Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Αλέξανδρος Παναγούλης - «δις εις θάνατον»

πρόσωπα
γράφει η Νίκη Ηλιοπούλου

Οι νεότεροι άνθρωποι, έχουν μάθει να ακούνε την ιστορία της επταετίας καθισμένοι γύρω από τον πατέρα, τον παππού ή την γιαγιά, που πρωτοστάτησαν στον αγώνα κατά της δικτατορίας. Πολλοί δε, αναφέρουν ως επί τω πλείστων, κομβικό σημείο την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά και τη γενικότερη δράση γύρω από αυτό. Η 17η Νοεμβρίου του 1973 έχει την «αποκλειστικότητα» της αναφοράς τους. Σχεδόν κανείς δεν αναφέρει πως την ίδια ακριβώς ημερομηνία, 5 χρόνια πριν, ένας άνθρωπος που τόλμησε να υψώσει το ανάστημα του απέναντι στη χούντα, καταδικαζόταν «δις εις θάνατον».


Είναι κι αυτός όπως τα παραμύθια της γιαγιάς που πια δεν ακούγονται. Μια ιστορία, ένας ήρωας, και πολλοί κακοί που στο τέλος πεθαίνουν. Η δική μας ιστορία έχει γραφτεί 40 χρόνια πριν. Ο δικός μας ήρωας ακούει στο όνομα Αλέκος Παναγούλης και είναι ο ήρωας της χούντας. Οι «κακοί» είναι οι πρωταίτιοι της δικτατορίας, που στη δική μας ιστορία πεθαίνουν νικημένοι μεν, πολύ αργότερα δε.


Κανείς δεν φαίνεται να μνημονεύει αυτόν τον άνθρωπο, παρά μόνο εκείνοι που έζησαν μαζί του. Η νέα γενιά δεν γνωρίζει την αντίσταση του Αλέκου στους θιασώτες της δικτατορίας, δεν γνωρίζει καν την κορυφαία αντιδικτατορική πράξη του, που αν είχε επιτυχή έκβαση, το μέλλον της Ελλάδας θα είχε αλλάξει κατά πολύ. Η πολιτεία δεν φρόντισε να μάθει ο κόσμος, και ειδικότερα οι νέοι άνθρωποι, την σύγχρονη έννοια του επαναστάτη. Ίσως η «φιμωμένη» ιστορία του μεγάλου αυτού αγωνιστή, «βόλευε» ή «βολεύει» για ένα περίεργο και ανεξήγητο λόγο, την δημοκρατική αντίληψη των εκάστοτε κυβερνήσεων, οι οποίες φαίνεται πως ακόμα και σήμερα φοβούνται να κάνουν αναφορά στο όνομα και την δράση του.    


Ο Αλέξανδρος Παναγούλης γεννήθηκε στην Γλυφάδα στις 2 Ιουλίου του 1939.  Ήταν ο δευτερότοκος γιός της Αθηνάς και του Βασίλη Παναγούλη, αξιωματικού του Στρατού Ξηράς. Ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιώργος, προσπάθησε να δραπετεύσει από τις πρώτες μέρες του απριλιανού πραξικοπήματος, αλλά σύμφωνα με πληροφορίες, δολοφονήθηκε από τη χούντα. Ο μικρότερος αδερφός του Στάθης, συμμετείχε μαζί με τον Αλέκο, στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στην σχολή Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων, και συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα, στο οποίο εκλέχθηκε εκπρόσωπος της Σχολής του στο Σύλλογο Σπουδαστών του Πολυτεχνίου.

Την εποχή εκείνη αγωνίζεται για τη διεκδίκηση του 15%. Πρόκειται για το αίτημα των φοιτητών, οι οποίοι ζητούσαν να αναβαθμιστεί η παιδεία, και αξίωναν αύξηση των κρατικών κονδυλίων για την εκπαίδευση. Από νωρίς δραστηριοποιήθηκε σε πολιτικό επίπεδο, γίνεται μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Οργάνωσης Νεολαίας Ένωσης Κέντρου, έπειτα της Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας και ομοίως της Νεολαίας της Ένωσης Κέντρου του Γεώργιου Παπανδρέου. Ενώ σε νεαρή ηλικία διαδήλωνε σε μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις για την Κύπρο.

Τον Οκτώβριο του 1961 συμμετείχε στον ανένδοτο αγώνα του Γεώργιου Παπανδρέου, στη διάρκεια του οποίου συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Κατά τη διάρκεια της φοίτησης του στο Πολυτεχνείο, και συγκεκριμένα το 1962 έρχεται σε σύγκρουση με τον γιό του μελλοντικού δικτάτορα, ο οποίος κατέβαινε υποψήφιος στις φοιτητικές εκλογές. Οι δικοί του άνθρωποι προσδίδουν στον Αλέκο πως τότε είχε «προβλέψει» την μελλοντική κατάσταση της χώρας, λέγοντας για τον γιο του Παπαδόπουλου πως αν υπήρχε περίπτωση επιβολής της δικτατορίας στην Ελλάδα θα την έκανε ο πατέρας του..

Το 1967 καλείται να παρουσιαστεί στον στρατό. Λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο Αλέκος Παναγούλης λιποτακτεί για να οργανώσει την αντίσταστη κατά της χούντας, αλλά και γιατί δεν μπορούσε να υπηρετήσει ένα ανελεύθερο καθεστώς.
Αμέσως μετά ιδρύει την οργάνωση «Ελληνική Αντίσταση». Οργάνωση στην οποία μετείχαν μεταξύ άλλων ο αδερφός του Στάθης Παναγούλης, ο Λευτέρης Βερυβάκης, ο Αρτέμης Κλωνιζάκης, ο Στάθης Γιώτας και άλλοι.

Ο Αλέκος, θέλοντας να οργανώσει την αντίσταση κατά της χούντας θα δραπετεύσει στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο, για να έρθει εκεί σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Στην Αθήνα, οι λογοκριμένες εφημερίδες δημοσιεύουν την φωτογραφία του, ως καταζητούμενο. Την ίδια ώρα ο Αλέκος Παναγούλης συναντά τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη ο οποίος προθυμοποιείται να τον βοηθήσει. 

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, ο Αλέκος παρακολουθεί μαζί με την υπόλοιπη ομάδα, συστηματικά τον Παπαδόπουλο, με σκοπό να βρουν το κατάλληλο σημείο που θα κάνουν την απόπειρα. Ως καταλληλότερο σημείο κρίνεται το 31ο χιλιόμετρο της Εθνικής Αθηνών – Σουνίου, όπου ο δικτάτορας κάθε πρωί, έκανε τη συνηθισμένη του διαδρομή.

Τα εκρηκτικά έχουν τοποθετηθεί κάτω από τη γέφυρα, από τις πρώτες πρωινές ώρες της 13ης Αυγούστου του 1968. Την ώρα όμως της ανατίναξης, η μπαταρία δεν τροφοδότησε και τα έξι σημεία, με αποτέλεσμα η έκρηξη να σημειωθεί μερικά δευτερόλεπτα αργότερα και ο δικτάτορας να γλυτώσει.

Για εκείνη την ημέρα, και εφόσον πετύχαινε η απόπειρα, είχαν προσχεδιαστεί βομβιστικές επιθέσεις στο κέντρο της Αθήνας ούτως ώστε να δημιουργηθεί χάος και αναρχία στην πόλη και να κλονιστεί το καθεστώς. Η απόπειρα όμως αποτυγχάνει και ο Αλέκος Παναγούλης, έπειτα από 2 ώρες εν τέλει συλλαμβάνεται.

Ο Αλέκος Παναγούλης βασανίζεται καθημερινά, με τα πιο ευφάνταστα, σκληρά και αποκρουστικής σύλληψης βασανιστήρια καθ΄ όλη την διάρκεια της κράτησης του. Η αυτοκυριαρχία του, η αυτοπειθαρχία του, το πείσμα στο να υπερασπιστεί αυτό που πιστεύει και το χιούμορ που διέθετε λειτουργούν σαν ασπίδες χάρη στις οποίες κατορθώνει να επιβιώσει τον σωματικό και ψυχικό βιασμό.

Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγείται ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968. 

Στην αίθουσα του Στρατοδικείου Αθηνών, το πρωί της 17ης Νοεμβρίου 1968, ο 29χρονος τότε Αλέξανδρος Παναγούλης στέκεται όρθιος στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ακούει τη θανατική καταδίκη του. Δις εις θάνατον ήταν η απόφαση. Ο λόγος που δεν εκτελέστηκε ήταν ένας: η διεθνής κατακραυγή, που ξεσηκώθηκε μπροστά στο ενδεχόμενο να θανατωθεί ένας σύγχρονος Αρμόδιος ή Αριστογείτονας. Αυτός που στις 13 Αυγούστου 1968 αποπειράθηκε να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο. 

Ο ίδιος έδειχνε να περιφρονεί τον θάνατο. Λίγες μέρες πριν, με την απολογία του στο Στρατοδικείο, είχε πει απευθυνόμενος στους δικαστές του: « Δεν υποχωρώ διότι γνωρίζω ότι το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήποτε αγωνιστού είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος, παρά ενώπιον μιας τυραννίας, και αυτήν την θέσιν αποδέχομαι».

Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε, χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου, όπου και του επιβλήθηκε η "ποινή του εντοιχισμού" όπως λέει ο ίδιος.
Δραπετεύει από τις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου όπου κρατείτο, στις 5 Ιουνίου 1969. Συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο του Γουδίου για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές του Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση σε κελί που το ‘φτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. 

Ο Αλέκος επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Γράφει ποιήματα ως διέξοδο. Συνεχίζει να γράφει ακόμα και όταν του κατάσχουν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.
Τον Αύγουστο του 1973 - μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – ο Αλέκος Παναγούλης, απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση, ουσιαστικά όμως συνεχίζει την αντίσταση στην Ελλάδα ερχόμενος κρυφά όπου και οργανώνει ομάδες αντίστασης.
Στην μεταπολίτευση εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών από την Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις, καθώς αρνείται να συνεργαστεί με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και με τον Ανδρέα Παπανδρέου τον οποίο παρομοίαζε με φασίστα και έλεγε πως ήταν ο Έλληνας Μουσολίνι, στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών.

Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του γιατί είχε συγκεντρώσει στοιχεία για τη συνεργασία του Δημήτρη Τσάτσου με το χουντικό καθεστώς, με συνέπεια να αρνηθεί να συνυπάρξει με τον "προδότη" στο ίδιο κόμμα και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Δημήτρη Τσάτσο. Δέχθηκε πολιτικές πιέσεις αλλά και απειλές για τη ζωή του για να αποσύρει τις καταγγελίες του, όπως διαρρήξεις στο πολιτικό του γραφείο, μηνύματα που του αφήναν άγνωστοι και άλλα παρόμοια.
Το ξημέρωμα της Πρωτομαγιάς του 1976 θα βρει την Ελλάδα να θρηνεί τον μεγάλο αυτό αγωνιστή. «Τροχαίον» η επίσημη εκδοχή. Ο Αλέκος Παναγούλης, μόλις 38 ετών, θα αφήσει την τελευταία του πνοή μέσα στο αυτοκίνητο του, στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης 271 τα ξημερώματα της Πρωτομαγιάς. Λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της χούντας, τον γνωστό φάκελο ΕΣΑ.
Ο Αλέκος είχε βρει ένα μέρος των αρχείων και είχε αρχίσει η δημοσίευση τους στις 19 Απριλίου προκαλώντας σάλο. Κι ενώ είχε απαγορευτεί η συνέχιση της δημοσιοποίησης, με στρατιωτική διαταγή, τέσσερις ημέρες αργότερα. Ο Παναγούλης ερευνούσε και προειδοποιούσε αγέρωχος και άκαμπτος, όπως πάντα, μετά την απαγόρευση.
Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται πως περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με τη χούντα. Κατά πολλούς το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε υπό την κατοχή του. Η σύνδεση του θανάτου του με τα αρχεία της ΕΣΑ, ανεξαρτήτως αν ο θάνατος του αποδοθεί σε τροχαίο ή δολοφονία, αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα.
Στην κηδεία του, στις 5 Μαϊου, πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες ήταν εκεί. Ως και ο πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας. Όλοι, εκτός από τον Πρόεδρο, τον πρωθυπουργό της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και φυσικά τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Η Ελλάδα στις 5 Μαϊου 1976 διαδήλωνε θρηνώντας τον ήρωα Αλέκο Παναγούλη. Παρόμοια λαοθάλασσα είχε γνωρίσει η Αθήνα μόνο στην κηδεία του Γεώργιου Παπανδρέου και την πρώτη επέτειο της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο.
Η ζωή και το έργο του Αλέκου Παναγούλη αποτελούν πηγή έμπνευσης στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Ακόμη, η ποίηση και η ζωή του Α. Παναγούλη έγιναν αντικείμενο μελέτης για πολλούς ερευνητές. Όμως, αυτή που συνέβαλε και τίμησε με τον καλύτερο τρόπο τον άνθρωπο και πολιτικό Αλέκο Παναγούλη, ήταν η Ιταλίδα δημοσιογράφος και σύντροφός του Οριάνα Φαλάτσι με το έργο της Un Uomo (Ένας Άντρας).

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο παραλίγο «Τυραννοκτόνος», σφράγισε με το θάρρος και το έργο του την πολιτική και πνευματική ζωή του τόπου. Ως σύμβολο πλέον της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας εμπνέει τις νέες γενιές στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, βρίσκοντας τη θέση του ανάμεσα στους μεγάλους που αγωνίστηκαν για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες.


ο ποιητής
Αλέκος Παναγούλης
Θέλω

Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω

Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω

Θέλω να προσφέρω
με την ίδια δύναμη πού ’θελα στο ξεκινήμα

Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ 



Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
να μάθουνε που βρήκα την μπογιά.

Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δεν βρήκαν

Γιατί στιγμή δεν σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν



Διεύθυνσή μου
Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω
στην Ελλάδα


 Υπόσχεση
(γραμμένη στην απομόνωση στο Μπογιάτι,
τὸν Φλεβάρη του 1972. «Γράφτηκε
-σημειώνει ο ποιητής Αλέκος Παναγούλης-
όχι για να δικαιολογήσει τα δάκρυα
που ο πόνος και η οργή ανέβαζαν στα μάτια,
μα για να επιβεβαιώσει μια απόφαση.
Απλοϊκά γραμμένο ίσως, μα είναι ένας όρκος»

Τα δάκρυα που στα μάτια μας
θα δείτε ν' αναβρύζουν
ποτέ μην τα πιστέψετε
απελπισιάς σημάδια.
Υπόσχεση είναι μοναχά
γι' Αγώνα υπόσχεση



πρώτη δημοσίευση: σοδειά τχ.1 (Οκτ.2009)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news