Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

[Το μυστήριο μέρος] του Κυριάκου Χαλκόπουλου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ






 της έντυπης Σοδειάς τεύχος 19ο
Δε μου διαφεύγει βέβαια ότι είναι οξύμωρο 
να βρεθεί κάτι που μοιάζει με ακρόπρωρο, στο πιο κρυμμένο μέρος αυτού του χώρου όπου περιπλανιέμαι.
Εύλογα όμως τόσο καιρό δεν είχα ανακαλύψει εκείνη την περιοχή, αφού το μικρό στενό ανάμεσα στους τοίχους των κτιρίων όπου βαδίζω για να επιστρέψω στο σπίτι μου, παραμένει βυθισμένο στο σκοτάδι όσο ακόμα είναι κανείς μακριά από την ίδια την είσοδο του δικού μου κτίσματος. Το  αμυδρό φως που χαροπαλεύει πέρα από τη λάμπα πάνω από την πύλη, είναι αρκετό για να οδηγήσει κάποιον σε αυτήν οπότε μοιάζει υπερβολή να νοιαστεί κανείς για την ανεπάρκειά του να υποδείξει πως ο δεξιός τοίχος στην πραγματικότητα δεν είναι συνεχόμενος αλλά υπάρχει και σε εκείνον άλλος ένας διάδρομος.

Όχι πως και αυτός ο πνιγμένος στο έρεβος δρόμος αποτελεί κάτι άξιο λόγου. Είναι πιο σύντομος και από το δρομάκι που καταλήγει στην είσοδο του κτιρίου, και κάποια στιγμή τέμνεται από ακόμα ένα διάδρομο, κρυμμένο ολότελα από οτιδήποτε πριν από αυτόν, που όμως σε εκείνον τουλάχιστον το φως κατορθώνει να φτάσει αφού στην άκρη του είναι η βάση του χάσματος του φωταγωγού του κτιρίου.
Από το δικό μου μικρό διαμέρισμα δε φαίνεται ο φωταγωγός. Αλλά κοιτώντας ολόγυρα διαπίστωσα πως έτσι κι αλλιώς ο μικρός αριθμός των παραθύρων, η μεγάλη απόστασή τους από τη βάση του, και ακόμα κυριότερα η θέση όλων των παρατηρητηρίων αυτών στην ίδια πλευρά του τοίχου του φωταγωγού με εκείνη όπου υπάρχει και το κύριο ενδιαφέρον για εμένα, θα απαγόρευε για πάντα μια ενατένιση του ακόμα και αν ζούσα σε ένα άλλο χώρο του κτιρίου.

Το άτονο φως στην ώρα της Δύσης του Ήλιου, όταν έφτασα σε εκείνο το τετράγωνο τμήμα πέρα από τους δυό διαδρόμους, ήταν ευπρόσδεκτο διότι αυτό που έβλεπα απέναντί μου, σε μια μικρή εσοχή του λευκού τοιχώματος, δεν ήταν κάτι που επιθυμούσα να παρατηρήσω με μεγαλύτερη προσοχή.
Έμοιαζε κυρίως με το βαθύτερο χώρο ενός ναού, ιδίως επειδή ο δεύτερος διάδρομος (ίσως και ο πρώτος) ήταν σκεπασμένος σε ένα μεγαλύτερο ύψος, και έτσι μόνο όταν έφτασα στην απόλυτη άκρη του κατάφερα να δω ολόκληρο εκείνο που βρισκόταν καθισμένο στην εσοχή, σαν ένα άγαλμα, με τα πόδια του να προεξέχουν ειρηνικά από το πεζούλι όπου είχε ακινητοποιηθεί.
Σε πλήρη αντιδιαστολή με τους κάτασπρους παντού τοίχους, το άγαλμα είχε το χρώμα του κάρβουνου. Αναπαριστούσε ένα μικρό παιδί, σε πιστή κλίμακα στην αλήθεια. Ξεκινούσαν τα άκρα του γύρω στα τρία μέτρα πάνω από τη βάση του χώρου, που ήταν χωμάτινη με αραιή και χαμηλή σαν πατημένη βλάστηση.

Από το δικό μου δωμάτιο, αθέατος από τις ακτίδες που περιπλανήθηκαν ως και εκείνη τη μυστική στοά και το κεντρικό της μέρος του μυστηρίου, τώρα νοιώθω την αίσθηση της ηρεμίας, ανάμεικτη όμως και με την κρίση πως διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά η προοικονομία ότι υπάρχει κάτι κοντά μου που μένει να εξεταστεί, και που όσο και αν διστάζω να ξεκινήσω το βάδισμα μου προς αυτόν τον προορισμό, ο ίδιος δεν εξαρτά βέβαια την ύπαρξή του από τις προσωπικές μου φιλοδοξίες εναντίον του. Το γνωρίζω ότι εκείνο το ιερό, με το καμένο, μικρό ομοίωμα, είναι εκεί μόνο για εμένα. Δεν είναι, άλλωστε, αυτή η πρώτη εκδοχή της ένδειξης πως συνεχίζω να προχωρώ σε αυτή τη ζωή αποφεύγοντας να εστιάσω κάποτε την προσοχή μου σε τούτη ακριβώς την αληθινή μου υποχρέωση.
Εδώ, στο ήσυχο δωμάτιό μου, στα βάθη του σπιτιού, στην καρδιά του κτιρίου, μακριά από τους ήχους του δρόμου, πέρα από την σιωπή του ιερού χώρου που υπομνύει πως εκεί θα άρχιζε το τραγούδι της φοβερής Σειρήνας, μπορώ ακόμα να κοιτάζω ειρηνικά το δικό μου σώμα, τα δικά μου χέρια, τη δική μου εργασία, να αναπτύσσω τις σκέψεις μου για κάθε άλλο ζήτημα. Όμως φυσικά το γνωρίζω πως όλα αυτά αποτελούν απλώς μέρος της ισορροπίας που επιτρέπει και μια τέτοια κατ επίφαση, προσποιητή, ψεύτικη, ούτε καν ψεύτικη διότι δεν παρανοείται ποτέ αυτό που αληθινά ισχύει, υποτιθέμενα γαλήνια αίσθηση την κάθε στιγμή, και τάχα τη σκέψη πως έχει κανείς τόσο απομακρυνθεί από κάτι που άλλοτε απειλούσε με την αφόρητη εικόνα του να κομματιάσει τα πάντα, που πλέον αυτό και η δύναμη του έχουν διαβρωθεί, κανείς δε τα βλέπει, η αυλή όπου βρίσκονται τάχα έχει γεμίσει με άγρια φυτά που κάλυψαν για πάντα ό,τι άλλοτε πρόβαλε ακόμα σε αρκετό ύψος για να νοηθεί εύλογα ως διακριτό από κάθε ελάσσονα και συνηθισμένη ανθρώπινη δυστυχία και επακόλουθο δισταγμό.



Βιογραφικό σημείωμα
 Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές. Κατόπιν σπούδασε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Σοδειά, Εντευκτήριο, Αντί επιλόγου, Χίμαιρες κ.α.) και σε έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Ελευθερία, Γερμανία, Εξάντας).
Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news