Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

[ Περί έρωτος και το Χρονικό] Gabriel Garcia Marquez ~ ΑΦΙΕΡΩΜΑ



Ο Gabriel Garcia Marquez γεννήθηκε το 1928 στην μικρή πόλη Aracataca της Κολομβίας και πέθανε 17 Απριλίου 2014 στο Μεξικό όπου είχε εγκατασταθεί από το 1961. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος, πρώτα δημοσιεύοντας μικρές ιστορίες και διηγήματα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Όταν δημοσιεύτηκαν τα «100 χρόνια μοναξιάς» στην μητρική του γλώσσα τα Ισπανικά το 1967, Cien anos de soledad, ο Marquez απέκτησε την διεθνή φήμη του και το 1982 έλαβε το βραβείο Nobel της λογοτεχνίας. Ένας γόνιμος συγγραφέας και αρθρογράφος, ο Marquez ήταν ίσως η κεντρική μορφή στην αποκαλούμενη Latin boom, η οποία προσδιορίζει την δημοτικότητα για την λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Τα «100 χρόνια μοναξιάς» είναι ίσως το πιο σπουδαίο και πολυδιαβασμένο βιβλίο εκείνης της περιόδου. Είναι επίσης πρωτοποριακό για το κίνημα που αργότερα ονομάστηκε ‘μαγικός ρεαλισμός’, ο οποίος χαρακτηρίζεται από ονειρικά και φανταστικά στοιχεία πλεγμένα μες στον ιστό του κάθε μυθιστορήματος.
Κατά ένα μέρος, η μαγεία της γραφής του Marquez είναι αποτέλεσμα της ερμηνείας του για τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού : ο ίδιος είχε πει ότι τίποτα σημαντικό δεν του συνέβη από τότε που ήταν 8 ετών και ότι η ατμόσφαιρα των βιβλίων του είναι η ίδια με της παιδικής ηλικίας. Η γενέτειρα πόλη του Marquez, η Aracataca, είναι πηγή έμπνευσης για πολλά μυθιστορήματά μου και οι αναγνώστες του «100 χρόνια μοναξιάς» θα αναγνωρίσουν πολλούς παραλληλισμούς μεταξύ της πραγματικής ιστορίας της πόλης του και της πόλης του μυθιστορήματος, την φανταστική πόλη Macondo.


 
“To Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου



«There had never been a death so foretold.»


Το «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» έχει ξεχωριστή θέση ανάμεσα στα έργα του γιατί είναι ταυτόχρονα αφηγηματικό, δημοσιογραφικό και μυθικό. Ο Garcia συχνά χρησιμοποιεί την δημοσιογραφική τεχνική στα βιβλία του. Για παράδειγμα στα περισσότερα μυθιστορήματά του δημιουργεί ένα υψηλό επίπεδο ενδιαφέροντος με την πρώτη γραμμή του κειμένου και υιοθετεί πολλές δημοσιογραφικές λεπτομέρειες βασισμένες στην στενή παρατήρηση σε όλο το έργο. Ο ίδιος είχε πει πως είχε γίνει καλός δημοσιογράφος διαβάζοντας λογοτεχνία και πως η δημοσιογραφία, με την σειρά της, τον βοήθησε να διατηρεί επαφή με την πραγματικότητα, κάτι που πίστευε πως ήταν βασικό για να γράψει κανείς καλή λογοτεχνία. Μετά την δημοσίευση του βιβλίου, πολλοί δημοσιογράφοι κατέκλυσαν την πόλη Sucre, η οποία αναφέρεται στο μυθιστόρημα, όπου πραγματικά είχε γίνει ένας φόνος, θέλοντας να πάρουν συνέντευξη από τους επιζήσαντες χαρακτήρες. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1981 και πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα στην αρχική του έκδοση.
Το «Χρονικό» περιγράφει την δολοφονία ενός νεαρού άντρα, του Santiago Nasar, και τα γεγονότα που οδηγούν στον θάνατό του. Επίσης περιγράφει τις ζωές κάποιων χαρακτήρων μετά την δολοφονία.
Η δολοφονία γίνεται μετά την βραδιά γάμου της Angela Vicario, όταν ο πλούσιος άντρας της, Bayardo San Roman, ανακαλύπτει ότι δεν είναι παρθένα. Ο San Roman επιστρέφει την Angela στην οικογένεια της, όπου ανακρίνεται βάναυσα για δύο ώρες και τελικά αποκαλύπτει πως ο Santago Nasar ήταν ό άνδρας που πήρε την παρθενιά της. Πολλά στοιχεία κατά την διάρκεια της ιστορίας υποδεικνύουν πως η κατηγορία ήταν ψεύτικη. Όμως τα αδέρφια της Angela, ο Pedro και ο Pablo, την πιστεύουν και σκοτώνουν τον Santiago μέρα-μεσημέρι σε μια πολυπληθή δημόσια πλατεία. Ο συγγραφέας συνδέει τα γεγονότα με μια μη χρονολογική μέθοδο. Περιγράφει τον γάμο : η πιο μεγαλειώδης γιορτή που γνώρισε ποτέ η πόλη. Ο πατέρας του Bayardo ήταν ο διάσημος στρατηγός κατά την διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, ο στρατηφός Petronio San Roman, και η οικογένεια του ήταν πολύ πλούσια. Οι επίσημες εκδηλώσεις του γάμου τελειώνουν στις 6 το απόγευμα όταν η κοπέλα και ο γαμπρός αποσύρονται για να ολοκληρώσουν τον γάμο. Οι καλεσμένοι όμως παραμένουν και πίνουν και χορεύουν μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάποιοι καλεσμένοι, μεταξύ των οποίων και ο Santiago Nasar, ο φίλος του Cristo Bedoya (ο οποίος αφηγείται την ιστορία) και ο αδερφός του αφηγητή συνεχίζουν την γιορτή και μετά τα μεσάνυχτα και μάλιστα περνούν και κάποιες ώρες στο πορνείο της Maria Alejandrina Cervantes μαζί με τα δίδυμα αδέρφια της Angela, που ακόμα δεν ξέρουν τίποτα.
Τα αδέρφια, μετά την εξομολόγηση της Angela, αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Santiago. Ανακοινώνουν το σχέδιο τους σε όλους και φαίνεται πως κανείς δεν έκανε τίποτα για να τους εμποδίσει. Όλοι φέρονται σαν να περιμένουν πως κάποιος άλλος θα σταματήσει την εκδίκηση, ο ντόπιος αστυνομικός, ο χασάπης, ο δήμαρχος ακόμα και ο ντόπιος παπάς ξέρουν για τον επικείμενο φόνο αλλά κανείς δεν τον σταματά. Κατά τις 6 το απόγευμα της επόμενης του γάμου μέρας όλοι στην πόλη ξέρουν ότι οι δίδυμοι θα σκοτώσουν τον Santiago και μόνο το θύμα φαίνεται σαν να αγνοεί τα πάντα. Κάποιοι προσπαθούν να τον προειδοποιήσουν, μεταξύ των οποίων και ο Cristo Bedoya, ο οποίος έχει περάσει την ημέρα μαζί του. Αλλά το ανακαλύπτει αφού χωρίζουν και όταν προσπαθεί να βρει τον φίλο του δεν μπορεί. Τελικά ο πατέρας της μνηστής του Santiago, τον προειδοποιεί για το σχέδιο. Ο Santiago δεν μπορεί να καταλάβει γιατί τα δίδυμα αδέρφια της Angela θέλουν να τον σκοτώσουν και ο τρόμος που κυριαρχεί πάνω του δεν τον αφήνει ούτε καν να βρει τον δρόμο για το σπίτι του. Τα αδέρφια τον βλέπουν κατά την προσπάθεια φυγής του από την πόλη και τον καταδιώκουν. Ο Santiago τρέχει προς την πόρτα του σπιτιού του αλλά είναι κλειδωμένη διότι η μητέρα του νόμιζε πως αυτός είναι μέσα στο σπίτι και σε μια προσπάθεια να κρατήσει τους διώκτες του μακριά κλείδωσε την πόρτα. Ο Pedro και ο Pablo τον πιάνουν και τον μαχαιρώνουν μέχρι θανάτου μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του.
Μετά τον φόνο, μια θυμωμένη ομάδα Αράβων, μαζί με τους οποίους είχε μεταναστεύσει ο πατέρας του Santiago, κυνηγούν τους Vicarios μέσα σε μια ντόπια εκκλησία. Τα αδέρφια παραδίνονται και φυλακίζονται. Η οικογένεια Vicario, εν τω μεταξύ, ντροπιασμένοι με την υπόθεση εγκαταλείπουν την πόλη, ατιμασμένοι. Τα αδέρφια δικάζονται τρία χρόνια αργότερα και αθωώνονται γιατί ήταν φόνος τιμής. Ο Pablo μόλις ελευθερώνεται παντρεύεται ενώ ο Pedro μπαίνει στον στρατό και τελικά θεωρήθηκε αγνοούμενος σε μια μάχη σε εχθρικό έδαφος.
Εν τω μεταξύ η ιστορία του Bayardo και της Angela ξεδιπλώνεται. Ο Bayardo San Roman παραλίγο να πεθάνει από το ποτό μετά την αποκάλυψη πως η γυναίκα που πήρε δεν είναι παρθένα. Η οικογένεια του τον παίρνει μακριά από την πόλη, ενώ η Angela διαπιστώνει (καθώς την δέρνει η μητέρα της) ότι τον αγαπάει. Μετά από κάποια χρόνια από την ακύρωση του γάμου τους,  τον συναντά συμπωματικά σε ένα ξενοδοχείο και αρχίζει να του στέλνει ένα γράμμα κάθε εβδομάδα. Μια μέρα, 17 χρόνια μετά, ο Bayardo εμφανίζεται στο κατώφλι της με μια βαλίτσα γεμάτη από ρούχα (δείχνοντας ότι επιστρέφει σε αυτήν) και με μία γεμάτη από τα γράμματά της που δεν τα άνοιξε ποτέ.

  «Περί έρωτος και άλλων δαιμόνων»


“For you was I born,
 for you do I have life, for you will I die,
 for you am I now dying.”


Η ιστορία ξεκινά με την έκθεση της ανασκαφής των κρυπτών στο γυναικείο μοναστήρι της Santa Clara. Εκεί έρχεται στην επιφάνεια το κρανίο ενός 12χρονου κοριτσιού το οποίο έχει χαλκινόχρωμα μαλλιά που ακόμα μεγαλώνουν. Ο συγγραφέας θυμάται τον μύθο για ένα 12χρονο κορίτσι που πέθανε από λύσσα και μας μεταφέρει σε μια πόλη στην αποικιακή New Grenada, που τώρα είναι η Columbia. Η Sierva, είναι 12 ετών και πηγαίνει στην αγορά την ημέρα των γενεθλίων της. Ένα σκυλί, το οποίο μετά βρέθηκε ότι είχε λύσσα, την δαγκώνει ελαφρά στον αστράγαλο. Η Sierva μεγάλωσε από σκλάβες γυναίκες στο σπίτι του πατέρα της, τον Marquis. Είναι ατίθασο και δύσκολο παιδί. Τα νέα σιγά-σιγά διαδίδονται : και άλλοι άνθρωποι πέθαναν από λύσσα, μια αρρώστια πάντα θανάσιμη. Ο πατέρας της Sierva, συμβουλεύεται τον γιατρό ο οποίος λέει ότι επειδή το κορίτσι δαγκώθηκε ελαφριά μπορεί και να μην παρουσιάσει λύσσα. Η Sierva, φαίνεται καλά και ο πατέρας της αρχίζει να έρχεται πιο κοντά της. Ξαφνικά μια μέρα η Sierva εμφανίζει ελαφρύ πυρετό. Ο πατέρας της πανικοβάλλεται και καλεί όλων των ειδών αγύρτες και θεραπευτές πίστης που της δίνουν μια θεραπεία επώδυνη και βασανιστική. Ο επίσκοπος ακούει για όλα αυτά και του ζητά να φέρει το κορίτσι στην μονή για εξορκισμό, διότι κάποιες φορές ο δαίμονας μπαίνει σε έναν άνθρωπο μεταμφιεσμένος σε αρρώστια. Ο άτολμος Marquis δεν μπορεί να συζητήσει με την γυναίκα του Bernarda, η οποία είναι εθισμένη στα ναρκωτικά, και αποφασίζει να υποκύψει στην απόφαση του επίσκοπου. Η Sierva παραδίνεται στην μονή. Μετά από ένα τραγούδι που τραγουδά μαζί με τις σκλάβες, το κορίτσι συλλαμβάνεται και φυλακίζεται σε ένα κελί στο μοναστήρι. Η ηγουμένη δηλώνει ότι το κορίτσι είναι δαιμονισμένο. Η Sierva δέχεται διάφορες επιθέσεις και ουρλιάζει και πολεμά. Αυτό χρησιμοποιείται εναντίον της ως ένδειξη ότι είναι πραγματικά δαιμονισμένη. Ο επίσκοπος αναθέτει τον εξορκισμό στον έμπιστό του πατέρα Cavetano Delaura. Ο παπάς, βιβλιοθηκάριος του επισκόπου, είναι 36 ετών. Γοητεύεται από το κορίτσι και αργότερα το ερωτεύεται. Γίνεται φίλος μαζί της και προσπαθεί να την ελευθερώσει αλλά ο επίσκοπος το απαγορεύει. Ο Cayetano μιλάει με τον πατέρα της και τον γιατρό, τον οποίο υποπτεύονται ως άθεο, πως θα μπορέσει να ελευθερώσει την Sierva από την μονή. Όταν επιστρέφει στην μονή το κορίτσι του επιτίθεται και αυτός φεύγει τρομοκρατημένος μακριά της. Μετά εξομολογείται στον επίσκοπο τι του συνέβη και τιμωρείται με την αφαίρεση όλων των δικαιωμάτων του και στέλνεται να δουλέψει σε ένα νοσοκομείο λεπρών. Ο Cayetano όμως βρίσκει τρόπο να μπει κρυφά στην μονή μέσα από ένα τούνελ για να δει την Sierva. Με αυτόν τον τρόπο επιστρέφει πολλές νύχτες. Ερωτεύονται, φιλιούνται και σχεδιάζουν να παντρευτούν. Όλα αυτά διακόπτονται όταν αρχίζει ο εξορκισμός της Sierva. Την δένουν και υπόκειται σε βασανιστήρια στα χέρια του επισκόπου. Ουρλιάζει από πόνο και η συμπεριφορά της μοιάζει δαιμονισμένη. Την επόμενη μέρα ένας φιλικός παπάς ορίζεται για τον εξορκισμό της αλλά μυστηριωδώς πεθαίνει. Μια άλλη φυλακισμένη, η Marina Laborde, βλέπει τον Cayetano να πηγαινοέρχεται από το μυστικό τούνελ και την επόμενη η ηγούμενη διατάζει να σφραγίσουν το τούνελ. Η Sierva υπόκειται σε σκληρό εξορκισμό και πεθαίνει. Μετά τον θάνατό της τα μαλλιά της άρχισαν πάλι, ως θαύμα, να φυτρώνουν στο ξυρισμένο από τις μοναχές κεφάλι της.



Πηγές sparknotes.com, gradesaver.com, bookrags.com

επιμέλεια - απόδοση στα ελληνικά Μαρία Ροδοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news