Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

[Οι τρίλλιες που σβήνουν] Μαρία Πολυδούρη ~ ΠΟΙΗΣΗ


Η τραγική φωνή της νεορομαντικής ποίησης του 20ου αιώνα που η σύντομη ζωή της χαράχτηκε ανεξίτηλα από τον θάνατο των γονιών της και από τον παράφορο έρωτα της για έναν από τους πιο διάσημους ποιητές της εποχής της, γεννήθηκε σαν σήμερα 1η Απριλίου 1902 σε μια εποχή άκρως συντηρητική και πέθανε σε ηλικία μόλις 28 ετών ταλαιπωρημένη από φυματίωση στην κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930. Παρόλο που οι ιδέες της ήταν προοδευτικές για την εποχή της, η ίδια ήταν μαχόμενη φεμινίστρια, η ποίησή της ήταν επικεντρωμένη στον έρωτα και στον θάνατο ό, τι δηλαδή γνώρισε και στην ζωή της. Η ιστορία της Μαρίας Πολυδούρη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ζωή του Κώστα Καρυωτάκη με τον οποίο είχε μια θυελλώδη σχέση η οποία κατέληξε στον χωρισμό επειδή εκείνος έπασχε από σύφιλη, μια νόσο που τότε ήταν ανίατη αλλά και στιγμάτιζε τους ανθρώπους που έφεραν την συγκεκριμένη αρρώστια. Η Μαρία Πολυδούρη σπούδαζε στην Νομική και παράλληλα δούλευε στην Νομαρχία Αθηνών αλλά μετά από τον χωρισμό της με τον Καρυωτάκη και ένα σύντομο αρραβώνα με τον δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, παράτησε τις σπουδές της και έχασε την δουλειά της.
Φοίτησε για λίγο στην Δραματική σχολή των Αθηνών μέχρι το 1926 όπου διέλυσε τον αρραβώνα της και έφυγε για το Παρίσι .Σπούδασε ραπτική αλλά προσβλήθηκε από φυματίωση και επέστρεψε στην Αθήνα όπου νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Την ίδια χρονιά, 1928, κυκλοφόρησε η πρώτη της συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» και το 1929 το «Ηχώ στο Χάος». Η πρώιμη γραφή της είναι πιο λυρική και μελοδραματική αλλά μετά την αρρώστια της και την αυτοκτονία του Κώστα Καρυωτάκη γίνεται πιο επιμελημένη και συγκροτημένη. Πάντα όμως το θέμα της ποίησής της κινείται γύρω από τον έρωτα και τον θάνατο.

Με της σιωπής

Μὲ τῆς σιωπῆς τὰ κρίνα ποὺ λυγοῦνε
μέσα στὰ νικημένα μου τὰ χέρια,
μὲ τὶς σκέψες ποὺ μάταια κυνηγοῦνε
ἡ μία τὴν ἄλλη πέρα ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια,
Μὲ τὰ μάτια ποὺ κάτι νοσταλγοῦνε,
κάτι ποὺ μοῦ εἶνε ἀγνοημένο πλέρια,
σὰ νὰ μὴ βλέπουν, σὰ νὰ μὴν ἀλγοῦνε,
ἐξαϋλωμένα μάτια, μάτια αἰθέρια,

Στέκω ὁραματισμένη καὶ πιστεύω.
Δὲν ξέρω τί πιστεύω. Ξεφυλλίζω
τὰ ποιήματά σου κι᾿ ὅλο μεσιτεύω.

Στὴ σκέψη σου καὶ στὴ βουλὴ τοῦ ἀπείρου.
Κι᾿ ὅπως ποτὲ τὰ μάτια δὲ σφαλίζω
ξέρω πὼς πιὰ δὲν εἶνε ἀπάτη ὀνείρου.



ΣΩΤΗΡΙΑ

Ἂς περάσει πιὰ ἡ μέρα μὲ τὸ φῶς της.
Ἡ νύχτα γιατί τόσο ἀργοπορεῖ;
Στῶν πεύκων τὶς σκιὲς μία πολυθρόνα
μὲ καρτερεῖ.

Τῶν θαλάμων θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα
κι᾿ ὁ ὕπνος θἄρθη σὰ λιγοθυμιά.
Ἕνα ἀδειανὸ κρεββάτι, ἐδῶ δίνει
ἐντύπωση καμμιά.

Θὰ μὲ διπλώση τὸ σκοτάδι κι᾿ ὅπως
μεσ᾿ στὶς βαθιὲς σκιὲς θὰ μπερδεφτῶ,
πὼς εἶμαι θὰ πιστέψω πάλι κάτι
ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.

Μέσα στὸ φόβο θὰ βαθαίνη ἡ νύχτα
ὅταν ὁ ἄνεμος θἄρθη ξαφνικά.
Ὁ εὐκάλυπτος τὰ μαλλιά του θὰ τινάξη
καὶ τῶν ὀνείρων μαζὶ τὰ μυστικά.

Τὸ μυστικὸν ἀγώνα θὰ γροικάω
τοῦ φθινοπώρου, ἀνίκητος ἐχθρός.
Θὰ μὲ λικνίζη χαρωπὸ τραγούδι
ὁ ἀπελπισμένος θρός.


Κι᾿ ἂν δὲν τὴν καρτερῶ, ξέρω πὼς θἄρθη
ἡ γάτα αὐτὴ ποὺ νυχτοπερπατεῖ,
μία γάτα ποὺ δὲν ξέρει τί εἶνε χάδι
καὶ δὲν τὸ δίνει καὶ δὲν τὸ ζητεῖ.

Στὰ πόδια μου κοντὰ κάθεται μόνο,
ἀδιάφορη στὸ κρύο τὸ παγερό,
διακριτικὰ τὸ βλέμμα μου ἀποφεύγει
κ᾿ εἶνε σὰ νὰ μὲ ξέρη ἀπὸ καιρό.

ΓΛΕΝΤΙ


Σ᾿ ἕνα γλέντι μὲ κάλεσαν οἱ σύντροφοι.
Δὲ θ᾿ ἀρνηθῶ. Θὰ πάω νὰ λησμονήσω!
Θὰ φορέσω τὸ κόκκινό μου φόρεμα
καὶ τὴν ἴδια ὀμορφιά μου θὰ φθονήσω.

Τὸ νεκρὸ πὤχω μέσα μου περήφανα
καὶ στοργικὰ μαζί μου θὰ τὸν πάρω.
Θἆμαι σὰ χαρωπή, σὰ μυστικόπαθη
θἆμαι μία ἀποσταλμένη ἀπὸ τὸ Χάρο.

Οἱ μελλοθάνατοι σύντροφοι στὸ γλέντι τους
κι᾿ ἂν πίνουνε κρασὶ δὲ θὰ μεθοῦνε.
Μία κατάρα θὰ στέκεται στὸ πλάι τους
μὰ θἆμαι ὡραία καὶ δὲ θὰ ὑποψιασθοῦνε.

Ἔπειτα ἕνα τραγούδι θὰ ζητήσουνε
μήπως σὲ μία χλωμὴ χαρὰν ἐλπίσουν,
μὰ τόσο ἀληθινὸ θἆν᾿ τὸ τραγούδι μου
ποὺ σαστισμένοι θὰ σωπήσουν

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news