Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

[Εμπλοκή δακρύων] της Ειρήνης Δερμιτζάκη ~ ΔΙΗΓΗΜΑ







ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Ειρήνη Δερμιτζάκη γεννήθηκε το 1982 στη Σητεία. Σπούδασε βιομηχανικό σχέδιο και θέατρο στην Ελλάδα, και κινηματογράφο στο Λονδίνο. Γράφει σε διάφορα ιστολόγια και περιοδικά λογοτεχνίας(maga.gr, idoctv.gr, περιοδικό fresh Κ.ά.) Έχει επίσης γράψει διάφορα κείμενα για comics, θεατρικά κείμενα και σενάρια για ταινίες μικρού μήκους. Έχει κερδίσει τρία βραβεία διηγήματος. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Την άνοιξη θα ανέβει στο The Space, θέατρο του Λονδίνου, το πρώτο της θεατρικό έργο «Ορνιθοφοβία».
www.riraki.com


“Σήμερα κάποιος σκότωσε έναν συνεπιβάτη στο μετρό για να καθίσει στην θέση του. Ένας άνεργος έναν εργαζόμενο για να πάρει την θέση του στη δουλειά και κάποιος που προσπαθούσε χρόνια χωρίς αποτέλεσμα να κλάψει, σκότωσε τον εαυτό του για να βρει την θέση του στον κόσμο.”

Κάθε φορά που διαβάζω το προσχέδιο της αυριανής εφημερίδας στο μετρό μου έρχεται στο μυαλό η εισαγωγή από το πρώτο μου άρθρο. Τότε που μόλις είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο και έκανα την πρακτική μου στην εφημερίδα που δουλεύω ακόμα και σήμερα. Πάντα το θυμάμαι κι ας μη δημοσιεύτηκε ποτέ. Δεν άρεσε στον αρχισυντάκτη, το είχε βρει πολύ συναισθηματικό. Υπολόγισα γρήγορα τη διαφορά. Πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια. Το μισό, του μισού ενός ολόκληρου αιώνα από την τελευταία φορά που κάποιος δάκρυσε.
Οι επιστήμονες είχαν κάνει εκατοντάδες αποτυχημένα πειράματα για την επαναφορά των δακρύων σε ζώα, κυρίως σε κροκόδειλους, και ανθρώπους. Τις περισσότερες φορές υπήρξαν παραμορφώσεις στους βολβούς και στα βλέφαρα. Θυμάμαι σχεδόν όλους τους τίτλους στα πρωτοσέλιδα που προμήνυαν θαυματουργές θεραπείες με αμπούλες δακρύων, ακτινοβολίες λέιζερ, εκχυλίσματα κρεμμυδιού και ένα σωρό άλλα γιατροσόφια που δεν διευκόλυναν κανένα δακρυϊκό αδένα να απαντήσει σε συγκινησιακές καταστάσεις. Υπήρξε μάλιστα, όταν πρωτοεμφανίστηκε η ασθένεια, έξαρση των μέντιουμ και των κομπογιαννίτικων γιατρών που οι πρώτοι προέβλεπαν πότε και γιατί θα κλάψεις και οι δεύτεροι πλάσαραν υποσχόμενα μαντζούνια για την απόφραξη των δακρυϊκών αδένων. Φευ. Οι άνθρωποι περιέφεραν τα κουρασμένα σώματα τους απ’ το σπίτι στη δουλειά και τούμπαλιν με μάτια στεγνά και παγωμένα.
Παρ’ όλο που δεν υπήρξε ποτέ επίσημη ανακοίνωση για την πρωτοφανή «εμπλοκή δακρύων» , οι περισσότεροι επιστήμονες θεωρούσαν υπαίτιους όλους εκείνους τους απίθανους μικροοργανισμούς που διαχέονται στην ατμόσφαιρα. Εκείνοι μπλόκαραν τα δακρυϊκά σημεία και φυλάκιζαν τα δάκρυα στους δακρυϊκούς ασκούς. Η περίσσεια των δακρύων έφθανε στη μύτη μέσω της φυσιολογικής αποχετευτικής οδού με συνέπεια την ανυπόφορη καταρροή της. Έτσι έβλεπες τους ανθρώπους ανίκανους να κλάψουν, σκουπίζοντας συνεχώς τις μύτες τους με κινήσεις σχεδόν σπασμωδικές.
«Εμπλοκή δακρύων». Ξέρετε ποιος την ονόμασε έτσι αυτήν τη ασθένεια; Εγώ είμαι ο νονός της. Χρησιμοποίησα αυτόν τον όρο σαν τίτλο όταν κάποτε έγραψα ένα άρθρο για την αδυναμία μου να κλάψω στην κηδεία του πατέρα μου, εστίασα στα ανέκφραστα συναισθήματα και γενίκευσα γράφοντας για τις νέες φουρνιές μωρών που γεννιούνται στεγνά, ανίκανα πλέον να κλάψουν σαν βγουν από την κοιλιά της μάνας τους. Από την μέρα της δημοσίευσης του άρθρου, διάφοροι συνάδελφοι, κάποιοι αναγνώστες και στο τέλος γιατροί κι άλλοι επιστήμονες υιοθέτησαν τον τίτλο κι άρχισαν να τον χρησιμοποιούν σαν επιστημονική ορολογία.
...Ακόμα στο τρένο. Κρατιέμαι αναγκαστικά από την κοκάλινη χειρολαβή. Η ορμή του θέτει το σώμα μου σε μια άρρυθμη ταλάντωση. Οι συνεπιβάτες γύρω μου ένα ασφυκτικό τοίχος προστασίας. Τους γνωρίζω κι ας μην έχω παρατηρήσει ποτέ τα πρόσωπα τους. Χρόνια τώρα μοιραζόμαστε το ίδιο βαγόνι και την ίδια διαδρομή.
Έκλεισα δώδεκα ώρες στο γραφείο σήμερα. Τα ίδια και χθες και πέρσι. Τα γόνατα μου τρέμουν από την κούραση. Προσπαθώ όμως να πείσω τον εαυτό μου πως δεν έχω κουραστεί και πως φταίει το ότι παρέλειψα το μεσημεριανό μου γεύμα. Τα καταφέρνω να με ξεγελάσω.
Οι πόρτες ανοίγουν πάλι. Δεκάδες εργαζόμενοι προσπαθούν να εισέλθουν στο βαγόνι. Μετακινούμε από χειρολαβή σε χειρολαβή. Ο αέρας λιγοστεύει. Προσπαθώ να βολευτώ στον ελάχιστο διαθέσιμο χώρο. Ο οδηγός ανακοινώνει την επόμενη στάση. Οι τελευταίοι επιβάτες χαμογελούν γιατί κατάφεραν να μπουν στο τρένο Κοιτώ την αντίστροφη μέτρηση των δευτερολέπτων στη μικρή οθόνη πάνω από τις πόρτες, που σε προειδοποιεί για το κλείσιμο τους και το μυαλό μου ταξιδεύει χρόνια πριν στην ημέρα που άρχισαν όλα. Ο αρχισυντάκτης μπήκε τρέχοντας στο γραφείο μου χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.
«Έγινε ατύχημα στην Ζιμάτα, σου έκλεισα εισιτήριο, πετάς στις δύο και μισή.»
Μετά από είκοσι δύο ώρες βρισκόμουν στην πόλη της Ζιμάτα, είκοσι χιλιόμετρα μακριά από το πυρηνικό σταθμό. Έμεινα μια βδομάδα εκεί για το ρεπορτάζ. Παρ’ όλη την φρίκη που αντίκρισα δεν κατάφερα στιγμή να δακρύσω. Στην αρχή νόμιζα πως ο ενθουσιασμός μου για την πρώτη μου σημαντική αποστολή δεν άφηνε περιθώρια για συναισθηματισμούς. Στον έλεγχο του αεροδρομίου κι ενόσω κάποιος αστυνομικός με σκάναρε για να δει αν έχω εκτεθεί σε ραδιενέργεια, διαπύστωσα πως ήθελα τόσο πολύ να κλάψω για όλους εκείνους που έμεναν πίσω αλλά τα μάτια μου λες και είχαν ψυχθεί όπως ο πυρηνικός αντιδραστήρας. 
Μέρες μετά αναλύσεις και στατιστικές αποδείκνυαν πως  η πρωτοφανής στα χρονικά έκλυση ιωδίου, καϊσίου και ραδιενέργειας άλλαξαν δραστικά τα ποσοστά υγρασίας στην ατμόσφαιρα, κι η αλλαγή του κλίματος σε συνδυασμό με τη μόλυνση μπλόκαραν οριστικά την ουσιαστική έξοδο των δακρύων. Κάποιοι βέβαια θεωρούσαν περισσότερο υπαίτια την τεχνολογία και κυρίως την υπερβολική χρήση ψηφιακών οθονών. Εκείνοι χρησιμοποιούσαν διαφορετική ορολογία και είχαν ονομάσει την ασθένεια ως «πιξελίαση» εμπνευσμένοι από τα πίξελ της οθόνης. Υπήρχαν βέβαια και οι πιο συντηρητικοί που υποστήριζαν πως η εμπλοκή οφείλετε σε συνδυασμό όλων των παραπάνω κι άλλοι πιο ακραίοι που έλεγαν πως ήταν φυσική εξέλιξη της συναισθηματικής έκφρασης. Παρ’ όλο που είχα ζήσει από κοντά το ατύχημα, η γνώμη αυτή, αν και αντίθετη με τις απόψεις της εφημερίδας για την οποία εργαζόμουν, με έβρισκε περισσότερο σύμφωνο.
Ένα χρόνο μετά το πυρηνικό ατύχημα στη Ζιμάτα, έγραψα ένα επετειακό άρθρο, για το οποίο κινδύνευσα να χάσω την θέση μου. Ανέπτυσσα μια θεωρία για τον κύκλο που κάνει η ιστορία και συνεπώς η φύση, και διαπίστωνα πως η ανθρωπότητα είχε περάσει πια σε μια νέα εποχή παγετώνων. Μόνο που αυτός ο πάγος ήταν συναισθηματικός.
...Σε εφτά στάσεις κατεβαίνω. Συνήθισα την ώρα αιχμής όμως ο καύσωνας κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα. Το κουστούμι με πνίγει μα πρέπει να το φοράω όπως κάνουν  όλοι. Προσπαθώ με κόπο να ξεφυλλίσω την αυριανή εφημερίδα. Οικονομική κρίση στο εξώφυλλο, βιασμοί, ληστείες, χημικός πόλεμος στο σαλόνι, καρδιακό επεισόδιο ολυμπιονίκη στα αθλητικά. Δεν δημοσιεύουμε πια ευχάριστα νέα λόγω έλλειψης χώρου. Έτσι αντί να αυξήσουμε τα φύλλα στην εφημερίδα αποφασίσαμε απλά να κόψουμε τις ευχάριστες ειδήσεις. 
Όλα δείχνουν εντάξει για το αυριανό φύλλο. Το άρθρο μου για την δολοφονία των παιδιών στην οικολογική κατασκήνωση εντελώς βαρετό, σαν τηλεγράφημα. Φυλάω την εφημερίδα στην εξωτερική τσέπη του χαρτοφύλακα μου. Κοιτώ το παράθυρο του τρένου. Το τζάμι μοιάζει με βιτρίνα που παρουσιάζει παραμορφωμένους ανθρώπους. Έχει πράγματι τόσο αλλοιωθεί η εικόνα μου ή φταίει το φαινόμενο της διάθλασης;  Στρέφω το βλέμμα στα παπούτσια μου. Μου είναι πιο ευχάριστο να κοιτώ το καλογυαλισμένο δέρμα τους παρά το γερασμένο δικό μου.
Δεν θέλω συνειδητοποιήσω πως μεγάλωσα και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως μάλλον μου φαίνεται πως έχω γεράσει. Είχα βραβευτεί κάποτε για το πρόσωπο μου. Ο διαγωνισμός είχε διεξαχθεί ανάμεσα σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας. Ήμουν ο μοναδικός διαγωνιζόμενος με ολοκληρωτική  απουσία έκφρασης συναισθημάτων. Έπρεπε να αποδείξω πως μπορώ να μείνω πιστός σε αυτή την διάκριση. Να δουν όλοι στο δέρμα μου την παντελή έλλειψη σημαδιών και ρυτίδων. Δεν έχω γεράσει όχι, σίγουρα φταίει η αντανάκλαση. Κανείς δεν γερνάει πια. Πώς θα μπορούσαν να γερνούν άνθρωποι χωρίς συναισθήματα;
Ανασήκωνω διστακτικά το βλέμμα. Φοβάμαι να αντικρίσω τους συνεπιβάτες στο μετρό. Αν με καταλάβουν; Αν δουν πόσο μόνος νιώθω ή ακόμα χειρότερα, αν ανακαλύψουν το μυστικό μου; Τι θα μου κάνουν; Θα μπορώ να ζω όπως πρίν ή θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου σαν πειραματόζωο; Διώχνω βιαστικά τις σκέψεις από το μυαλό μου και προσπαθώ να με πείσω πως είμαι σαν όλους τους άλλους! Ναι, τους μοιάζω και μου μοιάζουν. Είμαστε όλοι ίδιοι σαν αδέρφια! Η ομοιότητα αυτή με κάνει να νιώθω ασφαλής. Με το ίδιο καλοσιδερωμένο κουστούμι, τα χειροποίητα μανικετόκουμπα και τον δερμάτινο χαρτοφύλακα που δεν είναι πια γεμάτος με έγγραφα αλλά με απραγματοποίητες επιθυμίες. Βλέπεις το φερμουάρ του έτοιμο να εκραγεί σκορπίζοντας τριγύρω χιλιάδες θραύσματα ονείρων.
Ο τρόπος σκέψης μου δε με βοηθάει. Συνεχίζω να ανασαίνω βαθεία για να με καθησυχάσω. Τίποτα κακό δε συμβαίνει. Είναι μια συνηθισμένη μέρα, ίδια όπως χθες, όπως δέκα χρόνια πριν. Φοράω τα ίδια ρούχα, επιστρέφω από την ίδια δουλειά, κάνω την ίδια διαδρομή, με το ίδιο τρένο και τους ίδιους συνεπιβάτες. Μου πήρε χρόνια να μπω σε αυτόν τον ρυθμό και τώρα δεν πρέπει τίποτα και κανένας να τον διαταράξει. Καμιά σκέψη και προπάντων κανένα συναίσθημα. Είναι ο ρυθμός που είχαμε στο σπίτι μας, ο ρυθμός των γονιών μου, εκείνος που μου έμαθαν στο σχολείο. Όλα είναι τέλεια οργανωμένα. Όλα.
Χαλαρώνω ελάχιστα τη γραβάτα. Δεν πρέπει να δείχνω ατημέλητος. Προσπαθώ να χαμογελάσω αλλά μου είναι αδύνατο. Τι είναι πάλι κι αυτό; Δεν είναι δυνατόν να χάνω τον αυτοέλεγχο μου. Τολμώ να ξανακοιτάξω στο τζάμι. Με τα δάκτυλα προσπαθώ να σπρώξω τις άκρες των χειλιών μου προς τα πάνω εκβιάζοντας το χαμόγελο. Σαν αφήνω το δέρμα μου, τα χείλια μου κρεμάν πιο κάτω από όσο ήταν πριν. Νιώθω πάλι πως μεγαλώνω. Το δέρμα στο πρόσωπο μου ξηρό και οι τρίχες από τα γένια μου ασυνήθιστα σκληρές. Γυρνάω το κεφάλι με αποστροφή και το βλέμμα μου προσγειώνεται στην ταπετσαρία του καθίσματος. Προσπαθώ να υπολογίσω  πόσα διακοσμητικά τετραγωνάκια είναι γκρι και πόσα κίτρινου χρώματος, το σακάκι όμως ενός από τους επιβάτες εμποδίζει την καταμέτρηση. Τι παράξενο ύφασμα! Κανείς δεν φοράει κάτι τέτοιο εδώ και πολλά χρόνια. Πόσο καιρό έχω να δω αυτό το φτηνό υλικό; Τζιν; Έτσι δεν το έλεγαν; Πού να το βρήκε; Σε παλαιοπωλείο; Ποιος είναι αυτός τέλος πάντων και γιατί δεν είναι ντυμένος όπως εμείς οι άλλοι; Και το δέρμα του; Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η σκούρα απόχρωση.
Δεν τον είχα προσέξει πιο πριν. Πώς είναι δυνατόν να μην υποπέσει στην αντίληψη μου; Όχι σίγουρα δεν είναι τουρίστας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως είναι ένας μετανάστης. Πώς τον άφησαν να κυκλοφορεί ελεύθερος και από ποια χώρα να έρχεται άραγε; Σκέφτομαι πως, αν και τολμηρό, θα είχε ενδιαφέρον να του ζητούσα να μου δώσει συνέντευξη. Ο αρχισυντάκτης μου αποκλείεται να την ενέκρινε μα θα  μπορούσα να τη δημοσιεύσω ανώνυμα στον ίντερνετ. Ξαφνικά μου χαμογελάει και το θράσος του με ξαφνιάζει. Μετανάστης και να χαμογελάει; Αυτό κι αν είναι προκλητικό!
Με κοιτάει πολύ έντονα. Έχει κάτι αλλόκοτο το βλέμμα του. Κάτι από άλλη εποχή. Θα μπορούσες να πεις πως δεν είναι παγωμένο! Νιώθω τα μάτια του να με εξερευνούν κι αυτό με κάνει να αισθάνομαι πολύ άβολα, λες και είναι γιατρός που ψάχνει πάνω μου να βρει συμπτώματα μιας σπάνιας ασθένειας. Τα χέρια μου τρέμουν, κι εγώ σαν σφαχτό κρέας, αντί από το τσιγκέλι κρέμομαι τη χειρολαβή. Όσο με κοιτάει τόσο πιο γερασμένος νιώθω, λες και το κοίταγμα του με αποδυναμώνει. Μου χαμογελάει ξανά. Ανατριχιάζω. Μου κάνει νόημα, προσποιούμαι ότι τον αγνοώ παρατηρώντας τις διαφημίσεις μέσα στο βαγόνι. Επιμένει. Πατάει γερά στα πόδια του και σηκώνεται. Με πλησιάζει.
Λες να ξέρει για μένα; Λες να ξέρει το μυστικό μου; Στην ιδέα και μόνο νιώθω ένα κάψιμο στα μάτια μου σαν οξύ. Φοβάμαι. Η φωνή του παγώνει το αίμα μου. «Σας παρακαλώ.», λέει και δείχνει την άδεια θέση που άφηνει πίσω του. Αρνούμαι ευγενικά. «Εγώ δεν είμαι τόσο κουρασμένος όσο εσείς.», λέει χαμογελώντας. Σφίγγω τα χείλη. Γλιστράει το χέρι μου από την χειρολαβή. Περπατώ με σκυμμένο το κεφάλι, το «ευχαριστώ» βγαίνει λογοκριμένο από το στόμα μου. Έχω βασανιστικά φάει όλα τα φωνήεντα. Χαμογελάει ξανά. Το μαύρο δέρμα φωτίζει τα έτσι κι αλλιώς κατάλευκα δόντια του.
Κάθομαι απότομα στο κάθισμα λες και ξαφνικά έχει αλλάξει το κέντρο βάρος μου. Γέρνω το κεφάλι προς τα πίσω να ακουμπήσει στο παράθυρο ανήμπορος να συγκρατήσω άλλο το βάρος του. Σκέφτομαι. Πάλι, πάλι κάνω αυτό που δεν πρέπει. Ακολουθώ το λάθος τρόπο σκέψης. Αποκλίνω. Πού πάω; Ποιος είμαι; Πότε ακριβώς σταμάτησα να θυμάμαι ποιος είμαι; Πότε να ονειρεύομαι; Πότε το μυαλό μου γέμισε μόνο με άρθρα; Πόσες ιστορίες κατέγραψα αφού δεν μπόρεσα να μοιραστώ με κανέναν τη δική μου;
Αναπνέω με δυσκολία, το οξυγόνο δυσεύρετο μέσα στο βαγόνι. Η εισπνοή βασανιστική. Οι πνεύμονες σαν να αντιστέκονται στο καινούριο οξυγόνο. Στην εκπνοή το διοξείδιο του άνθρακα λες και πυρπολεί τις κόρες των ματιών μου. Και τότε γίνεται κάτι που όλοι ήλπιζαν μα κανένας δεν πίστευε πως θα συμβεί. Κάτι που  πειράματα, εφευρέσεις, προσευχές, τάματα και νηστείες δεν είχαν επιφέρει.  Κάτι που μου συμβαίνει καιρό μα δεν τόλμησα σε κανέναν να ομολογήσω. Ένα δάκρυ καταφέρνει να ξεφύγει στο μάγουλο μου... Νιώθω τον πόνο της διαστολής της δακρυϊκής εξόδου και απλά άφηνω τον εαυτό μου να κλάψει, παραδεχόμενος την ήττα μου να συγκρατήσω άλλο το μυστικό μου.
Οι καθήμενοι επιβάτες σηκώνονται έκπληκτοι  μπροστά στο μεγαλείο αυτής της γέννας. Οι όρθιοι βγάζουν τα ακουστικά από τα αυτιά τους, βάζουν τα κινητά στις τσέπες τους και το τρένο σταματάει στα μισά της διαδρομής. Όλοι οι επιβάτες αφήνουν τους χαρτοφύλακες τους, πιάνονται χέρι με χέρι και με σκυμμένο το κεφάλι τηρούν σιγή ιχθύος για όση ώρα διαρκεί το κλάμα μου. Ενός λεπτού σιγή...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news