Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης ~ Άρθρο

του Ματθαίου Ματθαιάδη

"Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός.
Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας" Ο. Ελύτης


Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης μετά από την εισήγηση του τότε πρέσβη της Ελλάδος στην UNESCO συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορική εκφραστικότητα  και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».

Η Ποιητική του Αριστοτέλη ήταν η πρώτη αυτοτελής και συστηματική μελέτη για την ποίηση, όχι όμως με τη σημερινή σημασία της ποίησης, αλλά με τη σημασία αυτού που σήμερα αποκαλούμε Λογοτεχνία. Ο Αριστοτέλης ορίζει την ποίηση ως «μίμηση» δηλαδή ως αναπαράσταση της πραγματικότητας. Τα ποιητικά είδη που εξετάζει είναι η τραγωδία και το έπος και αποκλείει από τη μελέτη του τη λυρική ποίηση, επειδή το περιεχόμενό της είναι μη αφηγηματικό, επομένως μη μιμητικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Αριστοτέλης δεν ταυτίζει την έννοια της ποιήσεως με την έννοια του μέτρου, αφού τονίζει ότι ένα έργο σε έμμετρη μορφή δεν είναι κατ' ανάγκην ποιητικό.  
Από την εποχή της Αναγέννησης ως το τέλος της περιόδου του κλασικισμού η θεώρηση της λογοτεχνίας στηριζόταν στην Ποιητική του Αριστοτέλη. Για την αναφορά στο λογοτεχνικό φαινόμενο χρησιμοποιείτο ακόμα ο όρος «ποίηση», ενώ ο πεζός λόγος (Prosa) δεν είχε ακόμα θέση στον λογοτεχνικό κανόνα.
Η μεγάλη αλλαγή στη θεώρηση της λογοτεχνίας σημειώθηκε τον 18ο-19ο αι. υπό την επίδραση του Ρομαντισμού. Από τότε η λογοτεχνία άρχισε να αντιμετωπίζεται όχι πλέον ως «μίμηση» της πραγματικότητας, αλλά ως «έκφρασή» της. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο συγγραφέας με το έργο του δε μιμείται την πραγματικότητα, αλλά «δημιουργεί» μια δική του πραγματικότητα. Η λογοτεχνία θεωρείτο πλέον «έκφραση» του ψυχικού κόσμου του δημιουργού και η έννοιά της περιορίστηκε και αποκλείστηκαν όσα κείμενα είχαν μόνο κάποια χρηστική λειτουργία (για παράδειγμα την πληροφόρηση ή την πειθώ). Εκείνη την εποχή εισήχθησαν και οι έννοιες της «φαντασίας», της «δημιουργικότητας» και της «πρωτοτυπίας» ενός έργου, οι οποίες παλαιότερα δε θεωρούνταν απαραίτητες, αφού η σύνθεση ενός έργου έπρεπε να υπακούει σε αυστηρούς κανόνες.
Την ίδια περίοδο άρχισε να χρησιμοποιείται συχνότερα ο όρος «litteratura» και να αντικαθιστά σταδιακά τον όρο «ποίηση», ο οποίος τελικά περιορίστηκε στη σημασία της «λυρικής ποίησης». Τα λογοτεχνικά γένη αποκρυσταλλώθηκαν σε ένα νέο σχήμα (Δράμα, Έπος, Λυρική ποίηση) από τον Γκαίτε και τον Χέγκελ τον 19ο αι. και παράλληλα άρχισε σταδιακά να διευρύνεται η έννοια της Λογοτεχνίας για να συμπεριλάβει τελικά και τον πεζό λόγο (διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα), οποίος είχε αρχίσει να γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη.
Η ποίηση για να υπάρξει θέλει Ποιητές , αξίες , πίστη , ήθος και όχι πλαστικότητα που μεταβάλλεται με τον χρόνο ή το ρεύμα , θέλει φωνή βροντερή που να αφυπνίζει. Ακόμη κι αν ζει ο ποιητής στην σκιά οφείλει να μεταλαμβάνει φως και να το κοινωνεί με ταπεινότητα στο Ον . Όπως ο Κάλβος , ο Σολωμός , ο Ραγκαβής.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (27 Δεκεμβρίου 1809-16 Ιανουαρίου 1892) ήταν φαναριώτης λόγιος, ρομαντικός ποιητής της Α' Αθηναϊκής Σχολής, πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διπλωμάτης.

Πρωτοεμφανίστηκε με το εκτενές αφηγηματικό ποίημα Δήμος και Ελένη το 1831, που είναι γραμμένο σύμφωνα με την τεχνική του δημοτικού τραγουδιού και η γλώσσα του προσεγγίζει αρκετά την καθομιλουμένη. Την ίδια περίοδο επίσης έγραψε πολλά ποιήματα πατριωτικά, εμπνευσμένα από την ελληνική επανάσταση, τα οποία μιμούνται τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού. Το πιό γνωστό απ' αυτά είναι Ο Κλέφτης. Σε αυτά τα ποιήματα, τα οποία βέβαια απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό, η γλώσσα του προσεγγίζει τη δημοτική. Ένα από τα πιο αξιόλογα ποιήματά του είναι η Ωδή για τον Αθανάσιο Χριστόπουλο, ποίημα που επαινούσε και ο Διονύσιος Σολωμός.

Ωδή προς Αθανάσιον Χριστόπουλον

Επέρασ’ ο χειμώνας,
ανέλυσε το χιόνι,
και 'ς τους παληούς ανθώνας,
επέστρεψες αηδόνι,
πουλί του Παρνασσού.
Το θείον πυρ που είχες,
Χριστόπουλ’, εμαράνθη,
ή ταις λευκαίς σου τρίχες
ακόμα στέφεις μ’ άνθη
μυρσίνης και κισσού;

Σ’ ανέγνωσ’, Ανακρέον,
εις δουλικάς ημέρας,
και εφαντάσθην κλαίων
ημέρας ελευθέρας
ερώτων και χαράς.
Ενώ εκελαϊδούσε
η αργυρή σου λύρα,
εστέναζον αι Μούσαι,
και η πατρίς σου χήρα
εθρήνει συμφοράς.

Τα κάλλη των Χαρίτων,
τον Βάκχον και τ’ αμπέλια
μας έψαλλες· πλην ήτον
αγέλαστα τα γέλοια
εις χείλη δουλικά.
Ψυχάς γενναίας θλίβει
η άλυσις η ξένη,
και όστις την συντρίβει
ή ευγενώς πεθαίνει,
ή ένδοξα νικά.

Αιματηρή ταινία
'ς τον ουρανόν εφάνη,
και η ελευθερία
μ’ αστέρινον στεφάνι
και μ’ ένδυμα θεάς
κατέβη ωπλισμένη
'ς τ’ αρχαία μας εδάφη,
και ως ηλεκτρισμένοι
εσχίσθησαν οι τάφοι
κ’ εξέμεσαν σκιάς.

Εις κρότον πυροβόλων,
εις στεναγμούς της φρίκης,
εις πυρπολήσεις στόλων
και εις παιάνας νίκης,
εξύπνησ’ η Ελλάς·
αφήκε τας κοιλάδας
η φοβισμένη Χάρις,
και εις τας πεδιάδας
εθέριζεν ο Άρης
γενναίων κεφαλάς.

’Σ της Θράκης το περγιάλι,
'ς τα δένδρα, 'ς τα νερά του,
που είχες γλυκοψάλει,
ολέθρου και θανάτου
εφύσησε πνοή·
'μαράθηκαν τα φύλλα
κ’ η λάμψις της ημέρας,
και άγρια μαυρίλα
εχύθ’ εις τους αέρας,
και έσβυσ' η ζωή.

Τότ' έφυγες εις δάση,
'ς ερημωμένα μέρη,
κ’ επρόσμενες να φθάση
το νέον καλοκαίρι
για να μεταφανής.
Των φίλων σου τα πάθη
πολλούς εθρήνεις χρόνους,
και είχες απομάθει
να τραγουδής με τόνους
μελωδικής φωνής.

Μα να που ανθοφόρα
η άνοιξις γυρίζει·
η μάγισσα Πανδώρα
τους λόφους μας στολίζει
με τάπητας χλωρούς.
Ω! έλα! Με κιθάραις,
οπού με ρόδα στέφουν,
η Μούσαις και η Χάρες
να, πάλιν επιστρέφουν
κι  αρχίζουν τους χορούς.

Κυλά η Ιπποκρήνη
και πάλιν μελωδίας,
κ’ εις την Ελλάδα χύνει
ποιήσεως πλουσίας
τον ενθουσιασμόν.
Ν’ αρχίσης σε ζητούμεν
της λύρας σου τον ήχον·
μ’ ευλάβειαν θ’ ακούμεν
κάθε χρυσόν σου στίχον
ως των Μουσών χρησμόν.

Η πολιά σου κόμη
ας στολισθή με ρόδα,
και ρύθμισε ακόμη
νεάζοντα τον πόδα
εις εύθυμον χορόν.
Ενέπνεεν ο έρως
τον ποιητήν της Τέου·
κ’ εκείνος ήτον γέρος,
πλην φρένας είχε νέου,
και γήρας ανθηρόν.

Ω! νέος πάλιν γίνε,
με την Ελλάδα νέος·
καθάριζε και πίνε
χωρίς μερίμνας, έως
του τέλους του γραπτού.
Εις την ελευθερίαν
ως η Ελλάς βαπτίσου,
κι ως Φοίνιξ απ’ την κρύαν
σποδόν αναγεννήσου,
και ψάλλε ως προτού.




Τα πρώτα έργα του είναι επηρεασμένα από τον ρομαντισμό και στον πρόλογο του δραματικού έργου του Φροσύνη (1837) παρουσίαζε την ρομαντική λογοτεχνική θεωρία και αυτοχαρακτηριζόταν ρομαντικός. Σταδιακά όμως απέρριψε τον ακραίο ρομαντισμό: οι απόψεις του και η γραφή του άρχισαν να μεταβάλλονται προς τον κλασικισμό και η γλώσσα του να γίνεται ακόμα περισσότερο αρχαΐζουσα. Παραδείγματα τέτοιων έργων είναι οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις Διονύσου πλους (1864) και Γοργός ιέραξ (1871), με θέματα από την αρχαιότητα.
Το ποιητικό του έργο κινείται στο κλίμα της Α' Αθηναϊκής Σχολής, υπερτερεί όμως σε σχέση με άλλα έργα των συγχρόνων του ποιητών αφού δεν έχει τα μειονεκτήματα του ατημέλητου ύφους και μέτρου και της έλλειψης ακριβολογίας. Η γλώσσα του είναι βέβαια αυστηρή καθαρεύουσα, αλλά πολύ κομψή και επιμελημένη.



* Όσον δι’ όρκους, κύριε, όρκους πολλούς,
και ασυγκρίτως πλέον απ’ αυτούς καυτούς,
όρκους καμίνια, άσβεστες πυρκαϊές,
περιγραφές ερώτων μυθιστορικών,
όπου βελάζουν ποίμνια ολόκληρα,
όπου μυρίζουν και τα νεκρολούλουδα,
και οι κουρούνες σαν αηδόνια κελαηδούν,
ανέγνωσα εις όλα τα ποιήματα,
με όσ’ αθανασίας λάτραι άγουροι
από τα βάθρα των δημοτικών σχολών
πλουτίζουν την Ελλάδα και τον τύπον της.
Οι όρκοι κ’ αι ποιήσεις αι ερωτικαί,
ως κάθε πραγματεία που επλήθυνε,
εξέπεσαν, κι ολίγην έχουν πέρασιν.



__________________________________________________

[1].Κ.Θ.Δημαρά, Ελληνικός Ρομαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1994
[2].
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Απαντα τα φιλολογικά

* .Του Κουτρούλη ο γάμος, 402-415. 1861. Άπαντα τα φιλολογικά,





Ο ποιητής στους αιώνες αναδύεται, αναζητώντας την μεταμόρφωση στο θείο αληθινό πρόσωπο. Διαρκώς γυρεύει την πραγματική διάσταση των πραγμάτων μέσα όμως από το δικό του πρίσμα και την αποδίδει με τέτοια λαχτάρα σαν να εξαρτιόταν η στάση του σύμπαντος από την αποκάλυψή του.

Ο έρωτας είναι μια διαρκής αναζήτηση δίχως ανάπαυλα, άλλωστε από μόνος του ο έρως είναι ποίηση και είτε η βεβαιότητά του είτε η απώλεια αρκούν για να κάνουν τον ποιητή επιρρεπή στην θυσία και την μεταμόρφωση .



Η δεύτερη μεταμόρφωση

Το μονοπάτι που έλπιζες να μην το λησμονήσεις.
Την Αγάπη δεν την λένε θάνατο.
(Μάθε πιο καλά τη γλώσσα των Ανθρώπων)
Αγάπη να την ονομάζεις.
Αγάπη να την εζητάς
τον Θάνατο τον λένε Θάνατο.

Φόρεσε μόνο πράσινα ξανά
και σβήσε τα κεριά
και μην εκπλήττεσαι,
που αλλάζω φως και χρώματα
σαν φαντασμαγορικό βεγγαλικό,
και μη νομίζεις λιμασμένα τα όνειρά μου.

Μη λησμονάς το φλογισμένο μονοπάτι
και το φλεγόμενο ταπέτο του.
Ό,τι μας καίει δε μας πεθαίνει
όχι, πώς να σου το πω:
Την Αγάπη δεν την λένε Θάνατο

την Αγάπη την ελένε Αγάπη.
Έτσι θα το βρεις παντού.
Ο δρόμος της
δε βγάζει όπως νομίζαμε στην άβυσσο.

Αγάπη μου
τελειώνοντας στο γράφω πάλι:
Το μονοπάτι που έλπιζες
να μην το λησμονήσεις.




Ο Σταύρος Βαβούρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Την περίοδο 1946-1952 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξαιρετικά δραστήριος παρά μια εκ γενετής αναπηρία, εργάστηκε ως καθηγητής φιλόλογος στη (δημόσια) Μέση Εκπαίδευση.
Πρώτες του δημοσιεύσεις ήταν τα ποιήματα «Σοφίας κρίματα» στο περιοδικό «Ξεκίνημα» της Θεσσαλονίκης (Ιούνιος 1944, τεύχος 6-7), και «Χίμαιρα» στο περιοδικό «Νεανική φωνή».



Στα πρώτα ποιήματά του ακολουθεί την τεχνική του Καβάφη. Δίνοντάς τους δραματουργική μορφή, σφραγίζει πρόσωπα με ιστορική υπόσταση με την αβεβαιότητα του έρωτα και το τραύμα που προκαλεί η απώλεια. Μετά το 1980 πραγματοποιεί στροφή στο έργο του: αιχμηρά αλλά και με ειρωνεία παρουσιάζει τη ματαιότητα του έρωτα και το ανέφικτο της ευτυχίας.
Ποιητής του πάθους, που δοκιμάζεται στα όρια της οδύνης, μιλάει σωματικά για τον έρωτα, συγκρατημένα και κομψά, χωρίς να κάνει δηλώσεις για τη σεξουαλική του επιλογή. Μόνο στα ποιήματα της τελευταίας εικοσαετίας και μετά την έξοδό του από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αναφέρεται ανοιχτά στην ομοφυλοφιλία του. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά.
Του απονεμήθηκε το 2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Πού πάει, πού με πάει αυτό το ποίημα» το 1986.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ολλανδικά, πολωνικά, βουλγαρικά.
Πέθανε στην Αθήνα τον Νοέμβριο του 2008.


Σε χρόνο υπερσυντέλικο
Αισθήματα και πρόσωπα σε χρόνο υπερσυντέλικο
Παρωχημένα ανέκαθεν
και τότε ακόμη που τα ενόμιζα, ενεστώτα.

«Είχα ζητήσει» λόγου χάριν – τόσο να σε βρω
δεν σ’ είχα βρει,
αν κι ισχυρίζεσαι πως πιο πολύ
μ’ είχες εσύ αναζητήσει,
γράφοντας γράμματα αναρίθμητα
θαμμένα τώρα
κάτω από την κάθετη ψυχρή βροχή της Δοτικής:

Εν Λαμία – θυμάμαι –
Εν Αθήναις – θυμόσαστε –
τη δωδεκάτη πρώτου, έτους
έτους... ποίου;
Δεν είναι δυνατό να ξέρω πια,

Πάντως, εκείνων των εντάφιων ημερών
παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα
σε χρόνο πάντα υπερσυντέλικο
κι όταν ακόμη τα πιστεύαμε ενεστώτα.


____________________________________________________________

[3]. Η ελληνική ποίηση · Η πρώτη μεταπολεμική γενιά (εκδόσεις Σοκόλη)
[4]. http://www.ekebi.gr




Αυτό που δεν οφείλει ο Ποιητής, είναι η «πώλησή του» ο σοφός πνευματικός δημιουργός, είναι γνήσιος κι αληθινός άνθρωπος και οχι άλλη μια φωνή που συντάσσεται με το σύστημα για να είναι αρεστή, αλλά ούτε και γίνεται θαμώνας λεσχών και συντηρητικών ασπασμών .

«... Οι αληθινοί ποιητές δεν γράφουν στίχους, ούτε παίζουν με τις λέξεις. Οι αληθινοί ποιητές είναι από τα πιο υπεύθυνα όντα που γεννιούνται επί γης, λέει ο Σεφέρης.

Σε κάθε εποχή ο γνήσιος ποιητής αναγκαία και αναπότρεπτα υπήρξε στρατευμένος. Γιατί στράτευση είναι η άρνηση στο άδικο και στην ανισότητα, που συνοδεύονται με έμπρακτη γνώση και με ανθρωπιά.»

Η ποίηση γεννήθηκε ελεύθερη και είναι ελεύθερη ακόμη κι αν είναι αλυσοδεμένη.




Σημείωση
του Δημήτρη Δικαίου


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ,                εν προκειμένω..



Πες μου. Τι είναι ποίηση;

Καθετί που απαιτεί ορισμό για είδη τέχνης, προκαλεί συμφόρηση ιδεών και συναισθημάτων. Πόσο μάλλον, ο ένας εκ των δύο σημαντικών πυλώνων της Λογοτεχνίας, το τεντωμένο σύρμα της στιγμιαίας απόδοσης, ετούτο το μαγευτικό άγνωστο - δρωτάρι της καρδιάς, ο αρχέγονος διάλογος τεχνίτη και ψυχής, να επιζητεί ταυτότητα. Δεν προσδιορίζεται με γενικεύσεις το θάμα, παρά, αυστηρά ατομικά και ιδιότυπα δια τον καθένα.

Αυτή η ιδιαιτερότητα πρέπει να γίνει σεβαστή ειδάλλως, καθορίζουμε σωτήρες για το αναγνωστικό σύνολο και λογοτεχνικά στασίδια για τους συνθέτες με απώτερο στάδιο τον αιφνίδιο τερματισμό του ρυθμού.

Η εκ φύσεως αριστερή προέλευση της Τέχνης, δεν αποδομείται από τους ευάριθμους εραστές-αναγνώστες της, μα από τα αλλοδαπά, ποιητικά εν προκειμένω, μέτρα όσων βίαια επιζητούν τον επανακαθορισμό της, ούτως ώστε να παράξουν έργο προορισμένο αποκλειστικά δια το μέτρο του, από πολλού, απολεσθέντος κριτηρίου της βασιλικής αυλής.

Ομαδική αναπνοή στην Τέχνη της Ποιήσεως όμως, δεν υφίσταται.

Αν αποφευχθεί ο κίνδυνος της αυτοσκοπικής επιδίωξης, θα ελαχιστοποιηθεί και ο κίνδυνος της απόρριψης του έργου από το θεατή/αναγνώστη. Ο Έκτορας Κακναβάτος, ένας από τους συνεπέστερους και γνησιότερους υπερρεαλιστές στη χώρα μας, είχε γράψει: «Όταν η γλώσσα δεν κάνει άλλο παρά να υπηρετεί τον Λόγο, καταστρέφει την πάμφωτη αξία των πραγμάτων, κι αυτά την εκδικούνται θάβοντάς τη στην αιθάλη τους...»


Υστερόγραφο :


Και μια απάντηση από τον Παουλ Τσέλαν « προσπάθησα να γράψω ποιήματα σ' αυτή τη γλώσσα: για να μιλήσω, για να προσανατολιστώ, για να καταλάβω πού βρέθηκα και προς τα πού τραβούσα, για να σχεδιάσω την πραγματικότητά μου»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news