Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

['Αδωνης και Αφροδίτη] του Κωνσταντίνου Μακρή ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Ήτανε καλοκαίρι όταν την συνάντησα για πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο ανοικτό φόρεμα, και περπατούσε κατά μήκος της ακτής. Εκεί, δίπλα στα βράχια, κάτω απ’ τα λουτρά της θεάς, κατέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην παραλία, μα παρ’ όλες τις λουόμενες με τα μαγιό και τα κορμιά, τα ψημένα στον ήλιο και στην αρμύρα, ένιωθες, το έβλεπες, το μύριζες στον αέρα, πως ετούτη η ύπαρξη, ήταν ξεχωριστή. Στο πέρασμα της, σαν σε όνειρο, έβλεπα να ανθίζουν οι αγριοτριανταφυλλιές, και τα βαριά σύκα να στάζουν και να χύνουν το μέλι τους στο χώμα, κάνοντας την γη να στενάζει και να λιγώνεται στο πέρασμα της. Στα κοκκινόξανθα μακριά κυματιστά μαλλιά της, ένας ερωτευμένος, παθιάρης ήλιος κολλούσε σαν στεφάνι τα χείλη του. Και κείνα, φουντωμένα και ζεστά, ανέδιδαν το μεθυστικό τους άρωμα, που έφτανε στα ρουθούνια μου σαν πανδαισία οργασμικών  γαμετών της άνοιξης, που γυρεύουν θηλυκά λουλούδια να καρπίσουν. Το σώμα μου, αυτόματο, σαν να οδηγούνταν από μια αόρατη δύναμη που με έσπρωχνε απ’ τα βάθη του ενστίκτου, κινήθηκε μαγεμένο προς το μέρος της. Στο χέρι, κρατούσε μια πλεχτή τσάντα με αναπαραστάσεις δελφινιών, και φαίνονταν να την βαραίνει το περιεχόμενο της. Το πληθωρικό της στήθος, στέναζε απ’ το βάρος κι απ’ την κάψα του μεσημεριού.

Να σας βοηθήσω; Μού ‘φυγε  απ’ το στόμα η φωνή.


Εκείνη, γύρισε το πανώριο κεφάλι και με κοίταξε, σηκώνοντας τα μαύρα γυαλιά, για να με κοιτάξει με κείνο το γαλανό βλέμμα που με σαΐτευσε. Οι κόρες των ματιών της με κέντρισαν σαν μικρά πύρινα διαμάντια, αφήνοντας το στίγμα τους στην ψυχή μου, περνώντας μέσα μου αλάκερες, κάνοντας το κορμί μου να αναρριγά σαν χνουδωτό χρυσόμηλο.

Εν τέλει, δεν μίλησε. Έσκασε μονάχα ένα υπέροχο χαμόγελο που έκανε να ανοίξουν τα σαρκώδη πέταλα των χειλιών της, όπως ανοίγει ένα νυχτολούλουδο τα μεσάνυκτα, σκορπώντας την μαγική της αύρα στη μέση της ημέρας, κι άπλωσε το χέρι προς το μέρος μου για να μου δώσει το φορτίο που τη βάραινε. Έπειτα, προχώρησε μπροστά, και κατέβαινε τα σκαλιά προς τον κόλπο, με ένα ανάλαφρο βήμα, που έκανε να στενάζει η γη σε κάθε της πατημασιά, και οι ανθοί του κόρφου της με τραβούσαν απ’ τη μύτη καθώς την ακολουθούσα μαυλισμένος.
Προχώρησε αμίλητη κατά μήκος της ακτής, χωρίς να δίνει σημασία στους λουόμενους, κοιτώντας πέρα μακριά προς το βάθος του ορίζοντα, και πότε αντίκριζε ονειροπόλα την πόλη με το χρυσό χώμα, την πόλη Χρυσοχούς. Σε μια στιγμή, ως δια μαγείας, χάθηκε απ’ το οπτικό μου πεδίο, λες και έκανε φτερά και πέταξε. Ανήσυχος και μπερδεμένος, με την καρδιά μου να κτυπάει σαν τρελή, ζητούσα να την βρω, μη ξέροντας ούτε καν το όνομα της, μα απ’ τα χείλη μου πήδησε –σαν να μιλούσε άλλος κι όχι εγώ- το όνομα Αφροδίτη...

Αφροδίτη... Αφροδίτη.... στην αρχή σιγά, ψιθυριστά, λες και δεν ήθελα να μ’ ακούσει κανείς, λες και το όνομα ετούτο ήταν πολύτιμο, μαγικό και μυστικό,  και δεν ήθελα να το μολέψω με το να το ρίξω άσκοπα στον αιθέρα. Η φωνή μου παλμικά δυνάμωνε καθώς εντείνονταν οι παλμοί της καρδιάς μου, και στο χέρι ένιωθα το ανάλαφρο βάρος της τσάντας της, ως τον μόνο κρίκο που με κρατούσε δεμένο στην πραγματικότητα. Μα ξύπνησα απ’ το όνειρο. Ξύπνησα απ’ τον εφιάλτη, για να μπω σε όνειρο, σαν άκουσα το λαγαρό της γέλιο να σκορπάται ανάμεσα στα υγρά βράχια της σπηλιάς που κρύβουνταν...

Άδωνη... Άδωνη... ακούστηκε η γλυκιά, μελίρρυτη φωνή της να με καλεί...

Ξαφνιάστηκα· αίφνης, ένας αέρας μυρωμένος με τύλιξε. Ανάμεσα σε μύρα, ανθισμένους πορτοκαλανθούς και την αρμύρα της θάλασσας, τ’ αγέρι με πήρε και μ’  έριξε, αιχμάλωτο του πόθου μπροστά της. Την βρήκα ξαπλωμένη, ολόγυμνη. Σαν ένα γλυπτό που ζωντανεύει και θεριεύει. Με τα μαλλιά της να καλύπτουν τους φουσκωμένα βουνά των βυζιών της, και τις ερεθισμένες θηλές, που πρόβαλλαν ανάμεσα στους πυρόξανθους βοστρύχους, με κοίταζε μαυλιστικά στα μάτια, με το ανθισμένο της χαμόγελο να με γητεύει λαγγεμένα. Με μιας, σαν θαύμα, πέταξα τα ρούχα που κάλυπταν το ηλικαμένο μου σώμα, και βρέθηκα προσκυνητής επάνω στο θεϊκό σώμα, λατρεύοντας με φιλιά και χάδια την θεά του πόθου, και με γρήγορες, παλλινδομικές γαμεύσεις, υψώθηκα στην αθανασία, μέσα στον υγρό κόλπο που στάλαζε μέλι και ηδονή σε κάθε του λίκνισμα.
Οι στεναγμοί της, περνούσαν μέσα στην ψυχή μου σαν σαϊτιές, και τ’ αυτιά μου μια δίοδος ήταν π’ αφουγγράζουνταν την γενεσιουργό δύναμη της φύσης. Η ένωση μας μου φάνταζε σαν μια παλινόρθωση των αρχέγονων ρυθμών, καθώς ήχοι από  σουραύλια, δίαυλους και λύρες, ανέρχονταν στον ουρανό και μας τύλιγαν σαν ένα πέπλο που χάιδευε την ατμόσφαιρα και τα κορμιά μας, τυλίγοντας μας μες τον αέναο ρυθμό της ηδονής που κατανικά τον θάνατο και φέρνει στο φως την ζωή, μέσα απ’ το πέλαγο των χυμών της ομορφιάς.
Κούρνιασε  σαν φίδι στις λαγόνες μου, πλέκοντας τα θεϊκά της πόδια γύρω απ’ τη μέση μου, κι ένιωσα το γαλακτερό της αιδοίο να συσπάται στον φαλλό μου σπλαχνικά, εκχέοντας τα ολόστερνα, αναφιλητά του οργασμού της, ενώ το κορμί της συσπώνταν ρυθμικά, δονούμενο από ρίγη ηδονής υπερτάτης. Το φιλί της με δρόσισε, κι η ανάσα της, δάσος από γιασεμιά και υακίνθους, ήρθε να γεμίσει τα πνευμόνια μου ευδαιμονία.
Μα εκεί, που ξαπλωμένος πια, ανάσκελα, αφημένος στην θεία νωχέλεια που ακολουθεί πάντα την ερωτική τελετουργία, κι ένιωθα το θεϊκό της σώμα, να αγγίζει το δικό μου, σαν εραστές που ξαποσταίνουν και αναπνέουν την ευτυχία μέσα απ’ τον ιδρώτα των σωμάτων τους, εκεί που τα χνώτα μας έγιναν πια ένα, γύρισα να την φιλήσω τρυφερά στον γαλακτερό της λαιμό, μα τα χείλη μου, ω του θαύματος! άγγιξαν τον αέρα...

Πανικός... Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, και τα μάτια μου δεν πίστευαν στην εξαφάνιση... Ο ήλιος βασίλευε ψηλά, κι η μέρα έφτανε στο τέλος της... Με θλίψη, αγνάντεψα την πλάση, και προς μεγάλη μου έκπληξη, είδα παρατημένη στα ριζά της σπηλιάς, την πλεχτή της τσάντα. Προχώρησα με λαχτάρα προς τα κει. Ξετύλιξα σαν τον κλέφτη το πλεχτό λουρί, και έχωσα το χέρι μου μέσα... Κάτι κρύο και δροσερό άγγιξαν τα δάκτυλα μου... Μέσα στο φως αντίκρισα κάτι μικρά αγαλματάκια που αναπαριστούσαν παράξενες θεότητες, με υπερφυσικούς φαλλούς, κι άλλα, που φτυστά ήταν εκείνη, με τους πυρόξανθους βοστρύχους, λες βρεγμένους ακόμα απ’ την αρμύρα της θάλασσας, καθώς εκείνη αναδύουνταν...
Ξαφνικά, ξεσπάει αέρας, και μέσα στην αμμοθύελλα, μου φάνηκε πως άκουσα φωνή. Φωνή γλυκιά απ’ τον αιθέρα....

« Όταν η νύχτα πέσει και το φεγγάρι ολόγιομο λούσει τα νερά μου... έλα να με βρεις... Μες το λουτρό μας Άδωνη να ανταμωθούμε...».
Τα μηλίγγια μου φλέγονταν... και του κρανίου μου θαρρώ πως θά ‘σπαζαν οι ραφές... Τέτοιο θαύμα... Πήρα τα πράγματα μου, κι άρχισα να ανηφορίζω τα σκαλιά ονειροπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος, μέσα στη δύση της μέρας...
Η μυρωδιά της στο κορμί μου απάνω, μου έδινε το κουράγιο, πως όλα αυτά δεν ήτανε ένα όνειρο. Μια μέθη της φαντασίας μου μες το οργασμικό καλοκαίρι της μοναξιάς μου... Ναι... ήμουν ο Άδωνης... Ο εραστής κι αγαπημένος της θεάς της ομορφιάς...
Επέστρεψα στη σκηνή μου, και συνεπαρμένος ατένιζα τις τελευταίες ακτίδες του ήλιου να διαλύονται μες τα γαλάζια νερά, καθώς οι ίσκιοι τύλιγαν αργά τα ψηλά, στις άκρες του γκρεμού πεύκα, ενώ η δροσιά της νύχτας έπεφτε, χαϊδεύοντας απαλά το πυρωμένο μου πρόσωπο. Ήμουν εξαντλημένος. Στο κορμί μου ένιωθα ακόμα τη γλύκα των λαγόνων της. Οι χυμοί της πότισαν το σώμα μου με ένα άρωμα ανεξίτηλο, που γέμιζε την αφή μου με την αφράδα των μαστών της, μυρμηγκιάζοντας τα ακροδάχτυλα και τα χείλη μου... Έψελνα συνεπαρμένος τ’ όνομα της... Αφροδίτη... Αφροδίτη... Ως που ο ύπνος σφράγισε για τα καλά τα κουρασμένα μου βλέφαρα... Κι άρχισε η νύχτα να σπέρνει τα μάγια της...

 Σ’ ένα λιβάδι ολάνθιστο στάθηκα, λουσμένο σ’ ανοιξιάτικο φως, κι οι παπαρούνες ολοπόρφυρες σαν αίμα, κάλυπταν το τοπίο ως την άκρη του ορίζοντα... Κι εκεί... σαν ηλιακτίδα, στέκονταν Εκείνη... Ντυμένη μέσα σε πάλλευκο φόρεμα, π’ ανέμιζε συνεπαρμένο απ’ τ’ αλαφρό αεράκι , που σκορπούσε τις ευωδιές  απλόχερα, και με καλούσε στην ιεροτελεστία της άνοιξης... Τρέχω, τρέχω να την φτάσω, μα εκείνη σαν οπτασία μου ξεφεύγει... Το γέλιο της σκορπιέται λαγαρό σαν ποτάμι στον ορίζοντα, κι η καρδιά μου σταλάζει το ερωτευμένο της αίμα, κοκκινίζοντας τη γη...

  Το κορμί μου δονείται απ’ την υπερένταση του κυνηγητού, κάθε μου αρμός λύνεται και νιώθω να αλαφραίνω ολόκορμος, να γίνομαι πνεύμα, να εξαϋλωνομαι μέσα στο φως... Απλώνω το χέρι να την πιάσω και νιώθω να παγώνω... Την βλέπω που σκύβει και χαϊδεύει το τραγίσιο μου κεφάλι, και το γέλιο της γίνεται κατάρα και μαγγανεία... Δεν είμαι πλέον άνθρωπος... μα ένας τράγος με κέρατα και τρίχες... ένας τραγοπόδαρος Πάνας... που στέκει ορθός...

Ξυπνώ απ’ το όνειρο τρομαγμένος. Κρύος ιδρώτας λούζει το πρόσωπο μου. Έξω το σκοτάδι αραίωνε, κι η ανατολή, απέναντι απ’ την πόλη της Χρυσοχούς, σε λίγο, θα έκανε την επιβλητική της εμφάνιση. Το θαύμα συμβαίνει ξανά... κι ο θεός Ήλιος, χαρίζει απλόχερα τη ζωή στα πλάσματα της γης...

 Έλουσα το πρόσωπο μου με κρύο νερό και κάθισα να κοιτάω απέναντι το βουνό, περιμένοντας τον ήλιο να χρυσίσει την άμμο, τα βράχια, τη θάλασσα κι εμένα... Να μου δώσει το κουράγιο και τη δύναμη, να ζήσω το όνειρο της μέρας ξανά...

  Μα πουθενά η Αφροδίτη μου... όσο κι αν έψαξα, όσο κι αν τρύγησα την ματιά μου ανάμεσα στους περαστικούς, στους παραθεριστές και τους λουόμενους, η θωριά της κι η μυρωδιά της πουθενά... αερικό ήταν... είπα γελώντας πικρά από μέσα μου, και βαριεστημένος, με το στήθος πέτρα, κάθισα σε μιαν άκρη της ταβέρνας των Λουτρών, και αγνάντευα το πέλαγο, βυθισμένος σε μαύρες σκέψεις...

 Πήρα το σακίδιο μου, έβγαλα από μέσα ένα τετράδιο κι ένα στυλό κι άρχισα να γράφω, ν’ αλαφρώσω...

Κι αν η θωριά σου σπάνια Θεά,
Ήρθε σε μένα σαν δώρο ακριβό
Μιας μέρας η πρώτη αγκαλιά
Στου μέγα πόθου  το ιερό
Μπήκα εγώ προσκυνητής
Να αντλήσω τα μύρα και τους καρπούς
Της αιώνιας νιότης
Να ζήσω για πάντα μέσα σου σαν παλλόμενος ιππότης
Καβαλάρης των ουρανών μες τους γλουτούς
Της μοίρας και των αθάνατων Θεών προσκυνητής
Ψέλνω στο όρος σου Αφροδίτη
Τούτο τον ύμνο τον καυτό που στάζει δάκρυ.
Μέσα στη μέρας σε συνάντησα την άψη,
Και σ’ έχασα στου τέλους της την άκρη...
Δίχως εσένα μαραίνεται η καρδιά μου
Κι η πλάση μοιάζει  θολή στην ερημιά μου.
Κάνε το θαύμα σου θεά του πάθους
Κι έλα σε μένα ξανά, στην αγκαλιά μου.
Τέτοιας λογής λόγια καρδιάς σου γράφω,
Πάρε τον λόγο μου για σάρκα κι ενσαρκώσου,
Πνέμα και ύλη να γίνουν ένα πάλι
Μέλι να στάξεις στο πικρό μου το κεφάλι
Γιατί η δύναμη του έρωτα είναι τόση,
Που μπόρει να σε στείλει στα ουράνια
Μα κι όταν θέλει ανήλεα στα τρίσβαθα σε στέλνει
Δέξου την δέηση του Άδωνη σου
Κι έλα ξανά, μες το δάκρυ μου πλύσου...


Θαρρείς κι η καρδιά μου αλάφρωσε σαν τέλεψα, κι άφησα την πένα στην άκρη. Οι μαύρες σκέψεις μου καταλάγιασαν, και πλύθηκαν μες τα υγρά μου μάτια, κι έτσι θολά όπως έβλεπα, αγνάντεψα πέρα ψηλά στον ορίζοντα, ανέλπιστα σχεδόν...

Μα τι να δω...; Ένα αχνό φεγγάρι φάνηκε καρφωμένο στην άκρη του ουρανού κατά την ανατολή, καθώς το φως της μέρας χάνονταν αργά πίσω απ’ το δάσος...

Ένα φεγγάρι ολόγιομο... Και τότε, με μιάς, μες την ψυχή μου ένα φως εχύθη... Θυμήθηκα τα λόγια της... Κι η καρδιά μου στυλώθηκε και πάλι... Νέα ελπίδα φτερούγισε στα σωθικά μου...
  Πήρα τον δρόμο τον παλιό που οδηγάει εδώ και αιώνες, στα άδυτα των αδύτων... Το κορμί μου πάλλονταν από συγκίνηση και προσμονή, κι η καρδιά μου φτερακούσε και πετάριζε. Οι τουρίστες είχαν σκορπίσει από ώρα, και το περίπτερο είχε κλείσει, καθώς η νύχτα θέριευε και το μόνο φως που στάλαζε στη γης, ήταν εκείνο της σελήνης, που σαν άσπρη νύμφη, στέκεται ολόχαρη πάνω απ’ την πλάση, φωτίζοντας με το λευκό της φως το μυρωμένο σκοτάδι...
Ένα παράξενο τραγούδι πήραν τ’ αυτιά μου να πλέχει στον αέρα... Μια άρια από φωνή κρυστάλλινη, λες τρυγούσε την ακοή μου και λουσμένος απ’ το φως της σελήνης, βάδιζα μέσα στην δίνη της οπτασίας...
Μα σαν ανέβηκα και το στερνό σκαλί... Τα μάτια μου θόλωσαν... Δεν πίστευα, ούτε γνώριζα τον χρόνο. Ήμουν έξω, έξω πολύ απ’ τον χρόνο. Εκεί, μέσα στην φυσική στέρνα που φτιάχνουν τα νερά της λίμνης, βρίσκουνταν Εκείνη... Απ’ το στόμα της έβγαινε ο θείος ψαλμός που πασίχαρα δονούνταν στον αέρα, καθώς έλουζε το σώμα της, και μικροί ερωτιδείς, της έφερναν μέσα σ’ αμφορείς  αιθέρια έλαια και μύρα να αλείψει το κορμί της. Μα σαν να ψυχανεμίστηκε την παρουσία μου, γύρισε απότομα προς το μέρος μου και γέλασε μες το σκοτάδι...

Τι με κοιτάς άπραγος Άδωνη...;  Βαριέστησα να σε περιμένω. Έλα, μη χασομεράς... Είναι ώρα να κάνεις το χρέος σου...

Δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Κατάλαβα. Ήμουν θαρρώ έτοιμος αιώνες τώρα, έτοιμος να βαφτιστώ στο ιερό της υγρό τέμενος... Αναρριγώ ακόμα και τώρα που αναθυμιέμαι, το άγγιγμα της. Νιώθω τα δάκτυλα μου να απλώνονται στην θεϊκή σάρκα και να γεμίζουν μ’ αφρούς τ’ άγιο της σώμα, καθώς καθρεφτίζεται η πανώρια κορμοστασιά της μες τα λουτρά της ηδονής... Εκείνο το βράδυ, μια μυστική ένωση εγίνη... Μες την καρδιά και μες το σπλάχνο μου ευλογία μακάρια συνέβη. Κι ο οργασμός μας, τρανός σεισμός απλώθη μες την πλάση... Νιώθω ξανά την άφατη γλύκα των φιλιών της να δροσίζει τα χείλη μου, κι η άνοιξη μπαίνει απ’ το παράθυρο μου....
Την περιμένω να φανεί από στιγμή σε στιγμή, να μεθύσει με τ’ άρωμα της την ύπαρξη μου... Την περιμένω με όλο μου το είναι, και απαγγέλνω τον ύμνο που έγραψα για κείνην, ξανά και ξανά, μέχρι που ο ύπνος βαραίνει τα βλέφαρα μου και παραδίδομαι στο όνειρο και πάλι...

Θα ‘ρθει, το ξέρω... κι όλα θα γίνουν όνειρο... Γη, ουρανός, σώμα, πνεύμα, όλα ένα, όλα αρμονία κι ευωδιά... Τα λουλούδια ανθίζουν αστραπιαία, ο ήλιος υψώνεται, ο ουρανός γυαλίζει, τα σύννεφα διαλύονται.... Την βλέπω... κατεβαίνει απ’ το άρμα του Απόλλωνα, στο κεφάλι φέρει στεφάνι από υακίνθους... Το τέλος πλησιάζει... Το τέλος της αρχής.... Ας υψωθούμε αιώνια Αφροδίτη, κι ας φυτέψουμε ξανά απ’ την αρχή, τον Έρωτα, στο σπλάχνο των ανθρώπων...





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ


Ονοματεπώνυμο: Κωνσταντίνος Μακρής

Επάγγελμα: Ψυχολόγος [τωρινή σχετική απασχόληση: Καθηγητής Ψυχολογίας στα Επιμορφωτικά Κέντρα Ενηλίκων Λεμεσού]

Σπουδές: Πτυχίο Ψυχολογίας, από τη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ειδικευόμενος Ψυχοθεραπευτής στο Κυπριακό Ινστιτούτο Ψυχοθεραπείας.

Προηγούμενες εκδόσεις: «Εφηβικοί Προσανατολισμοί» [Κύπρος 1999], « Ο Κήπος με τα ματωμένα άνθη» [ Θεσσαλονίκη 2003] {Ποιητικές Συλλογές} «Εκχυλίσματα Πάθους» {Νουβέλα} Δεκέμβριος 2011, Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις.

Δραστηριότητες- Δημοσιεύσεις:

 Α)Συμμετοχή στο πανελλήνιο συμπόσιο ποίησης, Πάτρα 2005. Δημοσίευση ενός ποιήματος στο εν λόγω περιοδικό  που εκδόθηκε ένεκα του εορτασμού των 25 χρόνων του συμποσίου.

Β) Δημοσίευση δυο ποιημάτων στο 2ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Φτωχούλης». Αθήνα, Ιούλιος 2012.

Γ)Εμπνευστής και ιδρυτικό μέλος της λογοτεχνικής ομάδας «Μεταξύ Γραφής και Ανάγνωσης» η οποία δραστηριοποιείται από τον Φεβρουάριο του 2010 και τούδε στην Λεμεσό.

Δ) Δημοσίευση του διηγήματος μου ο «Νεκρός» στο λογοτεχνικό περιοδικό «Σοδειά».

Ε) Δημοσίευση του ποιήματος μου «Χάραμα» στο λογοτεχνικό περιοδικό «Σοδειά».

Ζ) Δημοσίευση αρκετών ποιημάτων μου στο ιστολόγιο «Ποίηση και Λογοτεχνία».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news