Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

[Ελάιζα] της Φράνση Παπουτσάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Άκουγε τον χτύπο της ξέφρενο μέχρι τα αυτιά του. Ήθελε να βγει από το στήθος του, να σπάσει το θώρακα και τα πλευρά που την κρατούσαν φυλακισμένη, να δραπετεύσει, να πεταχτεί με φόρα σκορπίζοντας αίμα στον αέρα, να καρφωθεί κάτω, στο χώμα, μπροστά στα πόδια της, μέχρι εκείνη να την μαζέψει με τα λευκά αλαβάστρινα χέρια της και με το απαλό τους άγγιγμα να σταματήσει την αγωνία της.
Ένας αλλόκοτος πυρετός τον αρρώστησε. Όσο εκείνη γλιστρούσε ανάμεσα στους πάγκους της αγοράς, αγγίζοντας υφάσματα κι ανθρώπους με τα μακριά της δάχτυλα, εκείνος την παρακολουθούσε πηδώντας από την μια σκιά στην άλλη.
«Στάσου» της πρόσταξε η ψυχή του δυνατά. Η κουκούλα της κάπας της έπεσε μαλακά προς τα πίσω φανερώνοντας τα στιλπνά καλοχτενισμένα πύρινα μαλλιά της. «Γύρνα…κοίταξε με…» την ικέτευσε πάλι η ίδια ψυχή του αιμορραγόντας από πόθο.
Η κοπέλα με μια αέρινη κίνηση στράφηκε προς το μέρος του. Δεν ήξερε πως κάποιος την κοιτάζει. Δεν ήξερε τι γύρισε να δει. Δεν ήξερε σε ποιο κάλεσμα ανταποκρίθηκε. Χαμογέλασε στο κενό μπροστά της και μαγικά όπως πριν, αποκάλυψε την ομορφιά της σε εκείνον για μια στιγμή μονάχα, ύστερα σηκώνοντας την κουκούλα της, την εξαφάνισε, την πήρε μακριά και χάθηκε βαδίζοντας αργά. Αυτή η ελάχιστη στιγμή του χρόνου, του έφτασε για να ρουφήξει την εικόνα της και να της επιτρέψει να τον κυριεύσει.

Έφυγε τρέχοντας, παραπατώντας, πέφτοντας πάνω σε πράγματα και περαστικούς, απλώνοντας τις πραμάτειες τον εμπόρων στις λάσπες του δρόμου και καθώς εκείνες έπεφταν με δύναμη κάτω, έβλεπε να προσγειώνεται μαζί τους και η λογική του, να πασαλείβεται με βρωμιά και να σπάει. Τα είχε χαμένα. Ο ήχος της καρδιάς του σφυροκοπούσε μέσα του, τον έσπρωχνε βαθύτερα μέσα στην μανία του έρωτα που ένιωσε απρόσμενα, απροσδόκητα, άθελα του.
Έπρεπε να βρει καταφύγιο. Κάπου να σωριάσει το στοιχειωμένο του κορμί και να κλάψει για την αμαρτία που τον είχε μολύνει αμαχητί. Τα θολωμένα του μάτια κατάφεραν να ξεχωρίσουν μια εκκλησία μπροστά του. Ευχαρίστησε το Θεό για την καλοσύνη που του έδειξε αυτή την ώρα που κρινόταν ολόκληρος κι ανεβαίνοντας σχεδόν με τα χέρια και τα γόνατα τα σκαλοπάτια, όρμηξε μέσα, αναζητώντας τον ιερέα. Τον βρήκε να ανάβει τα κεριά κάτω από το άγαλμα του Εσταυρωμένου. Χρησιμοποίησε όση δύναμη του είχε απομείνει για να φτάσει κοντά του. Μόλις το κατόρθωσε, εγκατέλειψε το σώμα του πάνω στα χέρια του σωτήρα του, αφήνοντας την τελευταία του φράση πριν παραδοθεί λιπόθυμος στον πυρετό που τον έλιωνε:
«Είναι τόσο όμορφη που σου παίρνει το θάνατo»
«Ποια, καημένο μου παιδί;»
Ο ιερέας εξέτασε το κορμί του αγοριού ώστε να αντιληφθεί τι είχε συμβεί σε αυτόν τον ταλαιπωρημένο νεαρό, διαπίστωνοντας τρομαγμένος πως η καρδιά του χτυπούσε τόσο έντονα και δυνατά που ακόμη και κάτω από τα μαύρα του ρούχα μπορούσε να την δει να κινείται παλλόμενη, σκληρή σαν γροθιά.

1

Με μια κούπα κόκκινο ζεστό κρασί στο χέρι, βρέθηκε πίσω από ένα χώρισμα να εξομολογείται τα πάθη του στον ιερέα. Ένιωθε πως είχε βγει έξω από το σώμα του, παγιδεύμενος σε ένα όνειρο, χωρίς να μπορεί να παρέμβει, χωρίς να μπορεί να ξυπνήσει, χωρίς να έχει την κρίση να αναγνωρίσει καλά καλά το βίωμα του εφιάλτη που έριξε την σκιά του βαριά πάνω στην μοίρα του.
«Πιες κρασί, παιδί μου. Είναι φάρμακο»
Κατάπιε μια γουλιά κι έβαλε τα κλάματα με λυγμούς που δεν κατόρθωσε να πνίξει. Μέσα από τον πόνο, διηγήθηκε ότι είχε συμβεί. Απρόσμενα, ξαφνικά, είχε συναντήσει στον δρόμο του μια δίνη που τον ρούφηξε.
«Ο έρωτας, παιδί μου, είναι θεία κλήση. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Από αυτή τη στιγμή αφήνεις πίσω την προηγούμενη ζωή σου για να αφοσιώσεις το μέλλον σου, όλο σου τον εαυτό και όλη την αγάπη που θησαύριζες μέσα σου, σε εκείνο το κορίτσι. Έρχεσαι από ένα δρόμο μοναχικό, κουραστικό και μακρύ. Δεν είσαι άρρωστος. Η αγνότητα της ψυχής σου είναι αυτή που σου έφερε τον πυρετό. Τίναξε τα σκονισμένα σου ρούχα και φέρσου σαν άντρας τίμιος. Αν σας ενώσει ο Θεός, δεν θα αντιμετωπίσετε το παραμικρό εμπόδιο ούτε καμιά συμφορά θα γεννηθεί από το κολασμένο αμάρτημα της λαγνείας. Εμπιστεύσου με. Ξέρω ποια ψάχνεις»
Τα λόγια του ιερέα δεν του έφεραν καμιά γαλήνη ούτε σώπασε ο χτύπος μέσα του. Ο πατέρας Γκάμπριελ επέμεινε να αφήσουν την υπόλοιπη μέρα να περάσει και να πάνε μαζί να την συναντήσουν το επόμενο πρωί αλλά ματαιοπονούσε άδικως να τον πείσει, χρησιμοποιώντας όλα τα επιχειρήματα του κόσμου, διότι ο προστατευόμενος του ήταν ερωτευμένος και δεν άκουγε λέξη.
«Σήμερα. Τώρα» ζήτησε με τόνο ικετευτικό και προστατικό συνάμα.
Προσπάθησε να μην φανεί η αδημονία του αλλά δεν μπορούσε να κρυφτεί ολότελα. Έπνιξε την αγωνία του, έκρυψε τον πυρετό του, έπλυνε το κορμί του, έλουσε τα μαύρα του μαλλιά, δέχτηκε το καινούριο λευκό πουκάμισο που του πρόσφερε ο ιερέας ώστε να δείχνει ευπρεπής, καθάρισε το πανωφόρι του και το παντελόνι του, γυάλισε τις μπότες του και ξεκίνησε να την βρει, ακολουθώντας τις οδηγίες.
Βγήκε στο δρόμο.Το σφυροκόπημα που οδηγούσε τα βήματα του ήταν βάναυσο, αδυσώπητο, ασταμάτητο. Έτρεχε να προλάβει. Έπρεπε να φτάσει στο σπίτι της πριν δύσει ο ήλιος αλλιώς δεν θα τον δέχονταν. Βγαίνοντας από την άγνωστη πόλη -που πριν λίγες ώρες ήταν για εκείνον ένα πέρασμα όπως όλες όσες είχε διαχίσει στο ταξίδι του- ο ουρανός απλώθηκε πάνω του και πέρα μακριά. Κοιτάζοντας το λιγοστό φως που είχε απομείνει πριν πέσει η νύχτα, διαισθάνθηκε το βάρος της καταδίκης του. Η καρδιά του σφίχτηκε για μια στιγμή, μόνο για μια στιγμή, όχι από φόβο μα από την διαταγή του πόθου και την αποδοχή της μοίρας που χωρίς να την γνωρίζει ακόμη, της είχε αφεθεί. Το κορμί του κουβάλησε μέχρι την πόρτα της εξοχικής έπαυλης την αδημονία του και όλες του τις προσδοκίες, εκπληρώνοντας κάθε κίνηση που έπρεπε να κάνει για να φτάσει σε εκείνη, αντέχοντας το τρομακτικό ιλιγγιώδες σφυροκόπημα της καρδιάς του. 
Χτύπησε δυο φορές. Η παραμάνα της κοπέλας άνοιξε την πόρτα και τον καλωσόρισε με ευγένεια χωρίς όμως να του παραχωρήσει το δικαίωμα να μπει μέσα στο σπίτι. Καμιά έκφραση του δεν τον πρόδωσε. Τηρώντας κάθε τύπο και παρουσιάζοντας όλα του τα διαπιστευτήρια, όπως του είχε υποδείξει ο εξομολογητής του, ζήτησε να γνωρίσει την δεσποσύνη που κατοικούσε εδώ σύμφωνα με τις πληροφορίες που του είχε δώσει ο πατήρ Γκάμπριελ -αναφέροντας σκοπίμως το όνομα του- και αν ήταν δυνατόν να περάσει έστω κι ελάχιστο χρόνο μαζί της. Η παραμάνα έφυγε κατσουφιασμένη αφήνοντας μια χαραμάδα ανοιχτή που δεν ήταν αρκετή ώστε να του αποκαλύφθει το αδαμάντινο μυστικό της έπαυλης. Έκανε λίγα βήματα πίσω με την ελπίδα πως θα καταφέρει να την δει από το παράθυρο. Χωρίς να το περιμένει, ο κόσμος ράγισε για άλλη μια φορά με την πρώτη ματιά που της έριξε κι έμεινε μόνος και χαμένος να την κοιτάζει πίσω από το τζάμι, επιβάλλοντας στη μνήμη του να της κλέψει λίγη από την ομορφιά κι αυτό το λάφυρο να είναι το βάλσαμο της καρδιάς του.
Κρατούσε ένα κερί στα χέρια της. Το φως της φλόγας τρεμόπαιζε πάνω στην γλυκύτητα της όψης της όσο μιλούσε με την παραμάνα της. Το δέρμα της ροδαλό πρόδιδε την αναστάτωση της, τα χείλη της κόκκινα, στις άκρες τους ένα χαμόγελο που σε ξεγελούσε διαρκώς πως θα φανεί μα δεν το έκανε. Βουβός στεκόταν στην άκρη της αβύσσου. Βουβός κι αβοήθητος. Σε εκείνη την ερημιά που τον είχε ταξιδέψει το πάθος, βασίλευε το σκοτάδι. Αδύναμος να αντισταθεί, δεν έστρεψε το βλέμμα του από την μακάβρια εικόνα που ξεφύτρωσε μπροστά του. Την είδε να κείτεται νεκρή μέσα στο φέρετρο της, η ομορφιά της άκαμπτη, στολισμένη από κόκκινα τριαντάφυλλα, λουσμένη από το φως το φεγγαριού. Η σαγήνη που τον κυρίευσε ήταν πρωτόγνωρη όμως της αφέθηκε με ευκολία. Οργίστηκε με την ιδέα του θανάτου που θα του την άρπαζε για να την έχει στο πλάι του, ζήλεψε ακόμα, μα δεν πήρε τα μάτια του από την μακάβρια οπτασία της μέσα στο όραμα του πυρετού.
Η παραμάνα επέστρεψε χωρίς να την αντιληφθεί. Ευχήθηκε να μην έχουν τα γέρικα μάτια της την ικανότητα να διακρίνουν στο λιγοστό φως του σούρουπου την αλλοιωμένη του όψη που ίσως αποκάλυπτε τις ζοφερές του σκέψεις. Τον κοίταξε συνοφρυωμένη και καχύποπτη κι ύστερα μέσα από ένα θεατρικό χαμόγελο, βγήκε μια φωνή που δεν μαρτυρούσε κανένα άλλο συναίσθημα εκτός από την αντιπάθεια και τη διαφωνία, καλυμμένες πίσω από ένα ίχνος τσιριχτής ψεύτικης ευγένειας:             
«Ο κηδεμόνας της μικρής κυρίας λείπει σε ταξίδι. Απορώ πως δεν το γνωρίζει ο πατήρ Γκάμπριελ» δήλωσε με στόμφο γουρλώνοντας τα μάτια της.
«Όπως καταλαβαίνετε είναι αδύνατον να σας δοθεί άδεια να την συνοδεύσετε σε περίπατο ενώ εκείνος λείπει ακόμη κι αν αυτό γίνει κάτω από την δική μου επίβλεψη…».
Τα πόδια του, η θέληση του, όλο του το σθένος λύγισαν στην σκέψη της αγωνίας του που θα παρατεινόταν.             
«…όμως η δεσποινίς Eλάιζα αποφάσισε να σας δεχτεί αύριο το απόγευμα εδώ στο σπίτι για λίγη ώρα και να χαρεί την συντροφιά σας»
Ο κόσμος ξανάγινε όλος δικός του αλλά τα λόγια που βγήκαν από το στόμα του ήταν φτωχά όπως ήταν κι εκείνος από την στιγμή που την είδε.
«Πείτε της…πείτε της πως την ευχαριστώ» .
«Είναι πολύ μόνη όταν ταξιδεύει ο κύριος…»  πρόσθεσε σαν δικαιολογία για να προλάβει την χαρά του.
Η παραμάνα έκλεισε με όλη της την δύναμη, την βαριά αρχοντική πόρτα, δηλώνοντας με τον τρόπο της την δυσαρέσκεια που έτρεφε για την μελλοντική συνάντηση. Μαζεύοντας το σάλι και σηκώνοντας τα φουστάνια της, ψιθύρισε στον εαυτό της σαν να του έλεγε ένα μυστικό που αν ακουγόταν θα ήταν γρουσουζιά:
«Σε καλό να μας βγει ετούτος ο παράξενος»
Ο πατέρας Γκάμπριελ τον περίμενε πάλι με μια κούπα ζεστό κρασί και φαγητό που ελάχιστα άγγιξε. Πήγαν στο μικρό δωματιάκι που αποκαλούσε σπίτι του στο πίσω μέρος του ναού και κάθισαν δίπλα στη φωτιά.
«Πιες , παιδί μου, να συνέλθει η καρδιά σου και μετά μίλησε μου, άδειασε κάθε σκέψη από μέσα σου. Θα μείνεις εδώ απόψε κι όσο χρειαστεί». Μια κακιά σκιά πέρασε από το μυαλό του μαζί με τα λόγια του. Για κάποιον ακαθόριστο λόγο μετάνιωσε την βοήθεια που προσπαθούσε να δώσει σε αυτό τον άγνωστο νεαρό άντρα. Όταν έμεινε μόνος προσευχήθηκε στο Θεό να τον φωτίσει.  

2
Απόγευμα πρώτο

Η Ελάιζα ζέσταινε τα χέρια της στο τζάκι όταν εκείνος πέρασε την καμάρα του δωματίου όπου τον υποδέχτηκε. Χωρίς να τον κοιτάξει, καθισμένη στο πλάι, τον καλωσόρισε αποφεύγοντας να κρατήσει τους τύπους της καλής της αγωγής:
«Σιχαίνομαι την ψύχρα που φέρνει ο βοριάς μετά το Ινδιάνικο καλοκαίρι και σήμερα έχει αρκετή…δεν βρίσκεται πως σωστά έκανα που άναψα την φωτιά;»
Εκείνος αποσβολωμένος και αμήχανος που βρισκόταν επιτέλους κοντά της δεν απάντησε παρά άφησε μια μικρή σιωπή να παγώσει κι άλλο το κενό ανάμεσα τους. Με επιτηδευμένες κινήσεις έφερε το βλέμμα της να διασταυρωθεί με το δικό του κι από την ίδια στιγμή το ένστικτό σφράγισε την καρδιά της, αφήνοντας αχαλίνωτο τον ρομαντισμό της να ονειρευτεί, για αυτήν και για εκείνον. Αυτός ήταν εκείνος που περίμενε, ο ένας και μοναδικός.
Η Ελάιζα σηκώθηκε και πλησίασε ένα σωρό με βιβλία ακανόνιστα τοποθετημένα πάνω σε ένα άχαρο ξύλινο τραπέζι. «Θα μου κάνετε τη μεγάλη χάρη να μου διαβάσετε; Ο αγαπημένος μου κηδεμόνας μου διαβάζει πάντα τέτοια ώρα. Μου έχει λείψει πολύ να ακούω ιστορίες να ζωντανεύουν» . Έψαξε με τα μαγικά της δάχτυλα ώσπου έβγαλε από την αφάνεια με ενθουσιασμό ένα βιβλίο λεπτό και όχι τόσο φθαρμένο ώστε να μοιάζει παλιό. «Αυτό θα διαβάσουμε» του είπε συνωμοτικά.«Μου το είχε φέρει ο κηδεμόνας μου στο τελευταίο του ταξίδι όμως μου είχε απαγορεύσει αυστηρά να το διαβάσω  επειδή δεν είναι ακόμη για την ηλικία μου. Μου τόνισε πως θα έπρεπε να περιμένω μέχρι να αποφασίσει πως ήρθε η ώρα» ξαναείπε σπιρτόζικα και τοποθέτησε το βιβλίο στα χέρια του.
«Η παρθένα της Άνοιξης» διάβασε από μέσα του τον τίτλο και δίστασε.
«Εμπρός, λοιπόν» τον προέτρεψε και εκείνος παρασύρθηκε χωρίς να μπορεί καν να σκεφτεί να αντισταθεί και να την προστατεύσει από το τραγικό ανάγνωσμα.
Όση ώρα διάβαζε, τον κοιτούσε με τρόμο και στο τέλος ξέσπασε σε κλάμματα πέφτοντας στην αγκαλιά του. Εκείνος την έγειρε προς τα πίσω πάνω στα γόνατα του κι αφού της καθάρισε το πρόσωπο από τις βρεγμένες τούφες, χάιδεψε τα μάγουλά της, παραμερίζοντας τα δάκρυα της από τα ζυγωματικά του προσώπου της, όχι για να τα στεγνώσει αλλά για να τα μαζέψει στη χούφτα σαν υγρά αλμυρά διαμάντια.
Η Ελάιζα ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πάνω στο στήθος της, όλο της το κορμί ρίγησε με αναίδεια και απαίτησε να είναι αυτός ο πρώτος άντρας που θα δεχόταν, να είναι αυτός που θα την κάνει γυναίκα.
«Τα χείλη σου είναι κατακόκκινα σαν άγριο ρόδο» της είπε και η ανάσα του της έκαψε το πρόσωπο.
«Αύριο, όταν έρθεις να μου φέρεις ένα να στολίσω τα μαλλιά μου».
«Αύριο, τότε» της υποσχέθηκε και την άφησε από την αγκαλιά του.
Βγαίνοντας από το σπίτι, ένιωθε το καχύποπτο μάτι της παραμάνας να τον ακολούθει μέχρι που δεν μπορούσε να τον δει πια. Έβαλε τη χούφτα του στο στόμα. Γεύτηκε τα δάκρια της. Ίσως έπρεπε να νιώσει ντροπή για αυτό που έκανε μα ο πόθος του είχε σκεπάσει την συνείδηση του. Σε όλο το δρόμο του γυρισμού, τα χείλη της δεν βγήκαν από το μυαλό του. Ήθελε να την φιλήσει μέχρι να ματώσουν. Ήθελε να της καρφώσει άγρια ρόδα στα μαλλιά. Ήθελε να την κάνει δική του με τρόπο που να μην ξεγίνεται.
Οι ώρες της νύχτας κύλησαν βασανιστικά αργά στο στενό κελί του ναού που του είχε παραχωρηθεί για να μένει. Ο ύπνος τον είχε εγκαταλείψει. Σφυρί η λαχτάρα του, αμόνι η καρδιά του, σπίθες φωτιάς τον έκαιγαν. Λίγο πριν το ξημέρωμα, σηκώθηκε να δει από το παράθυρο τον ουρανό. Μια ιδέα φως της αυγής έφεγγε στο βάθος του ορίζοντα πίσω από το καμπαναριό της εκκλησίας. Δεν θα άντεχε πολύ αν όλο αυτό το μαρτύριο παρατεινόταν. Έπρεπε να γλιτώσει. Μόνη του παρηγοριά αυτό που είδε στα μάτια της και του φάνηκε πως μπορούσε να το πιστέψει χωρίς να κινδυνεύει να τον ξεγελάσει.
3
Απόγευμα δεύτερο

Στάθηκε μπροστά της, έτοιμος να δοκιμαστεί. Το ρόδο που κρατούσε με τόση προσμονή για να της το χαρίσει, μαράθηκε με μιας στο χέρι του μαζί με την ψυχή του που ρήμαξε από απογοήτευση μπροστά στην δύναμη της αποδοκιμαστικής ματιάς που του έριξε, θαρρείς πως ούτε κι αυτή καν η ματιά δεν του άξιζε και θα της την στερούσε. 
«Αυτό» κόμπιασε «αυτό το λουλούδι δεν είναι αυτό που σου ζήτησα, δεν είναι το ρόδο που υποσχέθηκες να μου φέρεις»
Ένιωσε πως θα λιποθυμήσει ξανά. Ο θυμός του θέριεψε. Αποφασισμένος να φύγει την ξανακοίταξε φοβούμενος πως θα είναι η τελευταία φορά που θα την δει, η τελευταία φορά που θα έκανε οτιδήποτε πάνω σε αυτή τη γη. Πριν προλάβει να περάσει ένα δευτερόλεπτο, η όψη της άλλαξε κι αντί να βλέπει την περιφρόνηση της, έβλεπε την στενοχώρια που της είχε δημιουργήσει με το να είναι λίγος. Πόσο φρικτό λάθος είχε κάνει! Πέταξε το λουλούδι στο πάτωμα και προχώρησε προς το μέρος της θέλοντας να γονατίσει εκλιπαρώντας συγχώρεση. Εκείνη οπισθοχωρούσε ώσπου τα πόδια της άγγιξαν τον καναπέ που χθες τους φιλοξένησε για να διαβάσουν. Τα γόνατα της δεν την κράτησαν. Ξάπλωσε πίσω κι εκείνος έπεσε πάνω της. Βαριά σιωπή τους σκέπασε για να τους κρύψει. Το χέρι του κατέβηκε με ένα ατελείωτο χάδι από το λαιμό μέχρι το γόνατο της που έτρεμε, σούρωσε το ύφασμα του φορέματος στην παλάμη του, φανερώνοντας το γυμνό δέρμα της που αμέσως ανατρίχιασε από το κρύο και την επιθυμία. Τα δάχτυλα του τρύπωσαν από κάτω και προχώρησαν. Δεν ήξερε αν του άρεσε που τον άφηνε. Ήθελε να την φιλήσει. Κάτι τον σταματούσε που δεν μπορούσε να ελέγξει. Η καρδιά του για πρώτη φορά δεν ακουγόταν. Η αποχή της τον ξύπνησε. Τράβηξε το χέρι του απότομα. Τώρα αναγνώρισε το πρόσωπο της. Πριν έβλεπε μόνο τα χείλη της.
«Άφησε με να σου πάρω τη θλίψη κι ότι σε πονάει» την παρακάλεσε σαν να ήταν αυτή η συγγνώμη του για όλα· για το τριαντάφυλλο που δεν της άξιζε και για όσα δεν ήταν εκεί να σταματήσει πριν δημιουργήσουν έστω και μια στάλα σκοτεινιάς στην ψυχή της.
Τα λόγια του την συγκίνησαν όμως ήταν μπερδεμένη. Δεν καταλάβαινε τίποτα κι όλα γίνονταν τόσο γρήγορα που δεν της έδιναν την ευκαιρία να ξετυλίξει την πραγματικότητα και να την ξεχωρίσει από την έξαψη της εφηβικής ιδέας που είχε χτίσει για τον έρωτα μέσα από τα βιβλία και τα τραγούδια των βάρδων με τις μεθυστικές μελωδίες.
«Άγρια ρόδα φυτρώνουν στο ποτάμι. Αν τα κόψεις με την πρώτη δροσιά της αυγής το άρωμα τους θα μείνει ζωντανό για μέρες και τη νύχτα θα γίνεται ακόμη πιο έντονο»
«Θα μου δείξεις το μέρος που φυτρώνουν τα άγρια ρόδα;»
«Αν σου δείξω, θα με ακολουθήσεις;»
Δεν κατάλαβε τι τον ρώτησε, δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Οι φράσεις που σχηματίζονταν στο μυαλό του ήταν φτιαγμένες από λόγια ακατάληπτα ώσπου μέσα από το χάος ξεπήδησε μια λέξη που έδωσε τέλος και έφερε το δειλινό:
«Αύριο»
Τη νύχτα την πέρασε κοκαλωμένος πάνω στο σκληρό του κρεβάτι, παραδομένος  στην τρέλα και στο σφυροκόπημα που ξαναγύρισε αβυσσαλέο ώσπου μέσα από μια σκιά του μυαλού του πετάχτηκε απρόσκλητος ένας δαίμονας κουβαλώντας τον αναθεματισμό. Χωρίς να το θέλει την καταράστηκε κι εκείνη και την ομορφιά της και την στιγμή που την συνάντησε. Έκλαψε με λυγμούς προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του να μετανιώσει. Ο δαίμονας του σφύριζε όλη τη νύχτα στο αυτί βλαστήμιες και βρισιές. Η καμπάνα σήμανε την αυγή. Όση ώρα ακουγόταν ο ήχος της, η Κόλαση έσβηνε. Όμως όταν σταμάτησε ήταν πάλι εκεί. Πάλεψε χωρίς να μπορέσει να τον ξεφορτωθεί. Ίσως όταν την αντίκριζε, ίσως όταν άγγιζε τα χείλη της, να τον ξόρκιζε η αθωότητα της. Η ανάμνηση της να λυγίζει κάτω από το βάρος του κορμιού του, του άλλαξε γνώμη κι έβαλε πάλι αβοήθητος τα κλάμματα.

4
Τελευταίο ξημέρωμα

Στηριγμένος πάνω στην δεξιά κολώνα που στήριζε τη μικρή στέγη πριν την είσοδο του ναού, κάπνιζε περιμένοντας το χρόνο να τον φέρει ξανά κοντά της. Σήμερα δεν είχε γυαλίσει τις μπότες του ούτε είχε φορέσει τα καλά του. Ήταν εξαντλημένος. Ένα αγόρι ανέβαινε τα σκαλοπάτια πηδώντας σαν να χορεύει στο ρυθμό μιας μουσικής που άκουγε μόνο αυτό. Σταμάτησε μπροστά του και τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω με ύφος φρούραρχου. Το πρόσωπο του ήταν πασαλειμμένο με σοκολάτα αλλά δεν έδειχνε να το νοιάζει και συνέχιζε να τρώει με βουλιμία. Δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι και μπουκωμένος του έδωσε μια διαταγή, δείχνοντας του ένα χαρτί τυλιγμένο με κίτρινη κορδέλα.
«Να το διαβάσεις αμέσως»
Όταν η επιστολή έφυγε από την κατοχή του, γύρισε την πλάτη κι έφυγε χοροπηδώντας όπως είχε έρθει. Εκείνος έλυσε την κορδέλα που του γλίστρησε από τα χέρια καθώς ξετύλιγε το χαρτί.



Μια ώρα πριν να ξημερώσει να βρίσκεσαι πίσω από την έπαυλη. Φρόντισε να μην σε δει κανείς. Τα άγρια ρόδα μας περιμένουν.
                                                                         Ελάιζα

Μια στιγμή πριν συμβεί αυτό, ήταν έτοιμος να φύγει, να δραπετεύσει από το κελί του πόθου, να ξαναβρεί το δρόμο του και να συνεχίσει να βαδίζει πάνω σε αυτόν ελεύθερος. Τώρα, δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να πάει. Τρεις αράδες ήταν ικανές να τον σύρουν στην άκρη του κόσμου και να τον σπρώξουν από την άκρη του γκρεμού. Ο ιερέας μιλούσε με ένα ηλικιωμένο φτωχό ζευγάρι που ζητούσε ελεημοσύνη. Με την άκρη του ματιού του τον παρακολουθούσε. Είδε την έκφραση του προσώπου του να αλλοιώνεται. Φουρτουνιασμένος προσπάθησε να περάσει την πόρτα του ναού ενώ ο πατέρας Γκάμπριελ παράτησε βιαστικά το καθήκον του, στάθηκε μπροστά του κι όταν είδε ότι δεν μπορεί να τον σταματήσει με την παρουσία του και μόνο, άνοιξε διάπλατα τα χέρια για να τον εμποδίσει να προχωρήσει.
«Σε κάλεσε πάλι;»
«Ναι»
«Μην πας. Θέλω να το κουβεντιάσουμε πρώτα. Το αναλογιζόμουν όλο το βράδυ και ήθελα να μοιραστώ τους ενδοιασμούς μου μαζί σου, παιδί μου. Ίσως να πράξαμε βεβιασμένα χωρίς λογική. Ο κηδεμόνας της λείπει και ποιος ξέρει πότε θα γυρίσει. Κάνει πάντα τόσο μακρινά ταξίδια. Δεν είναι σωστό να γίνονται συναντήσεις εν αγνοία του και χωρίς την άδεια του. Ας κρατήσουμε μια απόσταση.Μπορείτε να αλληλογραφείτε ή να βρίσκεστε εδώ στο ναό υπό την επίβλεψη μου, θα βρούμε λύση. Φοβάμαι, παιδί μου. Έχω ευθύνη και για τους δυο σας»
Κατάλαβε πως με κάποιο τρόπο έπρεπε να τον ξεγελάσει, να τον πείσει πως δεν συνέτρεχε καμία ανησυχία. Πάλεψε να ελέγξει την ανάγκη του να τρέξει κοντά της και να διώξει από το πρόσωπο του το καθρέφτισμα της οδύνης και το ύφος της μανίας που πρόδιδε την αρρώστια του.
«Έχετε δίκιο, πατέρα Γκάμπριελ» είπε σκύβοντας το κεφάλι.
«Το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ από χθες. Πρέπει να γίνουν όλα με τον καλύτερο τρόπο και μόνο εσείς ξέρετε ποιος είναι. Θα μου τον υποδείξετε και οφείλω να σας υπακούσω για το καλό όλων»
Ο ιερέας συγκινήθηκε από την απροσδόκητη σύνεση που παρουσίασε η συμπεριφορά του προστατευόμενου του. Αφού πρώτα του έδωσε όλες τις απαραίτητες συμβουλές, τον έβαλε να ορκιστεί στο Θεό πως δεν θα πήγαινε, βεβαιώθηκε για την υποταγή του στο ηθικά σωστό, τον αγκάλιασε και του επέτρεψε να περάσει .
Μόλις απόδρασε λαθραία από την ύστατη ελπίδα σωτηρίας, πήγε στο δωμάτιο του, μάζεψε όλα του τα πράγματα, φύλαξε το γράμμα μέσα σε ένα βιβλίο κι καταχώνιασε τον μπόγο κάτω από το κρεβάτι. Ύστερα περίμενε καθισμένος στο κρεβάτι σαν άγαλμα ενώ επέτρεψε στην Κόλαση να τον κυκλώσει δίνοντας άδεια στον δαίμονα να επιστρέψει. Οι ώρες πέρασαν πιο γρήγορα από τα προηγούμενα βράδυα. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά πάτησε την κίτρινη κορδέλα γεμίζοντας την λάσπη. Ανατρίχιασε στη θέα της. Κακός οιωνός. Βγήκε τρέχοντας στο μονοπάτι. Δεν έβλεπε την ώρα να την πλησιάσει.
Την είδε από μακριά να περπατάει πάνω κάτω μέσα στη μικρή συστάδα δέντρων που φύτρωνε. Το μέρος που είχε διαλέξει δεν ήταν πολύ ξέμακρο από την έπαυλη αλλά σε απόσταση ιδανική για να τους προσφέρει καταφύγιο. Μια τρέχοντας και μια περπατώντας γρήγορα, την έφτασε λαχανιασμένος. Του άπλωσε τα χέρια κι εκείνος διαπέρασε με ορμή το κενό που τους κρατούσε μακριά και τα άρπαξε μέσα στα δικά του. Έβαλαν και οι δύο τα γέλια. Το γέλιο τους αντήχησε καθαρό και γάργαρο σαν δροσερό νερό. Φοβήθηκαν να μην ακουστούν και σκέπασαν το στόμα τους σαν ζαβολιάρικα παιδιά.
Κρατημένοι από το χέρι, η Ελάιζα μπροστά να τον οδηγεί κι εκείνος πίσω θαμπωμένος από την ομορφιά της, πήραν το δρόμο για το ποτάμι χωρίς να πουν ούτε μια λέξη. Έτρεχαν, γελούσαν, χόρευαν, έπαιζαν, οι καρδιές του γέμιζαν ζωή, το μυαλό τους με όνειρα και ενθουσιασμό, το αίμα στις φλέβες τους ζωντάνεψε από την δροσιά της νιότης τους που μέσα σε αυτή την ασυμμάζευτη χαρά, στεφόταν βασίλισσα. Ήταν τόσο δικό τους αυτό το σκοτάδι. Μέχρι να βγει ο ήλιος, τίποτα άλλο πια δεν είχε σημασία.
Ο ήχος του ποταμού τους έβγαλε από τη μέθη. Αφουγκράστηκαν βουβοί. Το νερό που ταξίδευε τους επέβαλε τη σιωπή. Δεν μπορούσαν να το δουν ακόμη. Ήταν πίσω από τους θάμνους. Η Ελάιζα άφησε το χέρι του και χώθηκε μέσα εκεί για να βγει στην άλλη μεριά. Εκείνος κοντοστάθηκε. Φοβήθηκε. Σαστισμένος, έμεινε πίσω. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Ανάμεσα στα βλέφαρα του παγιδεύτηκε ένα κομμάτι αιωνιότητας που χάθηκε ολότελα και για πάντα. Μέχρι να ανοίξει και να κλείσει τα μάτια του κάτι είχε αλλάξει. Κάνοντας ένα βήμα για να την ακολουθήσει, ένιωσε πως άφηνε πίσω τον εαυτό του κι αυτός που προχωρούσε μπροστά για να την βρει, ήταν κάποιος άλλος. Χώθηκε μέσα στους θάμνους σαν χαμένος κι ανοίγοντας με τα χέρια του τα τελευταία κλαδιά, την είδε να λύνει τα μαλλιά της κάτω από το αμυδρό φως της αυγής. Δεν μπορούσε να δει τα χέρια της αλλά καταλάβαινε πως κινούνταν. Έβγαλε την κάπα της που σωριάστηκε στο χώμα, αφήνοντας να φανεί ένα κατάλευκο φόρεμα που άστραφτε φως. Σήκωσε τη φούστα της ψηλά, έβγαλε τα μποτίνια της και μπήκε στο νερό μέχρι το γόνατο.
«Έλα» του φώναξε χαρούμενη «τα άγρια ρόδα μας περιμένουν, δεν έχουμε καιρό.Ξημερώνει»
Περπατούσαν παράλληλα κατά μήκος της όχθης, εκείνη μέσα στο νερό, εκείνος στην ακτή. Γύριζε συνεχώς και πότε του έγνεφε, πότε του φώναζε να κάνει πιο γρήγορα. Μια την έβλεπε και μια την έχανε πίσω από τα ψηλά χόρτα και τις καλαμιές. Το φόρεμα της είχε φύγει από τους ώμους της. Πρώτη φορά παρατηρούσε πόσο μακρύ και λιγνό λαιμό είχε. «Έλα, επιτέλους. Να,εκεί είναι…τα βρήκα»
Με γυρισμένη την πλάτη και κυκλωμένη από άγριες τριανταφυλλιές, άπλωσε το χέρι της να αγγίξει τα κόκκινα ρόδα μα δεν έφτανε. Έσπρωξε τον εαυτό της πιο κοντά ώσπου τα κατάφερε να χωθεί περισσότερο ανάμεσα τους, να πνιγεί ανάμεσα στα χρώματα. Έψαξε με το βλέμμα γύρω της για να δει ποιο θα διαλέξει να κόψει και προτίμησε το διπλανό της. Δεν το έπιασε σωστά κι ένα αγκάθι της έσκισε το δέρμα. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα για να ρουφήξει το αίμα που έτρεχε. Τον αισθάνθηκε πίσω της. Γύρισε να τον δει. Ανάμεσα τους έμπαινε απαλά το πρώτο φως της μέρας φανερώνοντας τις μορφές τους. Το αίμα από την πληγή είχε βάψει το στόμα της. Του χαμογέλασε κι αφού το σκέφτηκε, άνοιξε τα χείλη της έτοιμη για να την φιλήσει.
Το χέρι του σηκώθηκε ψηλά σκοτεινιάζοντας το πρόσωπο της. Η πέτρα της ράγισε το κρανίο. Μια γραμμή με αίμα ξεχώρισε πιο κόκκινη από τα μαλλιά της κι έσταξε πάνω στο φουστάνι στο μέρος της καρδιάς. Άρχισε να πέφτει. Δεν την κράτησε. Το χαμόγελο της δεν έλεγε να σβήσει. Απλώθηκε πάνω στο νερό σαν νούφαρο. Πήρε από το χέρι της το κομμένο ρόδο, έσκυψε πάνω της και της είπε χαϊδεύοντας την στο μέτωπο: « Όλη αυτή η ομορφιά πρέπει να πεθάνει»
Έβαλε το τριαντάφυλλο στο στόμα της, το σφήνωσε ανάμεσα στα δόντια της, με τα χείλη της να το αγγίζουν ματωμένα. Το χαμόγελο της αποσύρθηκε νεκρό.  Κοιτούσε τα μάτια της μέχρι να χαθεί και η τελευταία σπίθα ζωής από μέσα τους. Έμοιαζαν να είναι το μόνο κομμάτι του εαυτού της που πολεμούσε να παραμείνει ζωντανό ενώ το σώμα της είχε παραδοθεί αμαχητί στο θάνατο. Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε, αφήνοντας τον ήλιο να ανατέλλει, σκορπίζοντας γύρω της σκιές. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω.
Η καμπάνα τον υποδέχτηκε καθώς έμπαινε στο κελί του. Φόρτωσε στην πλάτη του τον μπόγο κι έφυγε. Συνέχισε τον δρόμο του από το ίδιο μονοπάτι που βρισκόταν όταν την πρωτοείδε. Η καρδιά του δεν χτυπούσε. Ο δαίμονας είχε εγκαταλείψει το μυαλό του και καθόταν τώρα στον ώμο του να τον συντροφεύει στο ταξίδι. Ο πυρετός δεν είχε σβήσει μα είχε πάψει να τον καίει. Μια ηδονική σιωπή γεννήθηκε μέσα του και την λάτρεψε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news