αζαλέες είχαν ανθίσει και οι φωνές των παιδιών του φάνηκαν σαν κελαηδίσματα. και ο Χάρυ ένιωσε να φεύγει λίγο το βάρος από την ψυχή του. Άρχισε να περπατάει προς το ανθοπωλείο που υπήρχε στην γωνία. Πήρε ένα μικρό μπουκέτο φρέσκα αγριολούλουδα και διασχίζοντας την λεωφόρο κατευθύνθηκε προς το νεκροταφείο της πόλης. Πέρασε από το μεγάλο καταπράσινο πάρκο που ήταν γεμάτο με νέα ζευγαράκια και παιδιά που έπαιζαν μπάλα. Έστριψε δεξιά στο τέλος του πάρκου και πέρασε μες στο νεκροταφείο. Όταν έφτασε στο τάφο της κόρης του, έσκυψε και απίθωσε στην μικρή μαρμάρινη πλάκα το μπουκέτο. Κάθισε κάτω και χάιδεψε τα γράμματα που ήταν χαραγμένα πάνω στο μάρμαρο «Alice Jane Crowford. 1980-1990. Our beloved earth angel lies here». Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν καυτά στα μάγουλα του αλλά δεν έκανε τίποτα για να τα σταματήσει.  

Όταν ξεκίνησε για το σπίτι ο ήλιος είχε πέσει για τα καλά και οι σκιές σέρνονταν ύπουλα στις γωνίες των δρόμων. Μια περίεργη ησυχία υπήρχε στην γειτονιά και το τρίξιμο της αυλόπορτας ακούστηκε εκκωφαντικό στα αυτιά του. Μια γάτα νιαούρισε και τρίφτηκε στα πόδια του ζητιανεύοντας προσοχή. Έσκυψε να την χαϊδέψει αλλά εκείνη τινάχτηκε τρομαγμένη και σκαρφάλωσε στον μεγάλο μαύρο κάδο  σκουπιδιών που στεκόταν στην γωνία δεξιά μόλις έμπαινες στο σπίτι. Ο Χάρυ κοίταξε την γάτα που ακροβατούσε στον κάδο και ένιωσε αδικαιολόγητα την ανάσα του να κόβεται. «Πρόσεξε μην πέσεις μέσα» μουρμούρισε και αμέσως μετά κούνησε το κεφάλι του αηδιασμένος με τον εαυτό του. «Μου φαίνεται πως όντως έχεις αρχίσει να το χάνεις» είπε δυνατά. Εκείνη την ώρα η γάτα άρχισε να γλιστράει προς το εσωτερικό του κάδου. Νιαουρίζοντας προσπάθησε απεγνωσμένα να κρατηθεί γρατζουνίζοντας με τα νύχια της την σιδερένια λεία επιφάνεια του κάδου. Ο Χάρυ πήγε με μεγάλα βήματα προς τον κάδο. «Ανόητη γάτα. Άντε να δω πως θα σε βγάλω από εκεί μέσα». Φτάνοντας πάνω από τον κάδο, άκουσε τα αγωνιώδη νιαουρίσματα της γάτας από μέσα. Το ζώο ακουγόταν σαν κάποιος να το ξέσκιζε. Κοντοστάθηκε μην θέλοντας να κοιτάξει μέσα. Μες στο βράδυ το άνοιγμα του κάδου φαινόταν σαν το ακίνητο στόμα θηρίου. Υπνωτισμένος κοίταξε στο εσωτερικό του κάδου. Το φως που έπεφτε από τον φανοστάτη δεν ήταν αρκετό για να δει καθαρά. Αλλά αυτό που είδε ήταν αρκετό. Η γάτα είχε πάψει να νιαουρίζει και το σώμα της φαινόταν σαν να ήταν κομμένο στα δύο. Ένα τριχωτό πλάσμα μασούλαγε με θόρυβο τραβώντας με τα κοφτερά δόντια του τις σάρκες της γάτας. Όταν ένιωσε ότι κάποιος τον κοιτούσε γύρισε και κοίταξε προς τα πάνω. Ο Χάρυ είδε ένα ζευγάρι κόκκινα μάτια να τον κοιτούν ατάραχα. «Πεινάω πολύ μπαμπά μου. Πεινάω πάρα πολύ» είπε το αποκρουστικό πλάσμα πριν ο Χάρυ βάλει το καπάκι πάνω στον κάδο πανικόβλητος. Τρέχοντας μπήκε μες στο σπίτι διπλοκλειδώνοντας. Ακούμπησε πάνω στην πόρτα ασθμαίνοντας. «Τρελαίνομαι. Δεν μπορεί να είδα αυτό που είδα και να άκουσα αυτό που άκουσα» είπε στον εαυτό του. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ηρεμήσει και τότε άκουσε την Μάρθα να κινείται μες στο δωμάτιο του.

Μια οργή από το πουθενά τον κατέκλυσε και ξεχνώντας τα πάντα μπήκε στο δωμάτιο του. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος κοιτάζοντας την Μάρθα που είχε ανακατέψει τα ράφια αποκαλύπτοντας τα μικρά μυστικά του. Το φλασκί του, τα σοκολατάκια και ένα πακέτο κρακεράκια ήταν πάνω στο πάγκο. Η γυναίκα του είχε βρει και το μικρό πακέτο με το μπιφτέκι και το έτρωγε με τα δάχτυλα βιαστικά. Μόλις τον αντιλήφθηκε γύρισε προς το μέρος του. «Ώστε λοιπόν, ανεπρόκοπε, κρύβεις φαγητά εδώ και εγώ η καημένη πεινάω συνέχεια και αναγκάζομαι να τρώω τα νερόβραστα λαχανικά. Υποκριτής ήσουν πάντα Χάρυ και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν ο εαυτός σου» φώναξε φτύνοντας από την μανία της μικρά κομμάτια μπιφτεκιού προς το μέρος του. Μια παγερή θανάσιμη ηρεμία απλώθηκε απ άκρη σ άκρη μες στην ψυχή του. Άγγιξε το μπαστούνι του baseball που ήταν δίπλα στην πολυθρόνα του.
 «Πεινάς πολύ, Μάρθα;» την ρώτησε ευγενικά ενώ τα δάχτυλα του έσφιγγαν γερά την λαβή του μπαστουνιού. Η γυναίκα του σταμάτησε για μια στιγμή να μιλά ενώ τα μάτια της στένεψαν καχύποπτα.
 «Πάλι με κοροϊδεύεις, κύριε Χάρυ; Ναι πεινάω πολύ. Με τα λεφτά που περισσεύουν από αυτές τις βλακείες που φτιάχνεις δεν μπορούμε να αγοράζουμε πολύ φαγητό. Αλλά εσένα δεν σε νοιάζει. Έχεις την ανιψιά σου που σου φέρνει φαγητό και το τρως μόνος σου. Αλλά θα την δω κάποια στιγμή και θα της τα πω και αυτής ένα χεράκι. Και σε αυτήν και στον λιγδιάρη τον άντρα της. Για σήμερα φάε το αεροπλάνο που έφτιαξες» ούρλιαξε η Μάρθα και με το χέρι της έσπρωξε το αεροπλάνο ρίχνοντας το κάτω. Η σιωπή που ακολούθησε τον θόρυβο που έκανε το αεροπλάνο καθώς διαλυόταν ήταν σύντομη. «Νομίζω ότι εσύ έφαγες αρκετά, κυρία Μάρθα» είπε ο Χάρυ ήρεμα και σηκώνοντας το μπαστούνι το έφερε με δύναμη στο κεφάλι της. Η γυναίκα του, απροετοίμαστη, έπεσε κάτω βογκώντας ενώ τα αίματα κυλούσαν στο πρόσωπο της και στο πάτωμα. «Χχχάααρυυυ τι κάνεις;» προσπάθησε να πει αλλά ο Χάρυ την χτύπησε ξανά στο πρόσωπο σπάζοντας όλα της δόντια. «Προσπαθώ να σου πω ότι πρέπει να σταματήσεις πια να μιλάς τόσο πολύ και να τρως τόσο πολύ» είπε ο Χάρυ συνεχίζοντας να την χτυπάει. Όταν σταμάτησε το πρόσωπο της Μάρθας ήταν μια ακανόνιστη κόκκινη μάζα κρέατος.  Ο Χάρυ την παραμέρισε με το πόδι του, ακούμπησε το ρόπαλο κάτω και πήγε στην κουζίνα. Πήρε την σφουγγαρίστρα και αρκετές πετσέτες και ξαναγύρισε στο δωμάτιο όπου η Μάρθα κείτονταν σαν ψόφια φώκια. Την έσυρε με κόπο προς την πόρτα που ένωνε το σπίτι με το παλιό γκαράζ που χρόνια πια δεν χρησιμοποιούσαν. 

Άφησε την Μάρθα-φώκια στο πάτωμα και άνοιξε την πόρτα. Ο χώρος ήταν σκοτεινός και μύριζε μούχλα. Ψηλάφισε στο σκοτάδι μέχρι να βρει τον διακόπτη. Άναψε τα φώτα και κοίταξε τριγύρω του. Το γκαράζ ήταν άδειο εκτός από ένα παλιό τσεκούρι και αράχνες που κρέμονταν παντού. Έσυρε με κόπο το πτώμα μέσα και έκλεισε την πόρτα. «Και τώρα, κυρία Μάρθα, θα γίνεις εσύ το φαγητό» είπε και γέλασε δυνατά. Του πήρε κοντά δύο ώρες για πετσοκόψει το σώμα της γυναίκας του σε όσο πιο μικρά κομμάτια μπορούσε. Τα έβαλε σε σακούλες σκουπιδιών τις οποίες έδεσε σφιχτά. Άνοιξε την συρταρωτή πόρτα του γκαράζ και μία-μία τις μετέφερε κοντά στον μεγάλο, μαύρο κάδο. Αφουγκράστηκε για μια στιγμή αλλά δεν ακουγόταν τίποτα από μέσα. Άνοιξε διστακτικά το καπάκι και πέταξε γρήγορα μέσα την πρώτη σακούλα κλείνοντας το πάλι. Περίμενε λίγο και τότε από το εσωτερικό του κάδου άρχισε να ακούγεται ο ίδιος φρικιαστικός θόρυβος που είχε ακούσει και πριν ώρες. Σαγόνια που έκλειναν γύρω από σάρκα και μικρά τρομακτικά βογκητά ηδονής. Με τον ίδιο τρόπο έριξε όλες τις σακούλες μες στον κάδο κλείνοντας ερμητικά το καπάκι. Ας τα έβγαζαν πέρα οι σκουπιδιάρηδες με ό τι και αν βρισκόταν εκεί μέσα. «Ελπίζω τώρα να μην πεινάς πια» μουρμούρισε και μπήκε μες στο σπίτι. Αφού καθάρισε τα πάντα πέταξε τις ματωμένες πετσέτες στον σκουπιδοφάγο της κουζίνας και πήγε στο μπάνιο.Τα ρούχα του ήταν γεμάτα αίμα  και εγκεφαλική ουσία. «Ανάθεμα, είπε θυμούμενος τον Μάκβεθ, ποιος θα το πίστευε ότι η γριά θα είχε τόσο πολύ αίμα». Γδύθηκε και έβαλε τα ρούχα του σε μια σακούλα. Θα κατέληγε και αυτή στον σκουπιδοφάγο. Έκανε ένα καυτό μπάνιο, ξυρίστηκε και μετά από χρόνια φόρεσε after save. Φόρεσε το καλό του μαύρο παντελόνι και το λευκό του πουκάμισο και χτένισε προσεκτικά τα αραιά μαλλιά του προς τα πίσω. Όταν πήγε στην κουζίνα την σακούλα κοίταξε έξω προς τον κήπο εκεί όπου στεκόταν ο κάδος. Έμεινε στήλη άλατος όταν τον είδε αναποδογυρισμένο με το καπάκι βγαλμένο. Μετά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Ναι αυτό θα ήταν δίκαιο» μονολόγησε. Πήρε ένα καθαρό ποτήρι και πήγε στο δωμάτιο του. Έκλεισε την πόρτα και κάθισε στην πολυθρόνα του γεμίζοντας μέχρι πάνω το νεροπότηρο με κονιάκ. Στην ποδιά του ήταν ακουμπισμένο το κουτί με τα σοκολατάκια. Άρχισε σιγά-σιγά να τρωει και να πίνει.
Είχε ήδη μεθύσει όταν άκουσε το πρώτο γρατζούνισμα στην πόρτα. Ένας ανατριχιαστικός ψίθυρος έφτασε στ αυτιά του. «Ακόμα πεινάω...»

3 σχόλια:

  1. Υπέροχο! Οι περιγραφές γλαφυρές, ο διάλογος ρεαλιστικός και η πλοκή απρόβλεπτη.
    Ένα πολύ καλογραμμένο διήγημα, γεμάτο νατουραλιστικά στοιχεία. Τα θερμά μου συγχαρητήρια στην συγγραφέα, μας χάρισε ένα υπέροχο ανάγνωσμα. Εύχομαι να συνεχίσει έτσι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αν και υπάρχει έγκλημα και είναι σκληρό στην υπόθεση, το διάβασα σαν παραμύθι.Κι αυτό είναι επίτευγμα, νομίζω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news