Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

[ΤΡΑΒΕΡΣΟ] του Νίκου Καββαδία ~ ΠΟΙΗΣΗ



Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Ματνζουρίας  κοντά στο Χαρμπίν από Έλληνες γονείς. Όταν ήταν πολύ μικρός η οικογένεια γύρισε στην Ελλάδα. Μερικά χρόνια μείνανε στην Κεφαλονιά κι από το 1921 ως το 1924 στον Πειραιά όπου ο Νίκος Καββαδίας τελείωσε το Δημοτικό και μετά το Γυμνάσιο. Ήταν μαθητής του Δημοτικού όταν έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Το 1929 πήγε υπάλληλος σε ναυτιλιακό γραφείο και λίγους μήνες μετά μπαρκάρισε ναύτης σε φορτηγό. Για μερικά χρόνια συνέχιζε να φεύγει με τα φορτηγά και να γυρίζει πίσω ταλαιπωρημένος και αδέκαρος για να ξαναφύγει σε λίγο. Ώσπου αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος μα  είχε ήδη χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν η πιο σύντομη λύση. Το πήρε το 1939, έγινε όμως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πήγε στρατιώτης στην Αλβανία κι έμεινε ξέμπαρκος στην Αθήνα τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Ξαναμπαρκάρισε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα ως ασυρματιστής σε όλο τον κόσμο ως τον Νοέμβριο του 1974 – τρεις μήνες πριν από τον θάνατό του, από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 10 Φλεβάρη 1975.
Η «Βάρδια» το μοναδικό του μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1954. η ποιητική συλλογή «Μαραμπού» κυκλοφόρησε το 1933, το «Πούσι» το 1947 και το «Τραβερσό» το 1975. Τα μικρά πεζά Λι, Του Πολέμου και Στ’ άλογό μου εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1987. Όλα του τα έργα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Άγρα».


Αντινομία

Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού – χίλιες οργιές –
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.

Και σ’έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε και ξανεμίστηκε τ’ αλάτι.
Μα εσύ προσμένεις απ’ τον δίκαιο ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.

Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο, πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά το άσπρο χαλίκι.

Μουσώνας
Ινδικός Ωκεανός 1951

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δεν μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στην σάπια κουπαστή;
Είν’ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου’πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα’πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά και στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα’δινα – «Πάψε Σεβάχ» - για να’μουνα  παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μεις που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρώμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά

Fresco
Σίντνευ, 1955
Ο Fra Giovanni σιωπηλός οδήγαε τη γραφίδα.
Το αγγελικό σου πρόσωπο χυμένο στη σπουδή.
Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σαν νεροφίδα,
Έτριβε τ’ άγια χρώματα σε πέτρινο γουδί.

Όργανο, σε ξεχάσανε σε ποια κλειστή ροτόντα,
που δεν την ελειτούρησε λιβάνι και παπάς;
Από νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.
Όθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δεν χτυπάς.

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφή κι ένα πουγγί φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάξεις το νερό που ρέει στο καναλέτο,
γυρνάς , διώχνεις τον δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι. Αμαρτωλός σε φρέσκο του Ανωνύμου,
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
το αυτί κομμένο, κι έχασα μια νύχτα την φωνή μου
στην ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός, ωραίος όπως εσύ, porca miseria!
Το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή.
Χαϊδεύει τα δυο σου χέρια, τα ευλογημένα χέρια,
πέφτει το ράσο του, ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί.

Με το καράβι του Θησέα σ’αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ’ένα στα πόδια σου θαλασσινό κουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πώς να σε φωνάξω;
Κοστάρω κι όλο με τραβάει μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλες
σου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τα προικιά.
Μα τα’πιε ανεμορούφουλας απέξω από τις Μύλες
Και ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου, Θιακιά.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news