Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

[Μετρώντας χαραυγές] της Μαρίας Ροδοπούλου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ


"Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία" Ανδρέας Κάλβος

Ένιωσε το χάραμα να σέρνεται κάτω από το χοντρό πανί του πρόχειρου καταλύματος και το άρωμά της επιτέθηκε άμεσα στα ρουθούνια του. Ω ναι, την αισθανόταν την αυγή αρκετή ώρα πριν σηκώσει το φουστάνια της και φανερώσει το λαμπερό στρογγυλό κορμί της. Είχε αυτήν την μυρουδιά και τον υπόκωφο θόρυβο της γυναίκας που μόλις έχει ζευγαρώσει με τον κύρη της. Τέντωσε το κορμί του νωχελικά και χάιδεψε τα ζεστά καπούλια της γυναίκας του.

Σφιχτά-σφιχτά ακόμα, σκέφτηκε κρυφογελώντας κάτω από τα μουστάκια του. Φρόντιζε να την κρατά νια. Όμορφη γυναίκα, καλό προξενιό. Δέκα κατσίκες, δυο μουλάρια, ένα σεντούκι προικιά και 3 ολόχρυσες λίρες. Αλλά πάνω απ΄όλα ήταν καλή γυναίκα. Ήξερε πότε να μιλήσει και πότε να σιωπήσει. Ποτέ δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω της. Αυτά είναι για τους άνανδρους, δασκάλευε τον γιο όταν ήταν ακόμα αμούστακο. Η γυναίκα είναι σαν το χωράφι. Άμα δεν το καλλιεργείς με χέρι σταθερό και γεμάτο αγάπη πως θα καρπίσει και θα σου δώσει υγιείς σοδειές;

Σηκώθηκε προσεχτικά χωρίς να θέλει να την ξυπνήσει. Ας την λίγο, είπε στον εαυτό του, εψές παραλίγο να βγει η ψυχή μας από την κούραση του ταξιδιού. Ένα φτηνό παραβάν χώριζε στην μέση το κατάλυμα. Στην άλλη μεριά κοιμόταν η κόρη. Έριξε μια κλεφτή ματιά και οι ρυτίδες μαλάκωσαν καθώς έπεσε το βλέμμα του στο στερνοπούλι του.


‘ α μαρή ξελογιάστρα. Τι θα κάνω μ’ εσένα; Τα δεκάξι πατάς όπου να’ ναι και ο ένας σου μυρίζει και ο άλλος σου βρωμάει. Αλλά που θα πάει. Θα σου βρω τον κατάλληλο κύρη. Μην ανησυχείς κόρη μου. Όποιος σε πάρει θα έχει να δίνει σε μένα λόγο. Θα τρέμει ο κούρου του έτσι και είναι σκρέτου»


Φόρεσε την βράκα πάνω από το μακρύ μάλλινο εσώρουχο και ρίχνοντας την κάπα βγήκε έξω. Ομίχλη κατέβαινε από τα ψηλά και το Πάπιγκο έμοιαζε σαν να είχε παραδοθεί στα ξωτικά της καταχνιάς. Κοίταξε γύρω του με προσοχή. Η κατασκήνωση ήταν ακόμα ήσυχη. Είχαν όλοι ταλαιπωρηθεί να περάσουν τα χιονισμένα βουνά μέχρις εδώ. Αλλά ήταν ή δεν ήταν ο αρχηγός της φυλής του; Σύντομα θα έφταναν στο μέρος όπου θα ξεχειμάδιαζαν και αυτοί και τα ζωντανά τους.

Τραβήχτηκε πίσω από ένα βράχο και ανακούφισε τον εαυτό του βγάζοντας ένα βογκητό λύτρωσης. Ωρέ παραλίγο να σκάσουν τα άτιμα, είπε γελώντας και αφού κουμπώθηκε καλά στάθηκε μέχρι την άκρη του γκρεμού. Ένας αετός έκανε χαμηλή πτήση ψάχνοντας για τροφή. Ευτυχώς που σιγουρέψαμε τα ζα, σκέφτηκε ξύνοντας τ’ αχαμνά του.
Ο ήλιος σερνόταν αγκομαχώντας πίσω από τις απάτητες βουνοκορφές και οι καμινάδες των σπιτιών θύμιζαν μικρά στάσιμα τρένα.
«Ήπιαμε πολύ νερό στα ξένα. Γέμισε ο λάρυγγας κούτσουρα από τα βελάσματα των άπιστων. Βρώμισαν τα ρούχα μας από την πριτζιά αλλοεθνών. Ω ναι έφυγαν πολλοί ήλιοι και εμείς αμίλητοι υπομέναμε. Μπόολου σ’ λεάγκα ντικοάρνι σ’όμλου ντι λίμπα»
(το βόδι δένεται από τα κέρατα και ο άνθρωπος από την γλώσσα)

«Αλλά τελείωσε το ξόδεμα των ημερών στα ποτάμια που μάζεψαν το αίμα μας και το σκόρπισαν στις αχάριστες όχθες τους.»


Ώρα για πρωινό, μονολόγησε και κίνησε κατά την φωτιά που ακόμα σιγόκαιγε. Οι άνθρωποί του είχαν αρχίσει και έβγαιναν έξω σαν τα σαλιγκάρια. Σε λίγο φάνηκε και η δική του. Ντυμένη και πεντακάθαρη με τις πλεξούδες της σφιχτά δεμένες να φτάνουν ίσαμε την μέση της. Φεγγαροπρόσωπη με μάτια σαν ακίνητες λίμνες περπάτησε με χάρη προς το μέρος του.

‘Αχ βασανάκι μου. Άλλος κανείς δεν έτυχε τέτοια γυναίκα. Μόνο εγώ’ σκέφτηκε περήφανα στρίβοντας τα μουστάκια του. Ήταν σκληρή η ζωή αλλά η ανταμοιβή της ήταν το πιο γευστικό ψωμί.
Στάθηκε στο πλάι του και μαζί κοίταξαν την κοιλάδα που ανοιγόταν κάτω από τα πόδια τους. Στρυφνή γη γκρινιάρα κι απαιτητική. Αλλά τα γεμάτα κάλους χέρια τους ήξεραν να γητεύουν και την πιο σκληρή πέτρα.
Άπλωσε την χερούκλα του και έσφιξε στην αγκαλιά του την γυναίκα.
«Κοίτα Αστέρω γύρω σου. Από δω και στο εξής σ’ αυτή την γη θα μετράμε τις χαραυγές μας. Μουσιάτι μπάνα, μουγιέρι μου και η μπουκιά ζυμωμένη με το ελληνικό χώμα»
Αμίλητοι παρακολούθησαν τον αετό να υψώνεται προς την μεριά του ήλιου. Η δυνατή κραυγή του αντήχησε στα φαράγγια. Τίποτα δεν θα σταματούσε την πορεία τους προς την ελευθερία.

πηγή λεξιλογίου vlaxoi.net 

1 σχόλιο:

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news