Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

[Ο ποιητικός υπερρεαλισμός του Βασίλη Ζιώγα] του Κορνήλιου Ρουσάκη ~ ΑΦΙΕΡΩΜΑ




Ο Βασίλης Ζιώγας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937. Εγκατέλειψε την πόλη μικρός και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Φοίτησε στο Αμερικάνικο Κολέγιο Ψυχικού, όπου, σε ηλικία 14 χρόνων, έγραψε κι ανέβασε το πρώτο του θεατρικό έργο με τίτλο Η ψευδομένη στάφυλος.
Η πρώτη του εμφάνιση στον λογοτεχνικό στίβο έγινε με την ποιητική συλλογή 21 σπουδές για μικρό στίχο. Σύντομα «αφήνει πίσω» του την ποίηση και στρέφεται στη θεατρική γραφή. Ανήκει στους σημαντικότερους νεοέλληνες θεατρικούς συγγραφείς. Στη δεκαετία του '50 ταξίδεψε αρκετά, έζησε για ένα διάστημα στο Παρίσι κι έγραψε πολλά θεατρικά έργα, τα οποία παρουσιάστηκαν και δημοσιεύτηκαν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επίσης, μετέφρασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα έργα των Ιονέσκο και Μπέκετ, κατά παραγγελία της Κρατικής Ραδιοφωνίας.


Η γραφή του συνδυάζει την ποιητική διάσταση με το πικρό χιούμορ και τον κυνισμό και χωρίς να μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένα λογοτεχνικά πρότυπα, ελληνικά ή ευρωπαϊκά, συνδυάζει δημιουργικές επιρροές από τον υπερρεαλισμό, την ψυχανάλυση, το αρχαίο δράμα και την ελληνική λαϊκή παράδοση.
Το πρώτο του θεατρικό έργο ήταν Το προξενιό της Αντιγόνης (1958). Πρόκειται για ένα μονόπρακτο, μια κωμικοτραγική ιστορία μέσα από την οποία διακρίνεται ο πόνος και το παράλογο της ανθρώπινης ζωής, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον θίασο «Δωδέκατη Αυλαία» και στη συνέχεια από το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Οι γονείς της Αντιγόνης αδυνατούν να δεχτούν το θάνατο της αγαπημένης τους κόρης κι έτσι δημιουργούν την πεποίθηση πως βρίσκεται σε ταξίδι. Διατηρώντας μέσα στο σπίτι τους την κάρα του κοριτσιού, τη στολίζουν νύφη και αναζητούν κάποιον για να την παντρέψουν, έστω και σαν νεκροκεφαλή, αφού δεν είχαν τη χαρά να τη δουν νυφούλα όσο ήταν ζωντανή. Ακολούθησαν παρουσιάσεις του έργου από θιάσους της Αυστρίας και της Ελβετίας.
Αντίστοιχη πορεία στο εξωτερικό είχαν και τα μονόπρακτα Οι μπριζόλες και Η σταφίδα ή το ψυχοπαίδι. Το μονόπρακτό του Το λαστιχένιο φέρετρο ανέβηκε στις όπερες της Βόννης και του Βερολίνου, σε μουσική Αργύρη Κουνάδη. Στην εργογραφία του συναντούμε ακόμη την Κωμωδία της μύγας, τα Πασχαλινά Παιχνίδια, το Μπουκάλι, τις Χρωματιστές γυναίκες.

Στην Κωμωδία της μύγας, ο ανακριτής και ο δολοφόνος είναι τα δύο πρόσωπα που συγκρούονται σ' όλη τη διάρκεια του έργου. Μέσα από μια φαρσική ανάκριση, με πολλά αλληγορικά στοιχεία, ξετυλίγεται στη σκηνή η πολύ σύνθετη ταυτότητα ενός σύγχρονου ανθρώπου και του κοινωνικού μοντέλου που αντανακλάται σ' αυτόν.
Για τα Πασχαλινά παιχνίδια (1965), που παρουσιάστηκαν με τον τίτλο Αστική Μυθολογία, το 1966, από την Ελεύθερη Σκηνή, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αναφέρει: «Η άγρια σάτιρα του μικροαστικού, η ποιητική φύση της εφηβείας και η γοητεία που ασκεί στον Ζιώγα η εξέγερση και η τρέλα που εκφράζει το ανορθόδοξο, παίρνουν σ' αυτό το έργο τη μορφή θεατρικά νόμιμου μανιφέστου. Δεν είναι εύκολο έργο, έχει όμως μια αυθορμησία, με ευφορία στη γραφή, ώστε γίνεται κατανοητό, αν όχι με τη λογική, εξάπαντος με το ένστικτο του απλού θεατή. Ο Ζιώγας διαθέτει μια ευθυβολία στην καταγραφή των καταστάσεων και ένα καταλυτικό χιούμορ, σχεδόν εμπρηστικό. Το έργο αυτό ερμηνεύει την ουσία των γεγονότων του Πολυτεχνείου τέσσερα χρόνια προτού αυτά συμβούν».
Το έργο Το μπουκάλι, διαδραματίζεται πριν και μετά την απελπισμένη έξοδο των ηρωικών πολιορκημένων του Μεσολογγίου, την άνοιξη του 1826. Η μοναδική τροφή, ένα είδος παραθαλάσσιου χόρτου με το οποίο ξεγελούσαν τη πείνα τους οι πολιορκημένοι, έφερνε παραισθήσεις και παράλυση των άκρων στην αρχή, ενώ στο τέλος προκαλούσε το θάνατο. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτό το ιστορικό πλαίσιο για να δώσει τον αληθινό ηρωισμό των ανθρώπων, που ορφανεμένοι από κάθε βοήθεια, ακροβατούν στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, ενώ όσοι επιβιώνουν παγιδεύονται στο «Μπουκάλι». Στην πραγματικότητα, όσοι επέζησαν μετά την έξοδο είδαν την προδοσία του αγώνα και ένιωσαν το διχασμό του αγωνιστή.
Οι Χρωματιστές Γυναίκες, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το 1984, από το Θέατρο του Πειραιά, του Τάκη Βουτέρη και της Ανίτας Δεκαβάλλα. Η εμφάνιση του στην ελληνική σκηνή έρχεται σε μια εποχή που το ελληνικό έργο ανθεί. Είναι η εποχή που το ελληνικό θέατρο, αρχίζει να κατευθύνεται προς μια νέα πορεία, αφού επί πολλά χρόνια και με σημαντικά έργα, ακολούθησε τις γενικές αισθητικές επιλογές που καθόρισε ο Κάρολος Κουν από την αρχή της λειτουργίας του Θεάτρου Τέχνης.
Στην ακμάζουσα θεατρικά δεκαετία του 80, ο Ζιώγας επιχειρεί να φέρει στην ελληνική θεατρική πρακτική έναν διαφορετικό προβληματισμό.
Η παράσταση αυτή σηματοδότησε την εκ νέου ανακάλυψη του συγγραφέα από το κοινό και τους ηθοποιούς και εγκαινίασε τη δεύτερη περίοδο της παρουσίας στις ελληνικές σκηνές. Αυτές οι νέες συνθήκες της ελληνικής θεατρικής πρακτικής που άφηναν πια χώρο για το ιδιότυπο έργο του Βασίλη Ζιώγα, δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για την υποδοχή του έργου και συνέβαλαν στην εδραίωση της παρουσίας του. Οι Χρωματιστές Γυναίκες αντιμετωπίστηκαν θετικά στο σύνολο τους από την κριτική.
Δυο γυναίκες, δυο αδελφές, η Έλλη και η Άννα, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από το σκοτεινό παρελθόν που η οικογένεια τους τις εγκλώβισε, προκαλούν, «τσαλακώνονται», απελπίζονται, αναπολούν, θυμώνουν, αγαπιούνται, πεθαίνουν και ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους. Δύο γυναίκες (ή μήπως όλες οι γυναίκες;) εγκλωβισμένες σε κάτι που το λένε παρελθόν προσπαθούν ν’ αντιμετωπίσουν το παρόν τους. Ένα αδιάκοπο παιχνίδι αντιπαραθέσεων θα τις οδηγήσει (;) στη λύτρωση...
Ο Βασίλης Ζιώγας έφυγε από τη ζωή το 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news