Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

[Μια Κυριακή] της Θεοδώρας Τζόκα ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Ο κύριος Μάλης είχε μόλις κάνει μια τρομακτική ανακάλυψη απ’ αυτές που συμβαίνουν μόνο στις Αμερικάνικες ταινίες θρίλερ. Σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο που διακλαδωνόταν στην οθόνη του υπολογιστή του ΟΛΟΙ μα ΟΛΟΙ οι κοντινοί συγγενείς του, από τις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα, πατέρας, μητέρα, παππούδες, παραπαππούδες, θείοι και θείες είχαν πεθάνει μια Κυριακή πριν προλάβουν να κλείσουν το εβδομηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας τους.
Σταυροκοπήθηκε δυο τρεις φορές αδυνατώντας να πιστέψει τα όσα απίστευτα μαρτυρούσε το ομολογουμένως καρπερό δέντρο της οικογένειάς του. Μπα! Κάποιο λάθος θα έχω κάνει, σκέφτηκε. Δεν μπορεί! Αν και έβλεπε πολύ καλά μετά τις δύο επεμβάσεις για καταρράκτη στα μάτια του, φόρεσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας που κρέμονταν γύρω από το λαιμό του κι ένα-ένα εξέτασε τα παρακλάδια του δέντρου με τα ονόματα και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου των αξιότιμων προγόνων του. Την έρευνα την είχε κάνει για λογαριασμό του, κατόπιν αδράς αμοιβής, μια δημοφιλέστατη Αμερικάνικη ιστοσελίδα γνωστή για την εγκυρότητά της. Όχι κανένα λάθος δεν είχε κάνει!  Όλοι είχαν πεθάνει μια αποφράδα Κυριακή της ζωής τους σε ηλικία εβδομήντα δύο ετών! Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν σαν τη βελόνα της πυξίδας. Ήταν εβδομήντα δύο ετών και τα επόμενα γενέθλια του απείχαν μόλις ένα μήνα και κάτι μέρες. 


«Χρειάζομαι ένα ποτό» είπε στον κανέναν και σηκώθηκε από την καρέκλα του για να ψάξει τη βότκα που του είχε φέρει δώρο η Γεωργιανή παραδουλεύτρα του, το μοναδικό άτομο που εδώ και πέντε χρόνια πατούσε πόδι στο μικρό ανώγειο διαμερισματάκι στη φτωχογειτονιά που μεγάλωσε και έζησε όλη του τη ζωή.  Άνοιξε το ντουλαπάκι του στραπατσαρισμένου σκρίνιου που κουτσοστηριζόταν στον έναν κατακιτρινισμένο τοίχο του σαλονιού και ξέθαψε το μπουκάλι που είχε καταχωνιάσει εκεί για μια ώρα ανάγκης.  Έβαλε μια διπλή δόση σ’ ένα χαμηλό ποτήρι και ξανακάθισε στο ακατάστατο γραφείο του. Κατέβασε με μια γουλιά τη μισή ποσότητα και περίμενε για λίγο να σταθεροποιηθούν τα νεύρα του.  Έπειτα ξεκρέμασε το ημερολόγιο με τις ημίγυμνες στάρλετ που κρεμόταν στον τοίχο δίπλα στην τσίγκινη εικόνα της Παναγίας της Τήνου την οποία είχε αγοράσει από κάποιο καφέ/εστιατόριο στα Τέμπη όπου έκαναν στάση τα λεωφορείο του ΚΤΕΛ.  Άρχισε να μετράει τις Κυριακές που είχαν απομείνει μέχρι τα επόμενα γενέθλιά του. 

«Χμμμμ!  Άλλες πέντε Κυριακές μαζί με την αυριανή!» είπε τρίβοντας δυνατά το πηγούνι του με το δεξί του χέρι, μια κίνηση που ασυναίσθητα έκανε όταν έβαζε το μυαλό του να δουλεύει σκληρά.  

Ο κύριος Μάλης έτρεμε το θάνατο όπως το μικρό παιδί τον μπαμπούλα. Πριν δύο χρόνια, μόλις πάτησε τα εβδομήντα, η μακάβρια αυτή φοβία μετατράπηκε σε έμμονη ιδέα στο κολλημένο του μυαλό.  

Μια ιδέα ζουζούνιζε στο μυαλό του.

«Το βρήκα! Είναι απλό! Δε θα κοιμάμαι τις Κυριακές! Θα στήσω εγώ καρτέρι στο Χάρο κι όταν έρθει θα τον προλάβω» είπε στον τετράπαχο γάτο του, τον Σέρλοκ, ο οποίος χασμουρήθηκε κι αμέσως μετά του γύρισε αδιάφορα την πλάτη. 

«Έ, μη κοιμάσαι Σέρλοκ» φώναξε στο γάτο του κλωτσώντας τον ελαφριά για να ξυπνήσει. «Εσύ θα κρατάς τσίλιες!  Τι νόμιζες;  Ότι θα τη γλίτωνες την ταλαιπωρία;» 

Τα μαντάτα ήταν ζοφερά αλλά ο κύριος Μάλης ήταν γεννημένος μαχητής και δεν τα έβαζε κάτω εύκολα. Εξάλλου τώρα που το σκεφτόταν η ιστορία είχε και τη θετική της πλευρά. Οπλισμένος καθώς ήταν με τη γνώση του τι μέλλον γενέσθαι, στο χέρι του ήταν να κάνει κάτι για να αποτρέψει το μοιραίο. Ευχαρίστησε την τσίγκινη Μεγαλόχαρη που οπωσδήποτε ήταν αυτή που του ενέπνευσε την ιδέα να ψάξει και να μάθει από πού κρατούσε η σκούφια του.

«Έννοια σου και θα τα καταφέρω. Θα τον νικήσω τον μπαμπούλα» είπε στο γάτο του ο όποιος αφού ξαναχασμουρήθηκε επιδεικτικά πήδηξε πάνω στον καναπέ και κουλουριάστηκε σαν το φίδι για να ρίξει έναν υπνάκο.

Ξανάτριψε την τραχιά σαν γυαλόχαρτο επιφάνεια του σαγονιού του και βάλθηκε να προβληματίζεται για το πώς θα τα κατάφερνε να μείνει ξυπνητός ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο για πέντε συναπτές Κυριακές μέχρι να φτάσουν τα εβδομηκοστά τρίτα γενέθλιά του όποτε και θα είχε διαφύγει τον κίνδυνο.    

              Αφού αποστράγγισε τη βότκα που είχε απομείνει στο ποτήρι του πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ.  Η ώρα ήταν δέκα και μισή.  Σε μιάμιση ώρα θα ήταν Κυριακή.  Πώς θα άντεχε τόσες ώρες χωρίς να κλείσει βλέφαρο;  Γέμισε με νερό τη καφετιέρα κι έριξε μέσα στο φίλτρο έξι γεμάτες κουταλιές της σούπας καφέ για να γίνει δυναμίτης. Έφτιαξε και δύο μεγάλα σάντουιτς με τυρί και ζαμπόν κι αφού τα τακτοποίησε όλα πάνω σ’ ένα δίσκο μεταφέρθηκε στο σαλόνι όπου στρογγυλοκάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα για να απολαύσει το δείπνο του και να αρχίσει το καρτέρι. Άνοιξε την τηλεόραση κι έκανε ένα γρήγορο ζάπινγκ.  Σταμάτησε σε μια ταινία έντονης δράσης με μπόλικο μπουνίδι και πιστολίδι τόσο όσο να του κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον για κάνα δυο ώρες.  Όταν τελείωσε η ταινία στις 1:05 ξανάκανε ένα ζάπινγκ ώσπου έπεσε πάνω σε κάτι ξανθιές ξεβράκωτες που τον καλούσαν να τις πάρει τηλέφωνο για καυτό τηλεφωνικό σεξ.  Χμμμμμ!  Να σου πω!  Καθόλου άσχημη ιδέα!  Αν και τα διαβητικά και υπερτασικά φάρμακα που έπαιρνε του είχαν στερήσει τον ανδρισμό του ήταν μια καλούτσικη λύση για να περάσει η ώρα κάπως ευχάριστα.  Μετά θα έπαιρνε εκείνο το αστείο μέντιουμ με τα λαμέ γυναικεία ρούχα που έκανε προβλέψεις για  το μέλλον.  ‘Έτσι θα σκότωνε την ώρα πριν τον σκοτώσει αυτή πρώτη.

            Σχημάτισε το ροζ νούμερο και παρόλο που είχε κόψει κάθε είδους φουμάρισμα άναψε την αγαπημένη του παλιά πίπα. Στον τέταρτο χτύπο, μια βραχνή, γυναικεία φωνή του έλεγε πως ήταν σε γραμμή προτεραιότητας. Τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από την πίπα του και παρατηρώντας τα σχήματα καπνού που αιωρούνταν σαν φαντάσματα τριγύρω του περίμενε. Πέρασαν δύο, τρία, πέντε λεπτά και τίποτα.  Καμία απάντηση.  Έκλεισε το τηλέφωνο κι αποφάσισε να δοκιμάσει τη γραμμή του μέντιουμ.  Για κακή του τύχη βγήκε το ίδιο ακριβώς σπαστικό μήνυμα που του έλεγε πως ήταν σε γραμμή προτεραιότητας. 

«Άι σιχτίρ με τα κωλομηνύματα σας!» είπε νευριασμένα έτοιμος να κλείσει το τηλέφωνο.  Στο τσαφ όμως τον πρόλαβε μια τραγουδιστή, τσαχπίνικη αντρική φωνή.

«Καλησπέρα σας!  Τι μπορώ να κάνω για σας;» 

«Θέλω να μου πείτε τι μου επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον μου» είπε αγανακτισμένα ο κύριος Μάλης.

«Ευχαρίστως, αγαπητέ μου. Θα μου πείτε ημερομηνία γέννησης και το ονοματάκι σας;»

«25 Οκτωβρίου το 1942 και με λένε Θανάση».

«Ωραία, Θανασάκη μου.  Ένα λεπτούλακι να ρίξω τα χαρτουλάκια σου».

Άκου εκεί τα χαρτουλάκια μου!  Δεν πάει καλά ο κόσμος! 

Περίμενε κάμποση ώρα πριν ξανακουστεί η σχεδόν υψίφωνη φωνή του μέντιουμ.

«Λοιπόν, Θανασάκη μου, ακούς; Αυτό που βλέπω εδώ δεν είναι καθόλου καλό. Έχεις ένα μεγάλο εχθρό που τυλίγεται γύρω σου σαν μαύρη καταχνιά. Ακολουθεί το κάθε σου βήμα και περιμένει την κατάλληλη στιγμή να κάνει το μεγάλο ντου. Θέλει μεγάλη προσοχή, φίλε μου».

Πω πω! Το βρήκε ο άτιμος!  Ο κύριος Μάλης ξεροκατάπιε.

«Και δεν μου λέτε; Άντρας ή γυναίκα είναι;»

«Περιμένεις ένα λεπτό να δω;»  Άντε πάλι μ’ αυτό το αναθεματισμένο περίμενε!

Μια μουσική προερχόμενη από άλλο γαλαξία έφτασε στα αυτιά του.  Πέρασαν ένα, δύο, τρία λεπτά και τίποτα.  Άφαντος ο μάγος!

«Λοιπόν, Θανάση, δεν φαίνεται εδώ εάν είναι άντρας ή γυναικά γιατί φοράει μια μαύρη κουκούλα και κρατάει κι ένα …………….»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και η γραμμή έπεσε απότομα.  Με την καρδιά του να καλπάζει σαν τρομαγμένο άλογο ξανασχημάτισε το νούμερο αλλά και πάλι βγήκε εκείνο το σπαστικό ηχογραφημένο μήνυμα. Ξαναδοκίμασε αλλά μια από τα ίδια πάλι.

Τσαρλατάνοι όλοι τους, σκέφτηκε και σηκώθηκε να κάνει ένα κρύο ντους για να διώξει τη νύστα που είχε αρχίσει να τον βαραίνει.  Όταν βγήκε από το ντους, ντύθηκε ζεστά κι γεμίζοντας ξανά το ποτηράκι του με βότκα άναψε ένα μπαγιάτικο τσιγάρο από κάποιο ξεχασμένο πακέτο που του είχε ξεμείνει στο συρτάρι του από τον καιρό που κάπνιζε σαν φουγάρο. Αποφάσισε παρά τις αυστηρές απαγορεύσεις του γιατρού του να καπνίζει όσο λαχταρούσε η ψυχούλα του μέχρι που θα έκλεινε τον εβδομηκοστό τρίτο έτος της ηλικίας του οπότε και θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο.  Ρούφηξε λαίμαργα το τσιγάρο και εκτοξεύοντας τον καπνό από τα ρουθούνια του σαν τον δράκο των παραμυθιών βάλθηκε να βηματίζει πάνω κάτω το μήκος του σαλονιού  σαν το νευρικό σύζυγο που περιμένει αγωνιωδώς να γεννήσει η γυναίκα του.  Ο Σέρλοκ κοιμόταν στην κουνιστή καρέκλα που είχε κληρονομήσει από την μπεμπέκα, τη λατρεμένη μητέρα του που καμιά γυναίκα απ’ αυτές που γνώρισε δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί της. Τον έδιωξε με τις κλωτσιές, πήρε τη θέση του κι άρχισε να λύνει μανιωδώς σταυρόλεξα. Ο καφές, τα τσιγάρα και η βότκα, φυσικά, είχαν μπαρουτιάσει την καρδιά του η οποία έτρεχε σαν μαραθωνοδρομέας λίγο πριν τερματίσει. Η πίεση του σίγουρα θα ήταν στα ύψη!  Το ίδιο και το ζάχαρό του!   

Δεν πειράζει.  Άλλες τέσσερις Κυριακές και θα τις κόψω όλες αυτές τις βρομερές συνήθειες υποσχέθηκε στον εαυτό κι έκλεισε για λίγο τα μάτια του γιατί έκαιγαν και του έτσουζαν. 

Όταν ξύπνησε οι καμπάνες της γειτονικής εκκλησίας χτυπούσαν για την πρωινή λειτουργία.  Αναθεμάτισε τον εαυτό του που αποκοιμήθηκε· θα μπορούσε να είχε συμβεί το μοιραίο!  Αποφάσισε να πάει, έτσι όπως ήταν με τη φούτερ φόρμα του, στην εκκλησία και να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του.  Ήπιε δύο καφέδες ακόμη, έφαγε πέντε-έξι κουλούρια αδιαφορώντας για τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα του, έβαλε το καπέλο του και την καμπαρτίνα του κι έκλεισε την πόρτα στα μούτρα του Σέρλοκ. 

Στο δρόμο μέχρι την εκκλησία συλλογιζόταν την κατάσταση του. Δε γινόταν να συνεχίσει έτσι μόνος μου. Άντε αυτήν τη φορά στάθηκε τυχερός! Φαίνεται πως ο μπαμπούλας είχε αλλού δουλειά και τον άφησε προσωρινά ήσυχο. ‘Έπρεπε να βρει κάποια άλλη λύση, πιο αποτελεσματική και γρήγορα μάλιστα. 

Σέρνοντας τα πόδια του από την κούραση, έφτασε στην εκκλησία, ανέβηκε τα λίγα σκαλιά κι αφού άναψε το κεράκι του στάθηκε όρθιος στο πρώτο στασίδι δεξιά για να παρακολουθήσει τη λειτουργία και να προσευχηθεί στο Θεό να τον βοηθήσει να νικήσει το Χάρο.

Όταν βγήκε με το αντίδωρο στο χέρι είδε ένα φωτεινό, πράσινο σταυρό στο απέναντι πεζοδρόμιο να αναβοσβήνει μέσα στη γκρίζα εσάρπα που είχε ρίξει πάνω της η φθινοπωρινή μέρα. ¨Ήταν το φαρμακείο της γειτονιάς που έτυχε να εφημερεύει εκείνη την ημέρα. Χμμμμμ!  Μια ιδέα του ήρθε φλασιά. Διέσχισε το δρόμο και μπήκε στο φαρμακείο. 

«Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» προσφέρθηκε ευγενικά η φαρμακοποιός.

«Ξέρετε, δουλεύω νύχτες και χρειάζομαι κάτι που θα με βοηθήσει να μένω ξάγρυπνος» είπε ο κύριος Μάλης.

«Το μόνο που έχω να σας δώσω χωρίς συνταγή γιατρού είναι κάτι χάπια καφεΐνης.  Δύο το πολύ δύο φορές την ημέρα θα παίρνετε. Τα θέλετε;»

«Ναι, και, φυσικά, τα θέλω. Τι σας οφείλω;»

«Έντεκα ευρώ» είπε χαμογελώντας.

«Ορίστε. Σας ευχαριστώ πολύ».

Μόλις βγήκε έξω κι έστριψε στη γωνία του δρόμου άνοιξε το μπουκαλάκι και κατάπιε μονοκοπανιάς και χωρίς νερό τέσσερις κάψουλες. Έπειτα πέρασε μια βόλτα από το καφενείο, ήπιε ένα τσιπουράκι κι έπαιξε πρέφα με τους φίλους του.  Κατά τις τρεις άρχισε να νυστάζει επικίνδυνα και μέσα στον πανικό του κατάπιε αλλά τρία χάπια καφεΐνης. Το χαπακωμένο του στομάχι σύντομα άρχισε να γουργουρίσει.  Σταμάτησε στο μαγειρείο της γειτονιάς και κατέβασε τέσσερα γεμιστά, ένα πιάτο πατάτες φούρνου και μια πολίτικη σαλάτα. Για επιδόρπιο του φέρανε χαλβά σιμιγδαλένιο τον οποίο και συνόδευσε μ’ ένα διπλό ελληνικό καφέ βαρύγλυκο.  Το ζάχαρό του θα είχε εκτοξευτεί σαν πύραυλος. Μόλις βγήκε έξω σταμάτησε ένα ταξί και πήγε σινεμά όπου είδε τρεις φορές την ίδια ταινία Μποντ. Όταν έφτασε σπίτι του ήταν κοντά μεσάνυχτα.  Σ’ ένα τέταρτο της ώρας θα τελείωνε η πρώτη από τις πέντε Κυριακές. 

Την επομένη ξύπνησε στις τέσσερις το απόγευμα με το κεφάλι του παραγεμισμένο σαν Χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα. Έκανε ένα βαρβάτο σκοτσέζικο ντους, έφτιαξε μια γρήγορη μακαρονάδα κι αφού καθάρισε και την τελευταία πιρουνιά που είχε μείνει στον πάτο της κατσαρόλας πήρε τα χάπια της πίεσης και του ζαχάρου που έπρεπε να είχε πάρει το πρωί και κατηφόρισε προς το μόνο εναπομείναν μπακάλικο για να κάνει τα ψώνια της εβδομάδας. Όταν γύρισε τάισε το Σέρλοκ ο οποίος εξακολουθούσε να χασμουριέται επιδεικτικά λες και το ‘κανε επίτηδες για να τσατίσει τ’ αφεντικό του. 

Την Τρίτη και την Τετάρτη μέτρησε κάμποσες φορές την πίεση και το ζάχαρό του κι όπως το περίμενε και τα δύο είχαν μακράν ξεφύγει από τα επιτρεπτά όρια.  Είχε κι έναν ανεξήγητο ποναλάκι στο πίσω μέρος της πλάτης του αριστερά κι ένα σφίξιμο στο στήθος.  Θυμήθηκε τα αγχολυτικά που είχε στο συρτάρι του και κάταπιε δυο μαζί μπας και καταφέρει να ηρεμήσει. 

Την Πέμπτη το άγχος του είχε κορυφωθεί τόσο που κινδύνευε να τα τινάξει από μόνος του χωρίς καμιά βοήθεια από το Χάρο.  Έτσι, αποφάσισε να πάρει τηλέφωνο στην κυρία Καίτη, την παραδουλεύτρα του, και να της κάνει την πρόταση που κλωθογύριζε στο μυαλό του καθόλη την εβδομάδα. Στον τέταρτο χτύπο, η κύρια Καίτη σήκωσε το ακουστικό.

              «Γεια σας, κυρία Καίτη, τι κάνετε;  Ο κύριος Μάλης είμαι».

«Καλά, κύριε Μάλη.  Εσείς πώς είστε;»

«Καλούτσικα, ας τα λέμε. Κυρία Καίτη, έχω να σας κάνω μία πρόταση.  Κάτι σαν υπερωρίες.  Ενδιαφέρεστε;» ρώτησε ο κύριος Μάλης.

«Και φυσικά ενδιαφέρομαι» αποκρίθηκε η κυρία Καίτη.

Η Γεωργιανή χήρα είχε απόλυτη ανάγκη από χρήματα.  Η κόρη της μόλις είχε χωρίσει από τον άντρα της κι έμεινε τώρα μαζί τους στο σπίτι με το επτάμηνο μωρό της.  Ο γιος της πήγαινε ακόμα σχολείο και η μητέρα της ήταν κατάκοιτη με εγκεφαλικό.

«Υπάρχει, όμως, μια μικρή λεπτομέρεια» έσπευσε να προσθέσει ο κύριος Μάλης.

«Σας ακούω, κύριε Μάλη» είπε ευγενικά η γυναίκα με τα σπαστά της Ελληνικά.

«Θέλω να έρχεστε σπίτι μου κάθε Σάββατο βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα και να φεύγετε κάθε Κυριακή βράδυ λίγο μετά τα μεσάνυχτα μόλις πάει Δευτέρα.  Αυτό θα γίνει για τέσσερις συνεχόμενες Κυριακές μέχρι τα γενέθλια μου. Για τον κόπο σας θα σας δώσω όσα λεφτά μου ζητήσετε».

«Μα γιατί, κύριε Μάλη;» απόρησε η κυρία Καίτη. «Συμβαίνει κάτι; Μήπως δεν είστε καλά;»

              «Όχι, όχι, θα σας εξηγήσω όταν έρθετε το Σάββατο».

              «Εντάξει, κύριε Μάλη. Θα είμαι εκεί».

«Περίφημα!  Σας ευχαριστώ».  

Όταν η κυρία Καίτη ήρθε λίγο πριν τα μεσάνυχτα του Σαββάτου της εξήγησε πως έχουν τα πράγματα.    

«Θέλω, λοιπόν, να ξενυχτάτε μαζί μου. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μ’ αφήσετε να κοιμηθώ.  Ακόμα κι αν χρειαστεί να με πάρετε με τις κλωτσιές. Εντάξει;»  

«Μάλιστα.  Ό,τι μου πείτε».

«Λοιπόν, φτιάξτε τώρα ένα καφεδάκι να πιούμε κι ελάτε να παίξουμε καμιά μπιρίμπα για να περάσει η ώρα». 

Έπαιξαν μπιρίμπα μέχρι το πρώτο φως της ημέρας κι αφού πήραν το πρωινό τους πήγαν στην εκκλησία όπου οι αναθυμιάσεις του λιβανιού παραλίγο να κάνουν τον κύριο Μάλη να λιποθυμήσει. Όλη την υπόλοιπη μέρα η κυρία Καίτη έκανε τα πάντα για να μην αποκοιμηθεί το αφεντικό της: καφέ, φαγητό, παιχνίδια, βόλτες, τραγούδια, τηλεόραση, μουσική μέχρι και τραγούδια από την πατρίδα της τραγουδούσε για να τον ψυχαγωγήσει. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα προς Δευτέρα έφυγε και ο κύριος Μάλης έπεσε σαν τούβλο να κοιμηθεί.

Ξύπνησε αργά τη Δευτέρα, κατά το απογευματάκι, και είχε τα  μαύρα του τα χάλια. Ήταν ηλίου φαεινότερο πως η υγεία του είχε αρχίσει να κλονίζεται ραγδαία. Μια κοιμόταν με τις ώρες και μια δεν μπορούσε να κλείσει μάτι.  Μέσα στη σύγχυση του μυαλού του μπέρδευε τα χάπια του - πότε ξεχνούσε να τα πάρει και πότε ξεχνούσε αν τα είχε πάρει – φτιάχνοντας θανάσιμα κοκτέιλ που περισσότερο τον αρρώσταιναν παρά τον θεράπευαν.  Παράπαιε στο χείλος του θανάτου αλλά δεν είχε καν το κουράγιο να πάει στο γιατρό. Εξάλλου τι θα του έλεγε του γιατρού; Ότι φοβόταν το θάνατο τις Κυριακές;  Θα τον θεωρούσε τρελό, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.

«Δεν πειράζει, λίγο έμεινε. Άλλες τρεις Κυριακές και μετά θα φροντίσω καλύτερα τον εαυτό μου» είπε στον παντελώς αδιάφορο Σέρλοκ .

Όταν το επόμενο Σάββατο κατέφτασε η κυρία Καίτη, ο κύριος Μάλης ήταν σχεδόν αγνώριστος. Είχε αδυνατίσει αισθητά και οι πρησμένοι κύκλοι κάτω από τα μάτια του είχαν μαυρίσει λες και κάποιο αόρατο χέρι του είχε χώσει μια δυνατή μπουνιά στο κάθε του μάτι. Μέρα με τη μέρα, σχεδόν ανεπαίσθητα, έπαιρνε τη μορφή του μπαμπούλα που τόσο έτρεμε.

«Δεν πειράζει, κυρία Καίτη. Εκτός από την αυριανή, άλλες δύο Κυριακές μού έμειναν. Ύστερα θα ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Θα το δείτε. Αρκεί βέβαια να ξεγελάσουμε τον μπαμπούλα και όχι αυτός εμάς».

              «Μη λέτε τέτοιες κουβέντες κύριε Μάλη. Τίποτα δεν θα πάθετε. Εκατό χρόνια θα ζήσετε, το είδα στο φλιτζάνι σας».

              «Τέλος πάντων, έχω μια καταπληκτική ιδέα! Αντί να καθόμαστε εδώ και να μετράμε τα δευτερόλεπτα που περνούν δεν πάμε καλύτερα στο καζίνο; Να δοκιμάσουμε και τις τύχες μας; Τι λες;»

              «Να πάμε, κύριε Μάλη. Καμία αντίρρηση αλλά εγώ δεν έχω δεκάρα τσακιστή πάνω μου».

              «Δεν πειράζει, θα σου δώσω εγώ πεντακόσια ευρώ για να παίξεις ό,τι θες». 

              «Πεντακόσια! Α, όχι, είναι πάρα πολλά χρήματα!  Κι αν τα χάσω στο παιχνίδι;   Ξέρετε, δεν είμαι καθόλου τυχερή».

              «Δεν πειράζει. Καλύτερα να τα φάμε εμείς οι δυο παρά ο αχαΐρευτος ανιψιός μου όταν θα…..» κι άφησε τη φράση του να αιωρείται σαν διάχυτη δυσοσμία στον αέρα.

Το καζίνο ήταν ό,τι έπρεπε για να σκοτώσει κανείς την ώρα του. Πίσω από τις βαριές, τραβηγμένες κουρτίνες που δεν άφηναν στάλα φωτός να εισχωρήσει στο νέον παράδεισο του εύκολου χρήματος έχανε κανείς την αίσθηση του χρόνου και ο ύπνος ήταν το τελευταίο πράγμα που σκεφτόταν όταν η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινο.

Λίγο πριν φύγουν για το καζίνο, η κυρία Καίτη πήγε στην κουζίνα να ταΐσει το Σέρλοκ και ο κύριος Μάλης εξαφανίστηκε στην κρεβατοκάμαρά του. Μόλις έκλεισε την πόρτα, τράβηξε το μικρό χαλάκι μπροστά από το βαρύ κομοδίνο που πλαισίωνε το κρεβάτι του κι αφαίρεσε δύο χαλαρές σανίδες του ξύλινου πατώματος. Εδώ φύλαγε τα λεφτά του εφάπαξ του γιατί δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στις τράπεζες που καταληστεύανε τον κοσμάκη και μάλιστα σε εποχή κρίσης. Έχωσε το χέρι του βαθιά μέσα, τράβηξε έξω την πλαστική σακούλα κι έβγαλε από μέσα της μια δεσμίδα πέντε χιλιάδων ευρώ. Έπειτα ξανάβαλε τα πάντα στη θέση τους, τράβηξε το χαλάκι πάνω από την κρυψώνα του και ξαναβγήκε στο σαλόνι με ζεστή τη τσέπη του όπως κάποτε έλεγε η συγχωρημένη η μάνα του. Η κυρία Καίτη τον περίμενε τυλιγμένη στο ασουλούπωτο και φθαρμένο παλτό της.  Κάλεσε ένα ταξί και φύγανε για το καζίνο.

Η νύχτα και η μισή μέρα πέρασαν χωρίς να το καταλάβουν, ο κύριος Μάλης σκυμμένος πάνω στο τραπέζι παίζοντας Μπλακ Τζακ και η κυρία Καίτη στους κουλοχέρηδες. Όταν μετά από ανυπολόγιστες ώρες βγήκαν έξω στο ψιλόβροχο της Κυριακής είχαν σχεδόν διπλασιάσει και οι δύο τα κέρδη τους.  Σταμάτησαν ένα ταξί και πήγαν στο ακριβότερο εστιατόριο της πόλης για να το γιορτάσουν.

«Είδες, κυρία Καίτη, ουδέν κακόν αμιγές καλού. Έτσι όπως πάμε γρήγορα θα πλουτίσουμε».

«Ναι, κύριε Μάλη, έτσι φαίνεται. Να σας επιστρέψω όμως τα χρήματα που μου δώσατε για να παίξω» είπε η Καίτη κι άνοιξε την τσάντα της που είχε ελαφρώς φουσκώσει από τα ανέλπιστα κέρδη της ημέρας.

«Ούτε να το σκεφτείς!  Α, και λέγε με Θανάση, εντάξει;» 

«Και σεις να με λέτε Καίτη.  Στην υγειά μας, λοιπόν, Θανάση» είπε με γλυκό νάζι και σήκωσε το ποτήρι της που μέσα του άστραφτε η ακριβότερη σαμπάνια που διέθετε το μαγαζί.

Το επόμενο Σαββατοκύριακο επανέλαβαν ακριβώς την ίδια συνταγή. Κεκλεισμένων των θυρών του καζίνου έχασαν και πάλι την αίσθηση του χρόνου πράγμα που ήταν, φυσικά, και το ζητούμενο. Αυτήν τη φορά στάθηκαν λιγότεροι τυχεροί αφού έχασαν κάμποσα χρήματα αλλά ακόμα κι έτσι περίσσευαν υπεραρκετά για να ξαναδειπνήσουν πλούσια στο πολυτελέστατο εστιατόριο του καζίνου όπου εκείνη την ώρα ένας μίμος προσποιούταν τον Έλβις και τραγουδούσε το Only You με μεγάλη επιτυχία. Όταν τα χαράματα ξεμύτισαν στο δρόμο, ο κύριος Μάλης πήρε αγκαζέ την κυρία Καίτη και μαζί έκαναν έναν μεγάλο περίπατο στην παραλία της πόλης όπου απόλαυσαν σιωπηροί τις πρώτες λεπτές, λαμπερές ανταύγειες της καινούργιας μέρας που γλυκοχάραζε. 

Το βραδάκι αποφάσισαν να μείνουν στο σπίτι. Η κυρία Καίτη ετοίμασε ένα σουφλέ διαφόρων τυριών και ο κύριος Μάλης μια δροσερή σαλάτα δικής του έμπνευσης. Το γεύμα τους το συνόδεψε ένα μυρωδάτο μοσχοφίλερο λευκό κρασί Λαζαρίδη.  Όταν δεν έμεινε μπουκιά στο τραπέζι και σταγόνα στο μπουκάλι, η κυρία Καίτη εξαφανίστηκε στην κουζίνα και ο κύριος Μάλης επιδόθηκε στο νέο τεύχος Σταυρολεξομανία.  Κατά τις δέκα βγήκαν μια βόλτα ως το  video club και νοίκιασαν το Καζαμπλάνκα. Όταν γύρισαν η κυρία Καίτη έφταιξε μια γαβάθα ποπκόρν και οι δυο στρώθηκαν στον καναπέ να απολαύσουν την αριστουργηματική ταινία την οποία ο κύριος Μάλης είχε δει τουλάχιστον καμιά εικοσαριά φορές. Ένα μισάωρο μετά τα μεσάνυχτα, μόλις τελείωσε η ταινία, η κυρία Καίτη ετοιμάστηκε να φύγει, όχι όμως πριν ταχτοποιήσει τα φάρμακα του κυρίου Μάλη και του φτιάξει ένα ζεστό χαμομηλάκι.

Έτσι βασανιστικά και συνάμα ευχάριστα περνούσε ο χρόνος ώσπου μια ηλιόλουστη μέρα έφτασε η τελευταία Κυριακή πριν τα εβδομηκοστά τρίτα γενέθλια του κυρίου Μάλη. 

«Σέρλοκ, φτάσαμε στο τέλος. Ακόμη σήμερα και μετά είμαι τζάμι» είπε ο κύριος Μάλης. 

Ο Σέρλοκ τον κοίταξε με τις κόρες των ματιών του σε πλήρη διαστολή σαν να έβλεπε μπροστά του κάτι που τον φόβισε πολύ. Πήδηξε στην αγκαλιά του αφεντικού του κι άρχισε να του γλείφει το μάγουλο με την τραχιά του γλώσσα. Ο κύριος Μάλης δεν ήταν μαθημένος σε τέτοιου είδους σαλιαρίσματα κι αφού πρώτα του ψιλοχάιδεψε το κεφαλάκι τον έκανε πέρα με το χέρι του. 

«Λέω να κάνω πρόταση γάμου στην κυρία Καίτη. Εσύ τι λες, Σέρλοκ; Εγκρίνεις; Για δες και το μονόπετρο που της έχω πάρει από τα κέρδη του καζίνου!» κι έβγαλε από τη τσέπη του ένα κόκκινο βελούδινο κουτάκι σε σχήμα καρδούλας. 

Το επόμενο Σαββατοκύριακο που ήταν και το τελευταίο, η κύρια Καίτη, συνεπέστατη όπως πάντα, χτύπησε την πόρτα μισή ώρα πριν τα μεσάνυχτα του Σαββάτου. Ήταν στις ομορφιές της. Φορούσε ένα παλτό από συνθετική γούνα στο χρώμα της αλεπούς κι ένα καπέλο κανελί από τσόχα που το πλάι του στόλιζε ένα μεγάλο, πλεκτό μοβ τριαντάφυλλο. Στα πόδια της γυάλιζαν δύο ολοκαίνουργιες λουστρινένιες γόβες. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μια τσάντα ασορτί και το πρόσωπό της έλαμπε από ευτυχία.                    

«Καλησπέρα, Καίτη».

«Καλησπέρα. Πώς είστε σήμερα κυρ….ε, συγνώμη, Θανάση;»

«Θανάσης και πληθυντικός δεν πάνε μαζί!  Αποδώ και πέρα θα μιλάμε στον ενικό, εντάξει;  Εξάλλου εμείς οι δύο έχουμε γίνει καλά φιλαράκια τώρα, έτσι δεν είναι;» είπε κι έσκυψε ελαφρώς προς το μέρος της σαν να ήθελε να τη φιλήσει. Αφού πήρε το παλτό της, έβαλε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την οδήγησε στην τραπεζαρία. 

«Είπα να δειπνήσουμε εδώ σήμερα». 

Το τραπέζι ήταν στρωμένο επίσημα με λευκό, λινό τραπεζομάντηλο, κρυστάλλινα ποτήρια, πορσελάνινα πιάτα και επάργυρα μαχαιροπίρουνα. Στο κέντρο άνθιζε ένα μπουκέτο από μικρά ροζ τριαντάφυλλα, σχεδόν μπουμπούκια,  πλαισιωμένο από δύο αναμμένα κεριά που έλουζαν με ροζ θαλπωρή το χώρο της τραπεζαρίας.

                   «Γιορτάζετε κάτι;» ρώτησε η κυρία Καίτη.

«Δεν ξέρω. Μπορεί! Αν πεις το ναι, τότε, ναι, γιορτάζουμε τον αρραβώνα μας» είπε ο κύριος Μάλης κι έβγαλε τη βελούδινη καρδούλα με το δακτυλίδι από την τσέπη του. 

Η κυρία Καίτη άνοιξε το κουτάκι κι έμεινε άφωνη όταν αντίκρισε το αστραφτερό μονόπτερο. Χωρίς να χρειαστεί να το σκεφτεί καθόλου είπε το μεγάλο ‘ναι’ και η πρώτη σαμπάνια της βραδιάς άνοιξε. Ο κύριος Μάλης έπιασε έναν σταθμό στο ραδιόφωνο με παλιά τραγούδια της Αθήνας και μαζί χορέψανε μερικά βαλς.  Αφού απόλαυσαν τα πεντανόστιμα εδέσματα που είχε ετοιμάσει ο κύριος Μάλης ειδικά για την περίσταση φόρεσαν τα πανωφόρια τους, κάλεσαν ένα ταξί και πήγαν στο καζίνο όπως έκαναν κάθε Σαββάτο βράδυ προς Κυριακή. Ο χρόνος όπως πάντα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν κι όταν έφυγαν από το καζίνο με τα καινούργια τους κέρδη ο κύριος Μάλης κοίταξε το ρολόι του χεριού του. Ήταν οκτώ το πρωί. Άλλες δεκαέξι ώρες και θα ήταν εκτός κινδύνου αφού θα τελείωνε η τελευταία Κυριακή πριν κλείσει τα εβδομηκοστά τρίτα γενέθλιά του τη Δευτέρα.

«Πάμε να φάμε πρωινό στο Hyatt Regency; Τι πειράζει;  Ακόμη γιορτάζουμε τους αρραβώνες μας, έτσι δεν είναι;»

«Και δεν πάμε;» συμφώνησε η Καίτη κι έπιασε αγκαζέ τον κύριο Μάλη ό οποίος, παρά την εξάντληση που τσάκιζε τα κόκκαλά του, ένιωθε πανευτυχής για πρώτη φορά στη ζωή του. Μετά από ένα λουκούλλειο πρωινό που στοίχισε τα έστω και λίγα μαλλιά της κεφαλής του, σταμάτησαν ένα ταξί που τους άφησε στην εκκλησία της γειτονιάς τους. Μετά την πρωινή λειτουργία, ο κύριος Μάλης έκανε μια στάση στο καφενείο και η Καίτη γύρισε στο σπίτι για να ετοιμάσει φαγητό και, φυσικά, να φτιάξει μια τούρτα γενεθλίων για τον αγαπημένο της κύριο Μάλη.  Γύρω στις επτά το απόγευμα η συσσωρευμένη κούραση και η παρατεταμένη αϋπνία απειλούσαν να τινάξουν όλους τους κόπους τους στον αέρα γι αυτό και ο κύριος Μάλης πρότεινε να εγκαταλείψουν ολοταχώς το σπίτι.

«Πάμε να φύγουμε. Αν μείνουμε εδώ θα μας πάρει ο ύπνος». 

«Και πού να πάμε;»

«Τι λες να πάμε θέατρο; Έχει μια πολύ καλή παράσταση του Ίψεν στο Μέγαρο».

«Αχ! Τι ωραία! Λατρεύω το θέατρο» είπε περιχαρής η κυρία Καίτη.  

Κατά τις έντεκα είχαν γυρίσει σπίτι κατενθουσιασμένοι και οι δύο με την παράσταση.  Σε μια ώρα η Κυριακή θα τελείωνε, και η καινούργια μέρα θα έφερνε τα χαρμόσυνα γενέθλια του κυρίου Μάλη και το τέλος της ταλαιπωρίας τους.  Στις δώδεκα ακριβώς τα μεσάνυχτα η Καίτη έβγαλε την τούρτα και ο κύριος Μάλης με μεγάλη ανακούφιση έσβησε τα εβδομήντα τρία κεριά που συνωστίζονταν στη σοκολατένια επιφάνειά της.  Στις 12:20 η κυρία Καίτη ζήτησε να φύγει λέγοντας πως η μητέρα της δεν ήταν και πολύ καλά και έπρεπε να γυρίσει σπίτι να τη φροντίσει. 

«Θα έρθω αύριο να γιορτάσουμε κανονικά τα γενέθλια σου. Τώρα δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς και μπορείς επιτέλους να κοιμηθείς ήσυχος» του είπε και φόρεσε το παλτό της. 

Μόλις πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα ο Σέρλοκ μπερδεύτηκε στα πόδια της προσπαθώντας να της κλείσει το δρόμο. Το κόλπο ήταν γνωστό κι έτσι δεν έδωσε και πολλή μεγάλη σημασία. Ωστόσο, κάτι στο ορθάνοιχτο βλέμμα των ματιών του την έκανε να κοντοσταθεί. 

«Τι είναι, Σέρλοκ;» είπε κι έσκυψε να τον χαϊδέψει.

Ο Σέρλοκ πάτησε τα ουρλιαχτά σαν κακομαθημένο παιδί που απαιτεί να γίνει  το δικό του.

«Έλα τώρα! Μη κάνεις έτσι! Θα γυρίσω το πρωί. Τ’ αφεντικό σου μια χαρά είναι τώρα.  Τον διαφύγαμε τον κίνδυνο!» είπε κι έκλεισε απαλά την πόρτα.

Ο κύριος Μάλης είχε ήδη αποκοιμηθεί και το ροχαλητό του ακουγόταν σ’ όλο το διαμέρισμα. Ο Σέρλοκ έτρεξε να μπει στην κρεβατοκάμαρα αλλά βρήκε την πόρτα κλειστή.  Κουλουριάστηκε στο κατώφλι και επιτέλους σίγασε.

Τη Δευτέρα κατά το μεσημεράκι η Καίτη έφτασε μ’ ένα ταψί παστίτσιο στο χέρι. Χτύπησε το κουδούνι αλλά τίποτα. Ξαναχτύπησε. Πάλι τίποτα. Άκουγε το Σέρλοκ που κλαψούριζε πίσω από την πόρτα. Η καρδιά της πήδηξε κάνα δυο χτύπους κι ένα κακό προαίσθημα την περιέλουσε σαν κρύος ιδρώτας. Έβαλε το κλειδί της στην πόρτα.Μόλις μπήκε μέσα ο Σέρλοκ μπουρδουκλώθηκε στα πόδια της και ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένος την οδήγησε στην κάμαρα του κυρίου Μάλη. Μόλις είδε το κέρινο πρόσωπό του κατάλαβε κι ένα χοντρό, βουβό δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Σκέπασε το άψυχο σώμα του κυρίου Μάλη και μπήκε στο σαλόνι. Το ραδιόφωνο ακόμη έπαιζε.  Την ώρα που έσκυβε να το κλείσει μια ανακοίνωση πάγωσε το αίμα της.  

 Και για όλους τους ξεχασιάρηδες υπενθυμίζουμε πως το Σάββατο προς Κυριακή στις τρεις το πρωί  γυρίσαμε πίσω τα ρολόγια μας μια ώρα. 

Το παστίτσιο έπεσε από τα χέρια της και σωριάστηκε στην πολυθρόνα του αγαπημένου της κυρίου Μάλη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news