Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

[Σρι Λάνκα Η χώρα του τσαγιού] του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη ~ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ



 Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη
   
    Ακόμα ένα πρωινό μάλλον υγρό και βαρύ, αλλά με έναν ήλιο που υπόσχεται κάτι διαφορετικό, για αργότερα φυσικά. Τα παράθυρα του ξενοδοχείου που βλέπουν έξω στο γρασίδι των κήπων και περικλείονται από καταπράσινα και πανύψηλα όλο υγεία δέντρα, γεμίζουν από ώρα με τις τσιριχτές φωνές αμέτρητων πουλιών. Σήμερα κρίνεται σκόπιμη από τους τοπικούς ξεναγούς η επίσκεψη μιας μεγάλης φυτείας τσαγιού στη διπλανή περιοχή της Γκιραγιάμα (Geragama) και ενός παραδοσιακού εργοστασίου επεξεργασίας τσαγιού. Είχα φροντίσει ευτυχώς από καιρό βέβαια, να προσαρμόσω τον εαυτό μου στις θεωρητικές και κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες που αφορούσαν την όλη υπόθεση του τσαγιού εδώ στην πρώην Κεϋλάνη, ενός προϊόντος που σημάδεψε και συνεχίζει την οικονομία της χώρας.

Τα περισσότερα ξενοδοχεία στην Κάντυ, είναι πνιγμένα μέσα στο πράσινο, όπως άλλωστε και η μεγαλύτερη έκταση της χώρας.




έτος ιδρύσεως του εργοστασίου 1905
Η παραγωγή τσαγιού είναι μία από τις κύριες πηγές ξένου συναλλάγματος για τη Σρι Λάνκα (πρώην Κεϋλάνη), και αντιπροσωπεύει το 2% του ΑΕΠ, αποφέροντας  περίπου 700 εκατομμύρια δολάρια ετησίως στην οικονομία της. Απασχολεί, άμεσα ή έμμεσα, πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους σε χιλιάδες φυτείες τσαγιού, αλλά  και μικρότερα  κτήματα. Η Σρι Λάνκα είναι η τέταρτη μεγαλύτερη παραγωγός τσαγιού στον κόσμο. Το 1995, ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας τσαγιού, αλλά όχι παραγωγός, με 23% του συνόλου των παγκοσμίων εξαγωγών, αλλά έκτοτε έχει ξεπεραστεί από την Κένυα. Η υγρασία, οι ήπιες θερμοκρασίες και οι βροχοπτώσεις στην κεντρική υψίπεδα της χώρας δημιουργούν ένα κλίμα που ευνοεί την παραγωγή τσαγιού υψηλής ποιότητας. Η βιομηχανία εισήχθη στη χώρα το 1847 από τον βρεττανό καλλιεργητή James Taylor που έφτασε εδώ στα 1852.

Από ιστορικής πλευράς αν το δούμε, η κανέλα ήταν η πρώτη συστηματική καλλιέργεια που έλαβε χώρα στην  Κεϋλάνη, ενώ το νησί βρισκόταν  υπό τον έλεγχο των Κάτω Χωρών. Κατά τη διακυβέρνηση από τον  Ολλανδό Iman Willem Falck, αρκετές φυτείες κανέλας φυτεύτηκαν στο Κολόμπο, τη Maradana και τους Κήπους της Κανέλας (Cinnamon Gardens) το 1769. Ο πρώτος Άγγλος κυβερνήτης Frederick North, όμως, απαγόρευσε πλήρως τις ιδιωτικές φυτείες κανέλας διασφαλίζοντας έτσι το μονοπώλιο της κανέλας για την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Ωστόσο, η οικονομική ύφεση στη δεκαετία του 1830 στην Αγγλία και αλλού στην Ευρώπη, επηρέασαν και  τις φυτείες στην Κεϋλάνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παροπλιστεί η παραγωγή της από τον William Colebrooke το 1833. Η ανεύρεση κανέλας ήταν πλέον για τους βρεττανούς  ασύμφορη και στράφηκαν προς τον καφέ. Γύρω στα 1825 οι κάτοικοι του νησιού, είχαν ήδη γνώση των μυστικών του καφέ και άρχισαν να φυτεύουν και καλλιεργούν τέτοιους κήπους στην περιοχή της Galle, στα νότια του νησιού. Παρά το γεγονός ότι το πρώτο εγχείρημα απέτυχε λόγω της ακαταλληλότητας της περιοχής για την καλλιέργεια, ο George Bird ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε τις φυτείες καφέ σε εμπορική κλίμακα.  Η ζήτηση και η υψηλή τιμή στην ευρωπαϊκή αγορά του καφέ, είχε ως αποτέλεσμα τη βιασύνη στη φύτευση, με πληθώρα ξένων επενδυτών να καταφτάνουν στην Κεϋλάνη. Το όλο σκηνικό και η διαμορφωθείσα κατάσταση το 1840, απεκλήθη διεθνώς ως  ‘‘Coffee Rush’’. Το 1869 η βιομηχανία του καφέ εξακολουθούσε  να ανθεί στην Κεϋλάνη, αλλά λίγο αργότερα  οι φυτείες άρχισαν να καταστρέφονται από μια μυκητιασική ασθένεια που ονομαζόταν Hemileia vastatrix, πιο  γνωστή ως νόσος των φύλλων του  καφέ ή  ασθένεια του καφέ.  Η παραγωγή  έπεσε γρήγορα, αφού η νόσος εμπόδισε κάθε προσπάθεια για να αναζωογονηθεί η παραγωγή του καφέ, σηματοδοτώντας τοιουτοτρόπως και το τέλος αυτής της  εποχής. Οι καλλιεργητές πειραματίστηκαν με  εναλλακτικές καλλιέργειες, και τελικά στα 1870 σχεδόν όλοι στην Κεϋλάνη στράφηκαν στην παραγωγή και την καλλιέργεια του τσαγιού.

Η μεταφορά του τσαγιού στα λιμάνια, κυρίως του Κολόμπο, σε παλιότερες εποχές, πριν την έλευση του σιδηροδρόμου και των αυτοκινήτων,  ήταν αρκετά δύσκολη, όπως φαίνεται σ’ αυτή την παλιά φωτογραφία του 1911.

Το 1824 μια ποικιλία  τσαγιού μεταφέρθηκε από την Κίνα στην Κεϋλάνη, από τους Βρεττανούς, και φυτεύτηκε στο Βασιλικό Βοτανικό Κήπο της Περαντένια (Peradeniya)  για μη εμπορικούς σκοπούς. Ακολούθησε η μεταφορά και άλλων φυτών τσαγιού στην Περαντένια από την Ινδία το 1839, μέσω της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών. Την ίδια χρονιά, ιδρύθηκε το Εμπορικό Επιμελητήριο της Κεϋλάνης και ακολούθησε η  Εταιρεία Καλλιεργητών της Κεϋλάνης, το 1854. Το 1867, ο James Taylor σηματοδότησε τη γέννηση της βιομηχανίας τσαγιού στην Κεϋλάνη, ξεκινώντας με μια φυτεία τσαγιού στην περιοχή της Κάντυ το 1867, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στα 1872, ξεκίνησε  τη λειτουργία του ένα πλήρως εξοπλισμένο εργοστάσιο τσαγιού στην ίδια περιοχή (Loolecondera), της επαρχίας  Κάντυ. Το 1873, η πρώτη αποστολή τσαγιού Κεϋλάνης, μόλις δέκα κιλών, έφτασε στο Λονδίνο και ανάγκασε τον Sir Arthur Conan Doyle να προβεί σε διθυραμβικά σχόλια. 

Οι σχετικές οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές τρόπου …συμπεριφέρεσθαι μέσα στο εργοστάσιο, θυμίζουν έντονα βρετανική νοοτροπία και οργάνωση. Στο εσωτερικό του χώρου επιτρέπεται η είσοδος μόνο σε εξουσιοδοτημένα άτομα με ειδική στολή και υπηρεσιακή κάρτα σε ορατό σημείο πάνω σε αυτή. Αποχώρηση από τον ευρύτερο χώρο αδικαιολόγητα, συνομιλίες μεταξύ τους που μπορούν να βλάψουν την ομαλή εργασία και την όλη διαδικασία επεξεργασίας του τσαγιού, εκ προοιμίου, απαγορευμένες!


    Σύντομα πολλές εκτάσεις πέριξ της Κάντυ, άρχισαν να μεταμορφώνονται σε φυτείες τσαγιού, οι πρώτες που συστάθηκαν στο νησί. Ήταν η εποχή κατά την οποία ο συνολικός πληθυσμός της Σρι Λάνκα, ανερχόταν μόλις και μετά βίας σε δυόμισι εκατομμύρια. Η παραγωγή τσαγιού στην Κεϋλάνη αυξήθηκε δραματικά το 1880 και από το 1888 η καλλιεργούμενη έκταση υπερέβη εκείνη του καφέ. Βρεττανικές προσωπικότητες, όπως ο Henry Randolph Trafford, έφτασαν στην Κεϋλάνη και αγόρασαν κτήματα σε μέρη κοντά στην Κάντυ που ήταν το κέντρο του καφέ της Κεϋλάνης εκείνη την εποχή. Παρά το γεγονός ότι γνώριζε ελάχιστα για τον καφέ, είχε σημαντική γνώση της καλλιέργειας τσαγιού και θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους καλλιεργητές τσαγιού στην Κεϋλάνη. Περί τα τέλη της δεκαετίας του 1880 σχεδόν όλες οι φυτείες καφέ στην Κεϋλάνη, μετατράπηκαν σε αντίστοιχες του τσαγιού, όπως βεβαίως και τα καταστήματα του καφέ, προκειμένου να ανταποκριθούν στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση τσαγιού. 

Τα φύλλα του τσαγιού απλωμένα πάνω
σε ειδικές επιφάνειες για στέγνωμα.

 
Καθώς η παραγωγή στην Κεϋλάνη προχωρούσε ικανοποιητικά, νέα εργοστάσια κατασκευάστηκαν, εισάγοντας καινοτόμες μεθόδους μηχανοποίησης από την Αγγλία. Η δημοτικότητα του τσαγιού συνεχώς αυξανόταν και έφτασε να πουλιέται στις δημόσιες δημοπρασίες. Ένα εκατομμύριο πακέτα τσαγιού πωλήθηκαν στην Έκθεση του Σικάγου το 1893. Την ίδια χρονιά η τιμή του έφτασε στις £ 36,15 ανά λίμπρα στις δημοπρασίες του Λονδίνου. Μέχρι το 1927 η παραγωγή τσαγιού στη χώρα ξεπέρασε τους 100.000 μετρικούς τόνους, σχεδόν αποκλειστικά για εξαγωγή, ενώ το 1934 ο νόμος απαγόρευσε την εξαγωγή τσαγιού κακής ποιότητας. Από τη δεκαετία του 1960 η συνολική παραγωγή τσαγιού και των εξαγωγών υπερέβη τους 200.000 μετρικούς τόνους και από το 1965 η Σρι Λάνκα έγινε για πρώτη φορά ο μεγαλύτερος εξαγωγέας τσαγιού παγκοσμίως.




Παλιότερα για το στέγνωμα των φύλλων του τσαγιού επιστρατεύονταν μεγάλοι  ανεμιστήρες στα πλαϊνά της αίθουσας. Σήμερα φαίνεται παροπλίσθηκαν, αφού χρησιμοποιούνται άλλα ισχυρότερα και αποτελεσματικότερα για το σκοπό αυτό μέσα. 






   Κατά τη διάρκεια του 1971-1972, η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα εθνικοποίησε όλες τις φυτείες τσαγιού που ανήκαν σε  βρεττανικές εταιρίες και έθεσε όριο στα επιτρεπόμενα στρέμματα για καλλιέργεια οποιονδήποτε σκοπού. Το 1976, άρχισε επίσης η εξαγωγή τσαγιού σε φακελάκια. Το 1992-1993 πολλές από τις κρατικές ιδιοκτησίες φυτείας τσαγιού που είχαν εθνικοποιηθεί στις αρχές της δεκαετίας 1970, ιδιωτικοποιήθηκαν και πάλι, λόγω βαρειών οικονομικών απωλειών που είχαν παρατηρηθεί από την κρατική  διαχείριση. Η ιστορία του τσαγιού στη χώρα, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία και το άνοιγμα ενός Μουσείου Τσαγιού στην Κάντυ, το 2002.  

Παραδοσιακά πολλές γυναίκες
και  εργάτριες των φυτειών της Κεϋλάνης
εργαζόντουσαν γυμνόστηθες, αλλά όχι σήμερα πια!





     Άμεσα ή έμμεσα, πάνω από ένα εκατομμύριο κάτοικοι της Σρι Λάνκα, απασχολούνται στη βιομηχανία τσαγιού. Μεγάλο ποσοστό του εργατικού δυναμικού είναι νέες γυναίκες, με μικρότερη ηλικία το δωδέκατο έτος της ηλικίας. Επειδή ο αριθμός των φυτειών αυξανόταν συνεχώς στη Σρι Λάνκα, απαιτούνταν ολοένα και περισσότερο εργατικό δυναμικό. Οι Σιναλέζοι  ήταν απρόθυμοι να εργαστούν στις φυτείες του καφέ παλιότερα, με αποτέλεσμα να έρθουν με πολλές υποσχέσεις Ινδοί Ταμίλ στη χώρα. Η μετανάστευσή τους συνέχισε να αυξάνεται σταθερά και το 1855 υπήρχαν 55.000 νέοι μετανάστες, ενώ μέχρι το τέλος της εποχής του καφέ υπήρχαν συνολικά περίπου 100.000 στη Σρι Λάνκα.  Τα νεαρά κορίτσια ακολουθούσαν συνήθως τις μητέρες, τις γιαγιάδες και τις μεγαλύτερες αδελφές τους στις φυτείες, πέρα από τα άλλα συνήθη οικιακά τους καθήκοντα, ζώντας σε παλιά πρωτόγονα σπίτια κάτω από άσχημες τις περισσότερες φορές συνθήκες που θύμιζαν στρατόπεδα. Οι φυτείες τσαγιού είναι δομημένες σε μια περίεργη κοινωνική ιεραρχία και οι γυναίκες, που συχνά αποτελούν το 75%-85% του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανία τσαγιού, βρίσκονται στο κατώτερα κοινωνικά στρώματα, χωρίς δύναμη και με μισθούς ιδιαίτερα χαμηλούς. Οι μισθοί τελευταία στον τομέα τσαγιού αυξήθηκαν, με μέσο ημερήσιο τις 378 ρουπίες για τους άνδρες (2-3 ευρώ) και τις 261 (δύο ευρώ περίπου) για τις γυναίκες. Έτσι παρά το γεγονός της εύκολης σχετικά  ανεύρεσης εργασίας, τουλάχιστον επί του παρόντος, η φτώχεια είναι πανταχού παρούσα σε αυτές τις κοινωνικές τάξεις. 
    Περίπου το 4% της έκτασης της χώρας καλύπτεται σήμερα από φυτείες τσαγιού. Η καλλιέργεια είναι καλύτερη  σε υψηλά υψόμετρα πάνω από τα 2.100 μέτρα, αφού τα φυτά χρειάζονται μέση ετήσια βροχόπτωση μεγαλύτερη από 100-125 εκατοστά. Το τσάι καλλιεργείται συνήθως σε πλαγιές, με τους θάμνους τσαγιού φυτεμένους σε γραμμές. Η Σρι Λάνκα είναι μία από τις λίγες χώρες όπου το κάθε φύλλο τσαγιού συλλέγεται με το χέρι και όχι από μηχανές. Κι αυτό γιατί η χρήση μηχανών, λένε οι ειδήμονες, έχει ως αποτέλεσμα τη συλλογή και ανάμειξη χοντρών φύλλων και κλαδιών τα οποία προσθέτουν μεν όγκο, αλλά όχι  και την πολυπόθητη γεύση στο τσάι. Με την πείρα τους, οι γυναίκες της Σρι Λάνκα αποκτούν την ικανότητα να κόβουν τα μικρά φύλλα γρήγορα και να ορίζουν έναν ημερήσιο στόχο της τάξεως των 15 έως 20 κιλών φύλλων τσαγιού, τα οποία πρέπει στη συνέχεια να ζυγιστούν και να μεταφερθούν στο κοντινότερο εργοστάσιο τσαγιού. Τα φυτά του  τσαγιού στη Σρι Λάνκα απαιτούν συνεχή φροντίδα και προσοχή από μεριάς των υπευθύνων.  Ένα σημαντικό μέρος της όλης διαδικασίας, είναι η φροντίδα των εδαφών με την τακτική εφαρμογή λιπασμάτων, όπως επίσης και το κλάδεμα του θάμνου με ένα ειδικό μαχαίρι 10-15 εκατοστά από το έδαφος για την ενθάρρυνση της πλευρικής ανάπτυξης. Αλλά και τα εργοστάσια τσαγιού που βρίσκονται στις περισσότερες φυτείες τσαγιού στη Σρι Λάνκα είναι ζωτικής σημασίας για την τελική ποιότητα και την αξία του μεταποιημένου τσαγιού. Μετά το μάδημα, το τσάι μεταφέρεται πολύ γρήγορα στα υπόστεγα συγκέντρωσης όπου πρέπει να ζυγιστεί υπό στενή επιτήρηση  και στη συνέχεια παίρνει την άγουσα προς το εργοστάσιο. Ένα εργοστάσιο τσαγιού στη Σρι Λάνκα είναι συνήθως ένα πολυώροφο κτίριο που βρίσκεται κοντά στις φυτείες τσαγιού έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί το κόστος και ο χρόνος μεταξύ μαδήματος των φυτών  και επεξεργασίας του τσαγιού. Τα φύλλα τσαγιού οδηγούνται στους επάνω ορόφους των εργοστασίων όπου απλώνονται σε σκάφες, μια διαδικασία γνωστή ως μάρανση, η οποία απομακρύνει την υπερβολική υγρασία από τα φύλλα.

Μόλις μαραθούν, τα φύλλα κυλούν, ανακατεύονται μεταξύ τους πάνω σε επιφάνειες, ενέργεια η οποία χρησιμεύει ως καταλύτης για τα ένζυμα των φύλλων  να αντιδράσουν με το οξυγόνο του αέρα, ειδικά στην παραγωγή του μαύρου τσαγιού. Τα φύλλα κυλιούνται σε έναν κυκλικό ορείχαλκο ή σε ξύλινα τραπέζια και τοποθετούνται σε ένα περιστρεφόμενο κύλινδρο, ανοικτό από πάνω. Αφού τελειώσει η κύλιση, τα σωματίδια των φύλων απλώνονται σε ένα τραπέζι όπου αρχίζουν να ζυμώνονται μόλις εκτεθούν σε  θερμότητα. Ωστόσο, η προκαταρκτική θερμότητα προέρχεται από τη φυσική θερμοκρασία του αέρα, κι έτσι οι χρόνοι ζύμωσης κυμαίνονται τελικά ανάλογα με τη θερμοκρασία και την υγρασία. Η ρύθμιση της θερμοκρασίας, της υγρασίας και της διάρκεια του χρόνου  ζύμωσης απαιτεί μεγάλη προσοχή και η αποτυχία  να ακολουθήσει κάποιος τις ακριβείς κατευθυντήριες γραμμές, θα κάνουν τη γεύση του τσαγιού από μειωμένη έως ανύπαρκτη. Με την οξείδωση το χρώμα των φύλλων αλλάζει από πράσινο σε φωτεινό χάλκινο χρώμα. Τη στιγμή αυτή μπαίνει στο παιχνίδι η τεχνητή θερμότητα και το φύλλο που έχει υποστεί ζύμωση εισάγεται εντός ενός θαλάμου ψησίματος για την πρόληψη περαιτέρω ανεπιθύμητων χημικών αντιδράσεων. Και πάλι η ρύθμιση της θερμοκρασίας παίζει σημαντικό ρόλο στην τελική ποιότητα του τσαγιού και κατά την ολοκλήρωσή της, το τσάι θα γίνει μαύρο και πιο στυφό. Ακολουθεί η ταξινόμηση των σωματιδίων του τσαγιού  σε διάφορα σχήματα και μεγέθη με κοσκίνισμα αυτών μέσω ειδικών πλεγμάτων. Τεχνητά συντηρητικά δεν προστίθενται στα στάδια  παραγωγής και επεξεργασίας και ότι δεν ακολουθεί τους κανόνες και δεν έχει συμμορφωθεί με τα τελικά χαρακτηριστικά, απορρίπτεται, ανεξάρτητα από την ποσότητα και την αξία. Τέλος, οι παρτίδες ζυγίζονται και συσκευάζονται σε κιβώτια ή σε χάρτινους σάκους και στη συνέχεια δίνονται για προσεκτική επιθεώρηση, τοπική δημοπρασία και μεταφορά στις εταιρείες μεσιτείας τσαγιού.

Μετά την εισαγωγή στη χώρα του τσαγιού, η οικονομία της Σρι Λάνκα μετατράπηκε από  παραδοσιακή οικονομία, σε οικονομία  φυτειών. Πολλοί Ευρωπαίοι μετανάστευσαν στη Σρι Λάνκα, όπως έμποροι, καλλιεργητές και ακόμα οι Ταμίλ της Ινδίας, ως εργατικά χέρια. Την εποχή του βασιλείου της Kandyan, ήταν επίσημη πολιτική να μην κατασκευάζονται δρόμοι για λόγους στρατηγικής άμυνας. Ως εκ τούτου, όταν ξεκίνησαν οι φυτείες, υπήρχε πολύ μικρή υποδομή στους λόφους της  χώρας κι η μεταφορά των προϊόντων στο λιμάνι του Κολόμπο ήταν πράγματι ένα σημαντικό πρόβλημα. Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα έθεσε σε ενέργεια ένα τεράστιο πρόγραμμα οδικών, σιδηροδρομικών έργων, καθώς  και αστικής ανάπτυξης στις περιοχές των φυτειών. Ο κυβερνήτης Sir Edward Barnes ήταν αυτός που πρωτοστάτησε στην κατασκευή δρόμων, ειδικά της αρτηρίας Κολόμπο-Κάντυ. Η κατασκευή όμως δρόμων δεν επαρκούσε για την επίλυση του προβλήματος της μεταφοράς. Η εύρεση αρκετών κάρων ήταν δύσκολη ομολογουμένως υπόθεση, ενώ ήταν απελπιστικά αργά ως μεταφορικό μέσον. Η Εταιρεία των Παραγωγών Κεϋλάνης ιδρύθηκε το 1854 σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μείωση των κυβερνητικών δαπανών στις εθνικές οδούς. Η εταιρεία αυτή άσκησε πιέσεις στην κυβέρνηση για να δημιουργήσει καινούργιους  δρόμους και παρά το γεγονός ότι η κατασκευή της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής άρχισε το 1858, η γραμμή δεν άνοιξε μέχρι το 1865, λόγω αυτών των διαμαρτυριών. Η σιδηροδρομική γραμμή ήταν αρχικά γνωστή ως Κυβερνητικοί Σιδηρόδρομοι Κεϋλάνης. Η κύρια γραμμή κατασκευάστηκε από το Κολόμπο προς την Ambepussa, 54 χιλιόμετρα (34 μίλια) ανατολικά. Η σιδηροδρομική αυτή γραμμή χτίστηκε βασικά για να μεταφέρει τον καφέ και το τσάι από τους λόφους της  χώρας στο Κολόμπο για εξαγωγή και για πολλά χρόνια η μεταφορά των προϊόντων αυτών ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος που τη συντηρούσε. Η γραμμή άνοιξε επισήμως και δόθηκε στην κυκλοφορία στις 2 Οκτωβρίου 1865, και σταδιακά αργότερα επεκτάθηκε στην Κάντυ και σε άλλες πόλεις, προς τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του εικοστού. Παράλληλα δημιουργήθηκαν κι άλλες γραμμές οι οποίες βοήθησαν την ανάπτυξης μιας ουσιαστικά υποανάπτυκτης χώρας. Σήμερα βεβαίως δεν μεταφέρουν τσάι, αλλά επιβατικό κοινό, κυρίως, από και προς το Κολόμπο.
Το μαύρο τσάι Κεϋλάνης, είναι μία από τις σπεσιαλιτέ της χώρας. Έχει άρωμα που θυμίζει εσπεριδοειδή  και χρησιμοποιείται τόσο σκέτο όσο  και σε μείγμα. Καλλιεργείται σε πολλά κτήματα τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το υψόμετρο και τη γεύση. Το πράσινο τσάι γενικά έχει πιο πικάντικη γεύση, μάλλον βύνης. Τα ονόματα ποιότητας των πράσινων τσαγιών της Κεϋλάνης αντανακλούν περισσότερο την παραδοσιακή κινεζική ονοματολογία, κι έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά, αν και αυτά καθορίζονται τελικά από τη ζήτηση της παγκόσμιας αγοράς. Προς το παρόν, η Σρι Λάνκα παραμένει μικρός παραγωγός πράσινου τσαγιού, το οποίο εξάγεται στη Βόρεια Αφρική και στις αγορές της Μέσης Ανατολής. Το λευκό τσάι Κεϋλάνης, τέλος, είναι ιδιαίτερα βραβευμένο, και οι τιμές ανά χιλιόγραμμο είναι σημαντικά υψηλότερες από ότι τα άλλα είδη τσαγιού. Η ποικιλία αυτή καλλιεργήθηκε για πρώτη φορά στη Νουβάρα Ελίγια σε υψόμετρο μεταξύ 2.200-2.500 μέτρων.


Επί του παρόντος, ωστόσο, η Σρι Λάνκα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο του τσαγιού, αλλά είναι πολύ πίσω από την Ινδία και την Κίνα από την άποψη της συνολικής παραγωγής. Πρόσφατα όμως, η βιομηχανία, όπως και πολλοί άλλοι σε όλο τον κόσμο, έχει πληγεί από την σύγχρονη παγκόσμια οικονομική κρίση.



Βιβλιογραφία σχετικών παραθεμάτων και αναφορών

v     Σρι Λάνκα. Ένα ανεξάρτητο νησί στα ανοιχτά της Ινδίας. Παγκόσμια Πολιτιστική Εγκυκλοπαίδεια: Τα Μνημεία της Ουνέσκο. Τόμος 28. Σελίδες: 440-509. Εκδόσεις ΔΟΜΗ Α.Ε. 1999. Αθήνα.

v     Silva de Nimal: Kandy. The historical hill capital. In: The cultural triangle of Sri Lanka. UNESCO Publishing. CCF.  2011. Colombo. Sri Lanka.

v     Seneviratna Anuradha: Gateway to Kandy. Ancient monuments in the central hills of Sri Lanka. Vijitha Yapa Publications. 2008. Sri Lanka.

v     Seneviratna Anuradha: The Kandy Asala Perahara. Vijitha Yapa Publications. 2008. Sri Lanka.



Η συλλογή των μικρών φύλλων είναι κουραστική και απαιτητική διαδικασία σε σκληρές συνθήκες περιβάλλοντος και με μικρή οικονομική αποζημίωση για τις εργάτριες.









Η αίθουσα δημοσίων σχέσεων του όλου συγκροτήματος, μαζί με το απαραίτητο τμήμα  πώλησης τσαγιού.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news