Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

[Μαύρος Πάγος] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ


« Πού είμαι;» αναρωτήθηκε ο Τζόνι διακρίνοντας στην ίδια του τη σκέψη έναν τόνο βεβαιότητας, γι’ αυτό που ρωτούσε, εντελώς αταίριαστο με το πόσο χαμένος αισθανόταν· αν και αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα να μάθει ανοίγοντας τα μάτια του ήταν «ποιος είμαι;» αφού είχε χάσει οποιαδήποτε επαφή με το πνεύμα και το σώμα που τροφοδοτούσε τις σκέψεις του και τον ανάγκαζε ενστικτωδώς  ν’ αναρωτιέται το ποιος είναι χωρίς να έχει καμία ιδιαίτερη σημασία ούτε η ερώτηση αλλά ούτε και η απάντηση.
Κρύωνε. Κρύωνε πολύ. Αλλά αυτό δεν ήταν τόσο άσχημο όσο το σκοτάδι που τον περιέβαλλε. Σκοτάδι...; Όχι, αυτό δεν έμοιαζε καθόλου με ότι είχε μάθει μέχρι τώρα να περιγράφει με τη λέξη σκοτάδι. Ήταν κάτι πολύ πιο σκοτεινό και αδιαπέραστο. Βρισκόταν παντού γύρω του και δε φαινόταν να έχει αρχή και τέλος.
Κρύο. Το μόνο που μπορούσε να νιώσει ήταν το κρύο να τον σκεπάζει σαν μια κουβέρτα υφασμένη από νήμα πάγου. Απόλυτη έλλειψη θερμότητας. Ούτε καν το σώμα του δεν ένιωθε να είναι ζεστό. Όμως, η αληθινή του ανησυχία ήταν ότι δεν το ένιωθε καθόλου παρόλο που ήξερε πως βρισκόταν εκεί σαν μια προέκταση της ιδέας πως έχει κεφάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόταν στην ουσία ήταν ένα περίγραμμα γύρω από τις σκέψεις του. Λες και όλο του το αίμα και η ενέργεια είχαν συσσωρευτεί στο κρανίο του και πυροδοτούσαν τους νευρώνες του αλύπητα αλλά ο ηλεκτρισμός του ήταν ανίκανος να παράγει έστω και την παραμικρή σπίθα.
Τουλάχιστον, ήταν σίγουρος πως από όλα του τα όργανα λειτουργούσε ένα και λειτουργούσε ολοένα και πιο έντονα. Την πρώτη του σκέψη διαδέχτηκε πολύ γρήγορα μια δεύτερη και μια τρίτη και πολύ σύντομα ένας κυκεώνας από συνειρμούς τον χτύπησε πολύ δυνατά, τόσο δυνατά που τον έκανε να πονέσει. Μια σβούρα άρχισε να γυρίζει ακατάπαυστα στο κέντρο του μυαλού του. Μπορούσε σχεδόν να ακούσει τον άξονα της να τρίζει, όπως όταν ένα μαχαίρι χαράζει αργά μια μεταλλική επιφάνεια, τρυπώντας το κέντρο της μνήμης του.
Εικόνες. Αναρίθμητες εικόνες. Αμέτρητες εικόνες τον χτυπούσαν ανελέητα από παντού. Εικόνες που δεν προλάβαινε να δει, επιτίθονταν στο μυαλό του σαν ξυράφια και καθώς περνούσαν και  χάνονταν μπροστά από τα εικονικά μάτια που είχαν ανοίξει μέσα στον εγκέφαλο του, έπαιρναν κι ένα κομμάτι από τη σάρκα που δεν μπορούσε να νιώσει, μαζί τους. Έρχονταν όλες μαζί σαν σμήνος από φρικτά έντομα και εξαφανίζονταν. Χώνονταν σε μια τρύπα πίσω από τους βολβούς των ματιών του που ο ίδιος αδυνατούσε να δει. Εικόνες που ρουφούσαν τις σκέψεις που κουβαλούσαν στα μαύρα φτερά τους πριν προλάβουν να αφεθούν ελεύθερες έστω για μια στιγμή. Εικόνες που είχαν τη δύναμη να κρατούν το σώμα του καθηλωμένο μέσα σε εκείνο το πηχτό σαν γλίτσα σκοτάδι. Προσπαθούσε με αγωνία και με όση δύναμη είχε να βουτήξει έστω κι ένα μικρό κομμάτι τους αλλά ήταν μάταιο. Μόλις αντιλαμβανόταν έστω και μία ιδέα, ένα από τα πετούμενα αρπακτικά τη γράπωνε με τα γαμψά του νύχια και την άφηνε να γκρεμιστεί πάνω στα βράχια της σύγχυσης.   

Απελπισία. Το κρύο δυνάμωνε και το σκοτάδι χτιζόταν πάνω του. Άφεθηκε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια. Αν ήταν όρθιος θα είχαν λυγίσει τα γόνατα του και θα είχε προσκυνήσει στο χώμα. Αν το στομάχι του υπήρχε, θα είχε κάνει σίγουρα εμετό. Μια μέγγενη έσφιγγε ότι υπήρχε μέσα στο δοχείο που βρέθηκε κλεισμένος και γιγάντωνε την απόγνωση του ορθώνοντας μπροστά του ένα αδιέξοδο χωρίς όνομα.

Ξαφνικά, το σκοτάδι τρύπωσε μέσα στο δοχείο και του φάνηκε για λίγο πως η επίθεση καταλάγιασε. Δεν θέλησε να το πιστέψει. Όσο σκοτείνιαζε μέσα στο μυαλό του τόσο οι εικόνες έσβηναν. Όχι, δεν έσβηναν. Οπισθοχωρούσαν! Έτσι απροειδοποίητα και απρόκλητα, το σμήνος είχε καλέσει οπισθοχώρηση, για κάποιο άγνωστο λόγο που σίγουρα δεν ήταν η ήττα. Όλα υποχωρούσαν και η μέγγενη χαλάρωνε το σφίξιμο της. Η αίσθηση ενός φρικτού ξεμουδιάσματος τον γαργαλούσε χωρίς να έρχεται και αυτή η προσμονή τον έκανε να θυμώσει. Θυμός; Μπορούσε να νιώσει θυμό;
Δεν ήταν θυμός. Ήταν κάτι χειρότερο. Ένιωθε φόβο. Αλλά τουλάχιστον ένιωθε κάτι. Αισθανόταν φόβο και ήταν πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Μπορεί να μην ήξερε ποιος και που ήταν, μπορεί να μην μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε πριν ένα δευτερόλεπτο, μπορεί να μην είχε τον έλεγχο της σκέψης και του κορμιού του – αν ήταν όντως το κορμί του που φιλοξενούσε αυτό τον εφιάλτη – αλλά μπορούσε να αισθανθεί τον φόβο του και αυτό του προκάλεσε χαρά. Με τον ερχομό της χαράς, η σβούρα λιγόστεψε με ρυθμό τις στροφές τις μέχρι που τις φρέναρε εντελώς και ότι του είχε επιτεθεί έφυγε με μιας προς τα πίσω· πίσω   από’ κεί που είχε έρθει όπου κι αν ήταν αυτό. Δεν θα ήθελε ποτέ να ανακαλύψει ούτε που ήταν αυτό το μέρος ούτε ποιος ήταν ο επικεφαλής που είχε διατάξει την φρικτή αποστολή. Όποιος κι αν ήταν κι όπου κι αν είχε στήσει το θρόνο του, ήταν πιο διαβολικός κι από τον ίδιο το Διάβολο. Και δεν είχε καμιά επιθυμία να τον γνωρίσει. Ήθελε μονάχα να τον αφήσει ήσυχο να βρει ένα τρόπο να δραπετεύσει από το κρύο σκοτάδι που τον είχε φυλακίσει.

Δεν το είχε συνειδητοποιήσει τόση ώρα αλλά συνέβαινε και μάλιστα ερήμην του. Σκεφτόταν. Ένιωθε και σκεφτόταν. Χωρίς συνοχή και σειρά χωρίς καν να καταλαβαίνει όσα έμπαιναν κι έβγαιναν από το τούνελ που είχε ανοίξει μεταξύ άγνοιας και συνείδησης αλλά σκεφτόταν.  Ήταν φοβισμένος αλλά χαρούμενος. Έπρεπε να αρχίσει δειλά δειλά να σχεδιάζει το πώς θα μπορούσε να ξεφύγει από τη μαύρη φυλακή αποφεύγοντας τον Δαίμονα που του είχε κυρήξει τον πόλεμο. « Μάλλον θα έπρεπε να με απασχολεί περισσότερο το πώς βρέθηκα εδώ και το πού βρίσκομαι αλλά το σκέφτομαι αργότερα όταν θα έχω ξυπνήσει!». Σχεδόν άκουσε τον εαυτό του να το λέει αυτό και γέλασε από τη μια γιατί ήταν αστείο και από την άλλη γιατί του άρεσε το χιούμορ του κάτι που του φάνηκε ακόμη πιο αστείο και συνέχισε να γελάει. Ώστε, τώρα είχε προστεθεί και το γέλιο στις ικανότητες του! Μεγάλη τύχη και οπλοκατοχή!
Μα για μια στιγμή! Αφού γελούσε λογικά θα πρέπει να διέθετε στόμα, χείλη, δόντια που φαίνονται και γλώσσα που κινείται. Ω, ναι! Είχε! Και τα μάτια που λίγο πριν έβλεπαν μόνο τον πυρήνα της σκέψης του τώρα διέθεταν βλέφαρα και μπορούσαν να ανοιγοκλείσουν  και να αντικρύσουν για πρώτη φορά το σκοτάδι που μέχρι τώρα μόνο υποψιαζόταν. «Γεια σου, σκοτάδι, λοιπόν!»
Το δοχείο που τον φιλοξενούσε είχε μόλις αποκτήσει περισκόπιο αλλά δυστυχώς η θέα ήταν πολύ περιορισμένη. Η χαρά που βίωνε περιορίστηκε αμέσως μπροστά σε αυτή διαπίστωση. Όλα ήταν παράλογα κι εκείνος προσπαθούσε να συνθέσει την ακατανοησία και να την κάνει εξήγηση ενώ δεν βρισκόταν σε θέση να βγάλει άκρη με οτιδήποτε αφού ήταν απασχολημένος να μετράει τα μέλη του σώματος που φύτρωναν σαν κακομαθημένα ραπανάκια όπου κι όποτε ήθελαν χωρίς να του ζητήσουν την άδεια. Είχε μετατραπεί σε ένα παζλ από κόκκους άμμου που συναθροίζονταν στο μαγικό του λυχνάρι με τη διαταγή των σκέψεων του. Μία σκέψη για κάθε μόριο του. Αυτό ήταν το εισιτήριο που έπρεπε να πληρώσει ο διασκορπισμένος του εαυτός για να ξαναμπεί στο σώμα του.

Αν ήθελε να γλιτώσει και να φύγει από’ δω, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να καταστρώσει ένα σχέδιο υπομονής. Έπρεπε να σκεφτεί λογικά. Έβαλε κάτω τα δεδομένα και άρχισε να τα ταξινομεί. Δεν ήξερε ποιος ήταν, που ήταν, πώς βρέθηκε εδώ, πού και τι τον είχε διαλύσει και τον είχε στείλει στο άπειρο αλλά ήξερε πως τον κύκλωνε το απόλυτο ψύχος και το πιο αφάνταστο σκοτάδι και πως αν έκανε υπομονή θα γινόταν πάλι ολόκληρος και τότε θα μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει. Εντάξει…ας σηκωνόταν τουλάχιστον γιατί εκείνη τη στιγμή η φυγή του φάνηκε υπερβολική. Ήξερε και κάτι άλλο πιο σημαντικό· πόσο όσο σκεφτόταν θα συνέχιζε να υλοποιείται.
Ο φόβος ξαναγύρισε και το ψύχος έγινε πιο δυνατό. Αναρωτήθηκε γιατί φοβόταν ή μάλλον τι φοβόταν. Ερώτημα που ευσταθούσε απόλυτα εφόσον δεν υπήρχε κάτι να τον φοβίζει τριγύρω. Δεν ακουγόντουσαν ουρλιαχτά από άγρια θηρία ούτε ήχοι από αλυσίδες που τις σέρνουν φαντάσματα. Δεν ακουγόταν τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα. Είχε πέσει μέσα στο απόλυτο κενό. Είχε σκοντάψει πάνω στην άκρη του μηδέν και είχε καταποντιστεί στην απουσία που κύκλωνε αυτή η μικρή μαύρη τρύπα. Αποφάσισε πώς αυτές οι σκέψεις δεν τον βοηθούσαν σε τίποτα και σταμάτησε. Αντί να ψάχνει τρόπο για να σωθεί, εκείνος φιλοσοφούσε. Η κατάσταση απαιτούσε πρακτική σκέψη και γρήγορα, όχι κοσμοθεωρίες, ειδικά από έναν ά΄υ΄λο τύπο που δεν έχει την παραμικρή αίσθηση του ποιος είναι και πού πάει. Ξαναγέλασε. Ήταν αστείος τελικά.

« Μπορεί να περπατούσα, να γλίστρησα, να έπεσα, να τραυμάτισα το κεφάλι μου, να έχω χάσει τις αισθήσεις μου και οι γιατροί να είναι από πάνω μου και να προσπαθούν να με επαναφέρουν. Όπου να’ ναι θα συνέλθω! Τόσο απλό είναι!». Και τότε τον χτύπησε η ιδέα. « Κι αν δεν συνέλθω;». Σιωπή επικράτησε μέσα στο δοχείο. Σιωπή πιο ηχηρή κι από καμπάνα. « Μήπως είμαι νεκρός;» Σιωπή αριθμός δύο. Καμπάνα δεύτερη. Κρύο και σκοτάδι.
Μετά από αυτή την ερώτηση, όλα όσα πέρασαν από το κεφάλι του τόση ώρα που πάλευε να γίνει ο υπερστράτηγος της επίλυσης των παρανο΄ί΄κών προβλημάτων, φάνηκαν πολύ μάταια. Αν ήταν νεκρός το μόνο που είχε να κάνει ήταν να παραμείνει νεκρός και όλα τα υπόλοιπα θα έπαιρναν το δρόμο τους. Τόσο απλό. Μπορεί αυτή να ήταν η αίθουσα αναμονής και σε λίγο να εμφανιζόταν ο αρμόδιος ξεναγός που θα του εξηγούσε ακριβώς τι είχε συμβεί και ποιο θα ήταν το μέλλον του στον άλλο κόσμο. Ξαναγέλασε αλλά ήταν ένα από αυτά τα γέλια που έρχονται για να συνοδεύσουν τα ρίγη της αμηχανίας όταν προσπαθούμε να γυρίσουμε την πλάτη στον τρόμο που στέκεται δίπλα μας.

Τα ρίγη τον έβγαλαν από την αίθουσα αναμονής. Ρίγη στην σπονδυλική του στήλη. Είχε σπονδυλική στήλη. Και χέρια που ίδρωναν στην ιδέα του θανάτου. Και πόδια που έτρεμαν από φόβο. Το δοχείο είχε μαζέψει όλη του την άμμο και το λυχνάρι είχε αρχίσει να λάμπει. Ευκαιρία να κάνει μια μικρή προσπάθεια να στηθεί όρθιος. Τουλάχιστον, θα υποδεχόταν αξιοπρεπώς και σαν άντρας όποιον ερχόταν να τον δει. Κι αν δεν ερχόταν ποτέ κανείς; Αν έμενε εκεί αιωνίως να σκέφτεται ολομόναχος μέσα στο κρύο και το σκοτάδι προσπαθώντας να βρει ποιος είναι; Έπρεπε να σηκωθεί. Έπρεπε να σταθεί όρθιος και να προχωρήσει.

Στην αρχή δεν ήξερε τι να κάνει για να πετύχει την οποιαδήποτε κίνηση. Έδωσε την εντολή με το μυαλό του. Το σκοτάδι αναμοχλεύτηκε κι εκείνος σαν μαριονέτα με νήματα που τραβούν χέρια και πόδια από μπροστά, αναστηλονώταν αργά και σταθερά μέχρι που το άγαλμα του πάτησε κάτω και τα νήματα που το τραβούσαν σωριάστηκαν απότομα. Όρθιος επιτέλους. Με σάρκα και οστά αν και αυτό ήταν περισσότερο σχήμα λόγου. Το μόνο που απέμενε ήταν ένα μικρό πρώτο βήμα και ύστερα ήταν σίγουρος πως θα ακολουθούσαν και τα υπόλοιπα και δε μπορεί κάπου θα τον οδηγούσαν. Κάτι πρέπει να υπήρχε μέσα σε αυτό τον σκοτεινό και παγωμένο κόσμο εκτός από το άγαλμα του.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια του ώστε να προετοιμαστεί για το πρώτο του βήμα προς την εξερεύνηση αν και συνειδητοποίησε πώς ήταν εντελώς άσκοπο αφού δεν μπορούσε να δει οτιδήποτε. Εμπρός, λοιπόν. Λύγισε το γόνατο του και επιχείρησε να το σηκώσει ενώ ο φόβος του ξαναχτυπούσε την πλάτη. Κρύος αέρας φύσηξε πίσω του και τον έσπρωξε ελαφρά προς τα μπρος. Αέρας; Από πού μπορεί να φύσηξε αέρας; Απελπισία. Δεν είχε νόημα όλο αυτό. Κάθε φορά που έφτανε κάπου και νόμιζε πως εδώ θα μπορούσε να πατήσει γερά για να συναρμολογήσει όλο αυτό το παράλογο τοπίο, συνέβαινε κάτι πιο ακατανόητο και αφύσικο από ότι είχε συμβεί ήδη. Ένιωσε μια έντονη παρόρμηση να αφεθεί να καταρρεύσει και το μόνο που τον συγκράτησε ήταν η μάχη που έδωσε για να σηκωθεί και που δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να την ξαναδώσει.           Ο αέρας πέρασε πάλι από πάνω του. Ξανά. Έκανε το πρώτο βήμα. Ο αέρας φύσηξε πιο δυνατός. Βήμα δεύτερο. Δεν ήταν τόσο δύσκολο τελικά. Πήγαινε μια βόλτα. Απλώς, μια βόλτα σε ένα παράξενο μέρος που δεν είχε ξαναδεί και δεν είχε φανταστεί πως υπάρχει. Αλλά ήταν μια βόλτα και τίποτα παραπάνω. Μια βόλτα που έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει μια και ήταν εδώ. Ο αέρας φύσηξε πιο δυνατά κι εκείνος συνέχιζε να περπατάει. Περπατούσε πάνω σε μια λεπτή μεμβράνη φτιαγμένη από τίποτα. Ο αέρας φύσηξε πιο κοντά και τον ξάφνιασε. Κάτι τον γεννούσε. Κάτι μέσα στο σκοτάδι γεννούσε τον άνεμο που τον έσπρωχνε καθώς περπατούσε. «Ω, Θεέ μου!», είπε και άκουσε την φωνή του να συνεχίζει τη φράση του, « δεν είμαι μόνος μου εδώ!».
 Η πρώτη του παρόρμηση ήταν να αρχίσει να τρέχει αλλά «…όταν δεν μπορείς καν να περπατήσεις καλό είναι να μην κάνεις τρελά όνειρα!», σκέφτηκε και συνέχισε με τον ευσεβή πόθο πώς τα παιδικά του βήματα θα γίνουν σύντομα γρήγορο περπάτημα. Το ερώτημα ήταν γιατί άραγε έπρεπε να βιαστεί. Τι είχε να φοβηθεί από ένα αεράκι που φυσούσε, δηλαδή; Τίποτα. Όποτε, αποφάσισε γενναία πως θα συνέχιζε τον περίπατο του με τον δικό του ρυθμό χωρίς εκβιασμούς από ανύπαρκτες οντότητες που ξεφυσάνε. Πριν προλάβει να κάνει το επόμενο βήμα, η ανύπαρκτη οντότητα ξεφύσησε για άλλη μια φορά μόνο που τώρα ήταν πραγματικά κοντά του, πίσω του και ο αέρας που βγήκε από μέσα της τυλίχτηκε γύρω από τον αυχένα του συμπαγής κι έμεινε εκεί να τον πνίγει σαν κρυστάλλινο σκοινί. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Έπρεπε να μετακινηθεί ακόμη κι αν χρειαζόταν να μπουσουλήσει. Προσπάθησε να κουνήσει έστω κι ένα κύτταρο του αλλά κατάλαβε πολύ καθαρά πως το σκοινί θα έσφιγγε πριν προλάβει να αναιρέσει την κίνηση του και θα τον έπνιγε, αν και ήταν λίγο μάταιο από τη στιγμή που ήταν ήδη νεκρός. Τελικά, μάλλον ήταν καλύτερα ξαπλωμένος. Τουλάχιστον, δεν ανησυχούσε μήπως πεθάνει μέσα στον ίδιο του το θάνατο. Όποιος είχε πλάσει τον κόσμο που είχε βρεθεί πρέπει να ήταν απερίγραπτα σαδιστής.
« Πόση ώρα έχει περάσει;», προβληματίστηκε και το πρόσωπο του συνοφρυώθηκε σε μια γκριμάτσα απορίας, η οποία αποσύρθηκε γρήγορα καθώς κάτι του ψιθύριζε ότι ο χρόνος εδώ δεν υπήρχε ή δεν μετρούσε ή είχε απλώς παγώσει ή είχε χαθεί μέσα σε αυτό το ατελείωτο σκοτάδι και δεν θα τον αδικούσε καθόλου αν όντως του είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Αφού, λοιπόν, δεν είχε λόγο να βιάζεται να πάει τον περίπατο του, θα στεκόταν για λίγο όρθιος μέχρι το πλοκάμι στο λαιμό του να αποφάσιζε να επιστρέψει στην οντότητα που ανήκε.
Είχε μεγάλη περιέργεια να δει το μοναδικό του σύντροφο στη σκοτεινιά. Αλλά ήταν αδύνατον να γυρίσει να δει τώρα και τότε που μπορούσε δεν πίστευε ότι υπήρχε κάτι για να δει ή για να πούμε την αλήθεια τότε φοβόταν. Η ιδέα του θανάτου λειτουργούσε πάρα πολύ λυτρωτικά σε τούτο τον παράλογο κόσμο με τα πλοκάμια που ξεφυσούν κρύο αέρα. Δεν είχε τίποτα να φοβάται εφόσον ήταν ήδη νεκρός. Τι θα μπορούσε να του συμβεί; Τίποτα. Και η περιέργεια ανέλαβε τα υπόλοιπα.
« Ας κάνουμε ένα βήμα, λοιπόν, να δούμε τι θα γίνει!» και τραβήχτηκε απότομα, αποφασισμένος να σπάσει τα δεσμά του. Το κρυστάλλινο πλοκάμι ράγισε με ένα στιγμιαίο κρακ, ο λαιμός του έγειρε βαριά μπροστά και το υπόλοιπο σώμα τον ακολούθησε σχεδόν αδρανές τόσο που νόμιζε πως θα σωριαστεί πάλι και γι’ αυτό χρησιμοποίησε όλες του τις δυνάμεις για να συγκρατήσει όρθιο τον εαυτό του που ατσούμπαλα παραπατούσε στα τυφλά. Αισθάνθηκε αρκετή ελευθερία ώστε να συνεχίσει να παραπατάει όσο πιο σταθερά μπορούσε και με όση ταχύτητα διέθετε όχι τόσο για να φύγει όσο για να δει τι θα συμβεί αν ήταν αρκετά γρήγορος και ικανός ώστε να του ξεφύγει.
 Ο αέρας πέρασε με πολύ δύναμη από πάνω του και επειδή τον είχε ξεχάσει, τον ξάφνιασε και κοντοστάθηκε για λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο αλλά ήταν αρκετό για να αισθανθεί τους κραδασμούς από κάτι μεγάλο που έτρεχε πίσω του. Κάτι τεράστιο αναδευόταν μέσα στο σκοτάδι κάνοντας τους πόρους αυτού του σκοταδιού να ανοιγοκλείνουν σαν πόροι από στομάχι ζώου που τον είχε καταπιεί και προσπαθούσε να τον χωνέψει. Κύματα αέρα έσκαγαν στην πλάτη κι ύστερα περνούσαν από μπροστά του αφήνοντας την παγωνιά τους πάνω στο δέρμα του που ριγούσε από τρόμο γι’ αυτή την άγνωστη κατάσταση που τον είχε περικυκλώσει χωρίς καμία ελπίδα διαφυγής χωρίς καμία υπαρκτή έξοδο· μακάρι να υπήρχε έστω και η υποψία μίας εξόδου κι ας μην την έβρισκε ποτέ αλλά να ήξερε μονάχα πως υπάρχει.
Συνέχισε να προσποιείται πως τρέχει πάνω σε έναν νοητό δρόμο για να ξεφύγει ενώ στην ουσία το μόνο που έκανε με κάθε του ασταθές βήμα ήταν να απομακρύνεται λίγο περισσότερο πάνω σε μια απόσταση που δεν είχε μέτρο ούτε ξεκινούσε και τελείωνε κάπου. Ξαφνικά, μαζί με ένα κύμα αέρα τον χτύπησε η εξάντληση της επίγνωσης. Όλο αυτό δεν είχε κανένα απολύτως νόημα. Τον εκνεύρισε τόσο πολύ η τύχη του ώστε δεν είχε κανένα δίλημμα για το αν θα γυρίσει πίσω να κοιτάξει όσο παράλογο κι αν ήταν το να περιμένει να δει κάτι μέσα σε ένα μαύρο μπαλόνι τόσο σκοτεινό που δεν του επέτρεπε να δει ούτε καν το περίγραμμα της σκιάς του.
Κι όμως σταμάτησε και γύρισε να δει. Για την ακρίβεια μόλις που πρόλαβε να προσπαθήσει να σταθεί και να κάνει έναν ελάχιστο υπαινιγμό της κίνησης που απαιτείται για να γυρίσεις να δεις κάτι που είναι πίσω σου κι αυτό γιατί τα πλοκάμια τώρα ήταν πολλά και του άρπαξαν ότι είχε: χέρια, μπράτσα, μηρούς, δάχτυλα, αστραγάλους, μέση, λαιμό. Ότι αποτελούσε το φτωχό του κορμί ήταν πλέον κατειλημμένο και έξω από τον έλεγχο του. Μετά από όλο αυτό τον πόλεμο, μετά από τόσες κερδοφόρες μάχες γύρισε ακριβώς εκεί απ’ όπου είχε αρχίσει· όλη του η προσπάθεια είχε πάει χαμένη, ήταν πάλι αβοήθητος και έρμαιο αυτού του κόσμου που είχε βγάλει πλοκάμια για να τον κρατήσει εδώ, μέσα στο σκοτάδι. Η ανύπαρκτη οντότητα τον τραβούσε κοντά της χωρίς να μπορεί να προβάλλει καμία αντίσταση. Το τέλος πλησίαζε. Το τέλος ποιου πράγματος; Το σκοτάδι στο μυαλό του ήταν πολύ μεγαλύτερο από το σκοτάδι που τον κατάπινε. Τέλος στην αγωνία αν μη τι άλλο θα έμπαινε. Τέλος στην καταδίωξη. Τέλος στην ζωή ή τέλος στο θάνατο που βίωνε. Φοβήθηκε ότι ίσως ο θάνατος να μην τελειώνει ποτέ.

Καθώς τα πλοκάμια τον τύλιγαν και τον τραβούσαν, κατάλαβε πως χανόταν και θύμωσε ξανά, όχι γιατί χανόταν αλλά γιατί χανόταν χωρίς να ξέρει τίποτα. Δεν φοβόταν καθόλου να χαθεί. Θα γλίτωνε. Σκίρτησε μόνο λίγο στη σκέψη της πιθανότητας ότι μπορεί αυτό που τον κατάπινε να τον ξερνούσε σε ένα άλλο σκοτάδι ή  ακόμη χειρότερα σε ένα άλλο φως όπου ο αέρας δεν θα ήταν παγωμένος αλλά καυτός και τα πλοκάμια δεν θα ήταν κρυστάλλινα αλλά θα ήταν πύρινες αλυσίδες που στο άγγιγμα τους θα έλιωναν και ένα κομμάτι από ότι τον αποτελούσε διαλύοντας και σκορπώντας ότι απέμενε στο άπειρο. Φοβήθηκε πως είχε παγιδευτεί σε έναν εφιάλτη χωρίς τελειωμό, σε μια φούσκα απελπισίας που δεν υπήρχε κανείς απ’ έξω να την τρυπήσει για να τον απελευθερώσει.
« Θεέ μου!», αναφώνησε αυθόρμητα και άκουσε επιτέλους τη φωνή του, η οποία λειτούργησε σαν ηχητική εντολή και η ρουφήχτρα πίσω του άνοιξε διάπλατα το στόμιο της και ξεστόμισε έναν άνεμο τόσο παγωμένο που έκαιγε. Τα πλοκάμια σφίτηκαν κι άλλο γύρω του και εκείνος με κλειστά μάτια περίμενε να διαμελιστεί αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Όσο δυνάμωνε το σφίξιμο τόσο έσφιγγε τα μάτια κι όσο τα μάτια του έσφιγγαν, ένα μικρό φως γεννιόταν μέσα στο μυαλό του, ένα φως μικρό όσο το κεφάλι μιας καρφίτσας. Το στρογγυλό φωτάκι άνοιγε λίγο λίγο και παρόλο που είχε τα μάτια του κλειστά το μυαλό του γέμιζε φως. Είχε συνηθίσει στην παντελή έλλειψη φωτός και τώρα αισθάνθηκε αηδία γι’ αυτό που μεγάλωνε μέσα στο κεφάλι του και ευχήθηκε για άλλη μια φορά να μπορούσε να κάνει εμετό γιατί όλα περνάνε όταν κάνεις εμετό και μετά αισθάνεσαι πάντα καλύτερα, κοιμάσαι και όταν ξυπνήσεις αισθάνεσαι πώς όλα πέρασαν. « Έτσι πρέπει να νιώθουν οι τρελοί!» αναλογίστηκε και συνάμα ευχήθηκε να ήταν κάπου άλλου κι ας ήταν τρελός, ας ήταν οτιδήποτε άλλο, φτάνει να μην ήταν εδώ.
Τα μάτια του κόντευαν να εκραγούν από το σφίξιμο. Δεν είχε πλέον το σθένος που χρειαζόταν για να παλέψει και να τα κρατήσει κλειστά. Δεν υπήρχε λόγος να πολεμήσει κάτι που δεν αναγνώριζε ούτε καταλάβαινε ούτε υπήρχε δυνατότητα να το νικήσει. Και δεν είχε λόγο να αρνείται να δει το φως που μεγάλωνε μέσα στο σκοτάδι από φόβο να μην τον τυφλώσει γιατί ήταν ανόητο να προστατεύει τον εαυτό του σε αυτή την κατάσταση. Ήταν σκλάβος. Το είχε παραδεχτεί. Ίσως η αντίσταση να ήταν μεγαλύτερη σκλαβιά από το να αντιμετωπίσει αυτό που συνέβαινε κι αν ήταν να χαθεί, τουλάχιστον θα είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον προσωπικό του χαμό σε όλο του το μεγαλείο.

Άνοιξε τα μάτια του χωρίς να διστάσει. Η πρώτη εικόνα έμοιαζε με λάμψη. Σε λίγο μέσα στην λευκή λάμψη άρχισαν να διαγράφονται σκιές. Οι σκιές σκούραιναν ολοένα και περισσότερο ώσπου πήραν σχήμα, χρώμα και μορφή. Ένας πίνακας ζωγραφικής στήθηκε μπροστά του. Ένας δρόμος ακριβώς κάτω από τα πόδια του, φτιαγμένος από μαύρη φρέσκια άσφαλτο, δεξιά κι αριστερά κόκκινο υγρό χώμα λες και είχε μόλις βρέξει, στο βάθος του ορίζοντα μια ψευτιά ουρανός σκούρος και βαθύς και από πάνω του αλλά πολύ χαμηλά κρέμονταν σύννεφα, μαύρα, αγριεμένα σαν να είναι έτοιμα να ξεσπάσουν σε καταιγίδα και να πνίξουν τα πάντα.

          Κοιτούσε σαν χαμένος. Τι ήταν αυτό που έβλεπε; Από πού είχε ξεφυτρώσει; Τα πλοκάμια τον κρατούσαν, αν και ήταν πλέον πολύ χαλαρά και αισθάνθηκε πάλι σαν μαριονέτα που αιωρείται στο κουκλοθέατρο της φρίκης. Πίσω του ανέπνεε ακόμη το παγωμένο σκοτάδι, μπροστά του είχε ζωγραφιστεί η ελπίδα της σωτηρίας που αναζητούσε κι εκείνος κρεμόταν πάνω από την απόφαση του να πηδήξει κι ότι γίνει, απόφαση που πάρθηκε αμέσως όχι από τον ίδιο αλλά από το ένστικτό του που δεν σήκωνε αντιρρήσεις ούτε δικαιολογούσε καμία καθυστέρηση.

Πάτησε με δύναμη στο έδαφος του μαύρου δρόμου. Έπεσε με φόρα αλλά δεν ένιωσε πόνο. Όλο του το είναι μέθυσε από μυρωδιές. Του φάνηκε πως τα χρώματα, τα λίγα χρώματα αυτού του σιωπηλού έρημου τοπίου, μιλούσαν με τις μυρωδιές τους και του έλεγαν να μην αφήσει ούτε μια ανάσα να πάει χαμένη όσο θα ήταν εδώ. Ανέπνευσε βαθιά και ένιωσε τη βροχή που ερχόταν. Άρχισε να τρέχει. Έπρεπε να φτάσει στο τέλος του δρόμου. Τίποτα δεν τον κυνηγούσε αλλά έπρεπε να βιαστεί. Έπρεπε να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν σίγουρος πως πίσω του υπήρχε ακόμη το παράθυρο που τον άφησε να κάνει το άλμα για την έξοδο από το σκοτάδι. Ήθελε σαν κολασμένος να επιστρέψει για να ανακαλύψει τι έκρυβε ή έστω να ρίξει μια φευγαλέα ματιά αλλά όσο σκληρό κι αν ήταν για την περιέργεια του, ήταν αποφασισμένος να μην το κάνει, γιατί φοβόταν. Τώρα ένιωθε αληθινό φόβο και δεν ήθελε με τίποτα να χάσει αυτό που κέρδισε χωρίς να ξέρει με ποιον τρόπο το κέρδισε ώστε να το ξανακάνει αν χρειαστεί.
Συνέχισε να τρέχει. Ο δρόμος ήταν μακρύς αλλά δε θα σταματούσε ακόμη κι αν ένιωθε τη γη κάτω από τα πόδια του να γκρεμίζεται. Όλοι οι δρόμοι κάπου βγάζουν. Δεν μπορεί να ήταν τόσο άτυχος ώστε ο δικός του δρόμος να μην βγάζει πουθενά. Άλλωστε και μόνο η αίσθηση ότι όσο έτρεχε απομακρυνόταν από τον εφιάλτη ήταν αρκετή για να συνεχίζει να θέλει να τρέχει για πάντα.
Ήθελε να αγγίξει με τα δάχτυλα του το πρόσωπό του, να ανακαλύψει ποιος είναι, να αισθανθεί τη σάρκα του αλλά τρέχοντας μόνο τις πατούσες του μπορούσε να δει και γέλασε καθώς σκέφτηκε πως αν ο δρόμος που πήρε οδηγεί στην καταστροφή, αν ξαφνικά γκρεμιστεί σε μια απύθμενη θάλασσα, όπως το ίδιο ξαφνικά είχε βυθιστεί στην άβυσσο του σκότους, η μόνη εικόνα για τον εαυτό του που θα μπορούσε να πάρει μαζί του την στιγμή που οι πνεύμονες του θα γέμιζαν νερό και η ζωή θα σβηνόταν από το ταλαιπωρημένο του δοχείο, θα ήταν τα πόδια του που έτρεχαν να σωθούν.
Μια αστραπή στα δεξιά του τον πέταξε από τις σκέψεις του. Η βροχή ήταν κοντά. Κι άλλη αστραπή σχεδόν στο ίδιο σημείο κι ύστερα άλλη στ’ αριστερά του ώσπου γέμισε ο τόπος αστραπές που τρυπούσαν το κόκκινο χώμα κι έσπερναν μικρές φωτιές. Όσο παράξενο κι ήταν, ήταν ένα θέαμα που δεν χόρταινε να βλέπει. Ένιωσε να τραντάζεται και πίστεψε πως γίνεται σεισμός αλλά ο σεισμός δεν γινόταν στη γη, γινόταν στον ουρανό. Κάτι εκεί πάνω είχε σπάσει και θα έπεφτε επάνω του. Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε ψηλά. Ένα σύννεφο είχε ξεκολλήσει από τα άλλα κι ερχόταν να τον συναντήσει με ορμή. Όσο τον πλησίαζε έπαιρνε μορφή. Φαινόταν σαν να προσπαθεί να μοιάσει σε άνθρωπο. Αφού απόκτησε χέρια, κορμό και πόδια, έβγαλε φτερά και βούτηξε προς τα κάτω. Ερχόταν καταπάνω του. Συνέχισε να τρέχει αλλά η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Ο συννεφένιος άγγελος είχε εντολή να προσκρούσει στον τρεχούμενο άνθρωπο. Να που τελικά δεν θα πνιγόταν σε μια απύθμενη θάλασσα!
Ο άγγελος των νεφών απείχε λίγα μέτρα. Ευχήθηκε να τελειώσουν όλα γρήγορα. Καθώς πλησίαζε προσπαθούσε να δει αν έχει μάτια αλλά δεν υπήρχαν. Μόνο μια υποψία που θύμιζε πρόσωπο. Όταν έφτασε πραγματικά κοντά νόμιζε πως θα τον γραπώσει αλλά εκείνος ίσα που τον ακούμπησε. Το άγγιγμα του ήταν σκληρό σαν πέτρα. Μέσα του κάτι έσκασε σαν να είχε καταπιεί πυροτέχνημα και μια φωτιά τον δρόσισε με το φως της.

Σκοτάδι. Κρύο. Όλα μαύρα…μαύρος πάγος…όλα μαύρα…μαύρος πάγος. Μαύρα. Μαύρα. Άνοιξε τα μάτια του. Ένας κύκλος από ανθρώπινα τρομαγμένα πρόσωπα τον κοιτούσαν με περιέργεια καθώς κείτονταν ξαπλωμένος στη μέση του δρόμου. «Τι έγινε;» τον ρώτησε κάποιος. « Δεν θυμάμαι», απάντησε ο Τζόνι. Και δεν έλεγε ψέματα ούτε θα θυμόταν ποτέ.
  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news