Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

[Γεύσεις Ροδόπης] του Ματθαίου Ματθαιάδη ~ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ



Τώρα νοιώθω στο σπίτι μου.

Βουνά τριγύρω
και κορυφές ορθώνονται , ψηλά,
άγρια δάση
θροίζουν νερά κρυστάλλινα, 
aφρισμένα, βουίζουν
εδώ παντού κοχλάζει η ζωή.
Τρυφερή μάνα
γλυκά με νανουρίζει η φύση mε τραγούδια,
κρατώντας με, με αγάπη επάνω στην καρδιά της.


Τώρα νοιώθω στο σπίτι μου. Η κορυφή του Ελένιν

τρυπά τον μπλέ ουρανό και με καλεί κοντά της
το Μπριστεμπόρ , με τα έλατα και τα γιγάντια
πεύκα του , νέα μου δίνει ζωή και προς τον Νότο
τεράστια η Τσάρεφ Βρίχ , τη φαλακρή κορφή της
και την ανάμνηση του τσάρου ψηλά ορθώνει …

Ivan Vazov
(Στο μοναστήρι της Ρίλας – απόσπασμα )


Λόγια από έναν Βούλγαρο ποιητή για τα βουνά του που τρύπωσαν για τα καλά στο σκουριασμένο φυλλοκάρδι , σ’ αυτό το διψασμένο για ταξίδι κορμί.
Λόγια που σάλεψαν με μιας την αργοκίνητη άμαξα του νου να ξεκολλήσει απ την λιωμένη άσφαλτο της πόλης .
Γιατί αν δεν φύγεις πρώτα νοητά ταξίδι δεν βγαίνει

«Ο Τζουλιος Βερν δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι κι έγραψε ένα από τα πιο όμορφα λογοτεχνικά έργα , το “Μιχαήλ Στρογκόφ” , που για έναν περίεργο λόγο με φέρνει συνειρμικά στο μοσχαράκι στρογκανόφ , αλλά , δεν έχει καμία σημασία η γεύση που σου έρχεται όσο η επιθυμία που γεννιέται μέσα σου . 

Γιατί, για επιθυμία πρόκειται όταν ακολουθείς τα βήματα του στα Ουράλια, στις στέπες του Αικτέρινμπουρκ και γεύεσαι νερό από την Βαϊκάλη τον βαθύτερο ταμιευτήρα γλυκού νερού στον κόσμο .
Επιθυμία ίσως ανεκπλήρωτη στον χρόνο που διασχίζει έντεκα ζώνες και χίλιες ζωές. Κάπου ξεκουράζεις το όνειρο και ζωγραφίζεις μικρότερα βήματα . Μέχρι όπου φτάνουν τα πόδια σου έλεγαν οι παλιοί. Τα πόδια μου φτάνουν από την μια στεριά στην άλλη , απ το Ιόνιο στην Μαύρη θάλασσα στο πέταγμα του Φρίξου, απ το Αιγαίο στην Κασπία να με φλερτάρουν τα μάτια του οξύρρυγχου, από την Λισσαβόνα στο Βλαδιβοστόκ για μία κούπα Ανατολής.


Μεγάλος ο κόσμος κι όλα ένα βήμα μέσα στην ζωγραφιά μου . Είκοσι χώρες στο χρέος μου, δώδεκα χιλιάδες χιλιόμετρα σκορπίζουν την μοναξιά μου και μια Πόλη να διαλέξεις να με βρείς…» ( Έτσι έλεγα τον χειμώνα που πέρασε ).
 Κάπως έτσι φτάνεις να αναρωτιέσαι, πώς έφτασα εδώ πάνω, πώς φτιάχτηκε αυτή ομορφιά μέσα σε τόσα σύννεφα;
Εύκολο είναι, παίρνεις «λάθος» δρόμο, αναιρείς τον προορισμό και αντί για ανατολή κοιτάς τον βορά στον χάρτη.
Ο νέος συνοριακός σταθμός της Κομοτηνής (Νυμφαίας – Μακάζα) βρίσκεται 22 χιλιόμετρα βόρεια της Κομοτηνής και το Κίρτζαλι 78 χιλιόμετρα και δεδομένης της κούρασης της σχετικά προχωρημένης ώρας (περίπου 7:30) και τα 300+χλμ μέχρι Ανδριανούπολη (Endrine) που σκεφτόμουν να πάω ήταν μια καλή λύση μη θέλοντας να διανυκτερεύσω εντός συνόρων.
Στοίχημα με τον εαυτό μου να σπάσω την χιλιάρα που δεν το κατάφερα , αν και πάλι δεν θα γινότανε μιας και η Ανδριανούπολη είναι 980 χλμ.
Λίγο η ζέστη του Σαββάτου λίγο η μεγάλη αποχή από βόλτες , κάτι  παραπανίσια κιλά, αιμορροΐδες και κακός υπολογισμός στάσεων (γεράσαμε θρασύβουλααα) αλλά και το φάγωμα του πίσω ελαστικού από τις ευθείες της εθνικής με φρίκαραν , όπως και το να με πιάσει νύχτα στην Τουρκία και να μην δω την μεγάλη γέφυρα .
Δεν βαριέσαι, αύριο λέω , θα γυρίσω από εκεί και ίσως να είναι και καλύτερα.

Από την Κομοτηνή μέχρι την διασταύρωση περίπου για Τυχηρό είναι «σταύρωση», άθλιος δρόμος και με ταμπέλες που πιο μικρές δεν γίνονται, το καλύτερο για να μην χαθείς είναι να ακολουθείς τους Βούλγαρους ειδικά αν πετύχεις καμιά Βουλγάρα καλλονή με ηχεία που σπάνε σε ροκ ρυθμό την αθλιότητα τόσο της μοναξιάς σου όσο και του δρόμο.
Μέχρι που φτάνεις στο φυλάκιο και βλέπεις απλά δυο φύλακες να κοιτάνε. Διαβατήριο ή ταυτότητα.
- Πράσινη κάρτα , δίπλωμα , άδεια,  κάτι ; θέλεις ;
- Όχι μωρέ πέρνα
- … ; ; ;
-Βενζινάδικο έχει κοντά ;
- Σε 14 χλμ
- Ευρώ παίρνουν ;
- Ναι ρε φύγε
- Βινιέτα ;
- Φύγεεεεε
Οκ δρόμο


Η μαύρη ράχη του ανίερου αυτού σκουληκιού με παρασέρνει να γλυστρώ επάνω του τις σκέψεις μου ενώ καταστρατηγώ τους κανόνες έναν-έναν και ρουφάω αχόρταγα τον πρώτο άνεμο τις πρώτες μυρωδιές της άλλης πλευράς .
Η κούραση έχει εξαφανιστεί με την επίδειξη του Διαβατηρίου,  λες και κρυβότανε μέσα στα χάρτινα φύλλα του.
Έχω ήδη διανύσει τα πρώτα δέκα χιλιόμετρα και ούτε βενζινάδικο αλλά ούτε χωριό έχω δει .
Το σκουλήκι γίνεται φίδι κι αρχίζει να με δαγκώνει με την αμφισβήτηση στα πύρινα μάτια του  γατί δεν έβαλα στο Ελληνικό αφού ξέρω πως η γεροπαράξενη Αφρικα με τα βουλιαγμένα μάγουλα κάνει ότι γουστάρει.
Ίσως έχω την μοναδική 18λιτρη , σε χωρητικότητα Αφρικα και δεν έχω ούτε μια φορά διασταυρώσει πόσο καιει. Κάθε φορά είναι διαφορετικά, πέρσι είχα δει μέχρι και 270χλμ μέχρι να ζητήσει ρεζέρβα, φέτος μου ζήτησε και πριν τα 200 .
Άβυσσος οι βουλές του καρμπυρατέρ και του βουλιαγμένου ντεπόζιτου .
Μετά από πέντε χλμ περνάω ένα χωριό (αι ντον ρημεμπερ δε νεημ ) όπου στο έβγα του βλέπω μια μεγάλη επιγραφή απέναντί μου ΒΕΝΖΙΝΑ .
Και πώς πάνε απέναντι ρε μεγάλε ; που έχει έναν τοίχο μπροστά και το ο θεός να το κάνει πρατήριο είναι σαν υπόλοιπο βομβαρδισμού ;
Κάπου θα έχει παρακάτω κι... έφυγα.

Η αγωνία μου για καύσιμο με έκανε να χάνω την ψυχραιμία μου και να έχω τα πρώτα δείγματα πανικού και καθόλου καθαρό μυαλό, έτσι βλέποντας στο βάθος του δρόμου δυο κορασίδες ομορφοντυμένες και χοροπηδούσες στην άσφαλτο έσπευσα να τις συναντήσω με αναπτερωμένο ηθικό.
Μέχρι να φτάσω έρχεται Lada λευκό τυλιγμένο στον καπνό σαν θηρίο της αποκάλυψης και σταματά μπροστά τους , εγώ έχω ήδη μπει στο αντίθετο ρεύμα και κινούμε στην πρασιά και σε πορεία σύγκρουσης .
Τα Κοράσια μπαίνουν στο θηρίο και βγαίνουν από αυτό δυο τεράστιου μεγέθους μπαρμπάδες , μέχρι να συνειδητοποιήσω τι έβλεπα είχα ξεχάσει την βενζίνη και με ένοιωθα ξαπλωμένο σε παρακείμενο χαντάκι με την Αφρικα να καγχάζει από πάνω μου για την βλακεία που είχα κάνει .
Οι άνθρωποι στην ουσία αν και κάπως καχύποπτοι στην αρχή προσπάθησαν να με κατευθύνουν προς την όαση του καυσίμου
κι αφού δεν καταλάβαινα γρι Βουλγάρικα ούτε κι αυτοί τα άθλια αγγλικά μου έκαναν νόημα να ακολουθήσω.
[B][U]Σημ:[/U][/B] [I]Κάπου οπού δεν θυμάμαι είχα διαβάσει πως δεν πρέπει να είμαστε τόσο δεκτικοί στα καλέσματα ντόπιων για εξυπηρέτηση  [/I], μπούρδες .
Μέσα από κάτι περίεργους στενούς και όμορφα δαιδαλώδεις δρόμους με πήγαν σε ένα χωριό μου δείξανε το βενζινάδικο και χάθηκαν στο ηλιοβασίλεμα που είχε αρχίσει να σκαρώνει τα χρώματα του στον ορίζοντα .
Μόνο που το Βενζινάδικο δεν δεχόταν ευρώ ούτε κάρτα και για συνάλλαγμα έπρεπε να πάω αλλού .
Που αλλού ;
πόσο είναι αυτό αλλού ρε φίλε;
-καμιά δεκαριά χιλιόμετρα
- (δέκα να είναι οι ώρες σου ) Βενζινάδικο έχει εκεί ;
- έχει
- Byyyeeeee

Άλλα δέκα χιλιόμετρα αγωνίας χαμένος μέσα σε δασικούς ασφάλτινους δρόμους χαμένους από τον χρόνο και ξεχασμένους από τον θεό, Μιναρέδες και δέντρα έβλεπα μόνο, ο πανικός συντροφιά με τις βαριές σκιές του δειλινού που κάπου πίσω από τον δέντρινο τοίχο έβαφε τον κόσμο έχουν κάνει φωλιά μέσα μου και με ιδρώνουν. Κανείς δεν μου δίνει σημασία από τους ανθρώπους που συναντώ στον δρόμο, περνάω αόρατος δίπλα τους με τον ήχο μόνο του φόβου μου.

Το οδόμετρο γράφει 9800 μέτρα βενζινάδικο πουθενά , χωριό πουθενά η παράξενη βρήκε ώρα να βήξει 

κι έμενα μου κόβονται τα πόδια .
Πόση ρεζέρβα έχω ;
Την ώρα που σκύβω και γυρίζω διακόπτη μπαίνω σε χωριό , εδώ είμαι λεω , πλατεία (περίπου) ένα πλάτεμα του δρόμου στην ουσία δυο καφενέδες μια ural ! ! ! έξω από το ένα , τύπος ψημένος , με μαλλί και μούσια και δυο μπαρμπάδια τα κουτσοπίνουν . Σταματάω , έρχονται , ρωτάω , βενζινάδικο ρε παιδιά , γρί .
Δείχνω ντεπόζιτο , κάτι μου λένε στα Βουλγάρικα δεν καταλαβαίνω τίποτα .
Γκούρτσια ; μου λέει ο ένας μπάρμπας
Ντα , λέω
και μ αρχίζει πάλι τα Βουλγάρικα
Με τα πολλά μου δείχνουν με τα δάχτυλα τέσσερα ακόμη χιλιόμετρα οπό εκεί .
Ευχαριστώωω.

Το από εκεί είναι μια σχετικότητα σαν την θεωρεία του Αϊνστάιν , όλα από εκεί ξεκινούν κι όλα εκεί καταλήγουν και το από εκεί με τα 4χλμ δεν έχουν καμιά αντιστοιχία στον πανικόβλητο χωροχρόνο που διανύω .
Το κάθε μέτρο μου φαίνεται απόσταση από εδώ μέχρι άκρη της γής κι όλα αυτά, εδώ δίπλα , στην γειτονιά μας , δεν είμαι ούτε στην Αρμενία ούτε στο Καζακστάν ούτε στην αχανή στέπα της Ρωσίας .
Στέκομαι σε μια διασταύρωση με τους χάρτες απλωμένους τα μάτια μου στάζουν φόβο και ιδρώτα. Κανείς δεν σταματάει , όλοι προσπερνούν και χάνονται είτε δεξιά είτε ευθεία . Το μηχάνημα του διαβόλου (gps) μου δείχνει τα Ελληνικά όρη.
Φοβάμαι όλο και πιο πολύ , κάνω δύο τσιγάρα απανωτά και θυμάμαι τον ποιητή Nikola Fournadjiev
Χτες βγήκε πελώριο το φεγγάρι
σα γουρούνα βαριά είχε πέσει η νύχτα
Κράτα μας ζωντανούς ακόμη , Θεέ μου ,
και δώσε μας ψωμί , δώσε μας μια στέγη .


Ο φόβος είναι με έχει πάρει αγκαλιά και νανουρίζει γλυκά την ψυχραιμία μου , ο εγωισμός και ο πανικός που δεν έβγαλα άκρη μέχρι τώρα με τα λιγοστά μου αγγλικά δεν με αφήνουν να σταματήσω ένα αυτοκίνητο και να ρωτήσω που θα ήταν το πιο εύλογο . 

Άλλο ένα τσιγάρο και αφήνω την τύχη να δουλέψει, θα πάω ευθεία . 
Και ναι σε 500μέτρα μεγάλος δρόμος και δεξιά ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΟΟΟΟΟΟΟ που δέχεται ευρώ . Εκείνη την ώρα νόμιζα ότι έκανα τον πιο μεγάλο άθλο της ζωής μου . 
Η γριά παράξενη πήρε τα πάνω της κι εγώ έψαχνα να βρω ξανά τον δρόμο για Kardzali και να προλάβω πριν νυχτώσει

Έφτανα, το μύριζα, το ένοιωθα, σαν άξιος μάστορας γεφύρωνα τις αποστάσεις πάνω από τα ιδρωμένα μου μάτι.
Βράδιαζε γλυκά κάτω από τις καμάρες κι εγώ σκεφτόμουν ήδη μια κάμαρη και μια παγωμένη μπύρα σαν τα νερά του ποταμού που διχάζεται ανάμεσα στις πλίνθινες θεμελιώσεις.
Το Kardzali αρχίσει να φοράει τα βραδινά του , θέλω να εισχωρήσω στις τσέπες του κάτω από τις φόδρες του μέσα σε κάθε ίνα του ενδύματος του, θέλω να το δω γυμνό στο ανίερο φως του φεγγαριού .
Ακολουθώ τον μεγάλο δρόμο, στ΄ αριστερά μου χλευάζουν οι μεγάλες ταμπέλες των βενζινάδικων , ψάχνω με το βλέμμα αχόρταγα τις φωτεινές επιγραφές για την ποθητή λέξη HOTEL ή έστω хотел , μεγάλα συγκροτήματα κατοικιών σούπερ μάρκετ δέντρα στα πεζοδρόμια και στα ξαφνικά μια μεγάλη ροζ επιγραφή δίπλα από κάτι απροσδιόριστο να δείχνει ότι είναι αυτό που ζητάω.
Είχα δει στον χάρτη ότι την πόλη την διασχίζει ο Αδρας και έχει δυο τεχνητές λίμνες που κάνουν το σχήμα φτερών λιβελούλας και αυτό ήταν το μόνο που ήξερα για την πόλη , ήρθα αδιάβαστος και ανέτοιμος.
Έτσι σκέφτηκα να πάω λίγο πιο μέσα και σίγουρα θα έβρισκα πιο εύκολα ξενοδοχείο ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα μιας και αυτό που ήταν δίπλα μου δεν μου γέμιζε το μάτι ούτε για διαμονή ούτε για ασφαλές πάρκινγκ  ήταν και η είσοδος πιο χαμηλά από τον δρόμο και μου δημιούργησε μεγαλύτερη ανασφάλεια από αυτή που ήδη έχω .
Τις δύο όχθες τις ενώνει μια πανέμορφη γέφυρα κι ένας μεγάλος δρόμος με φανάρια που μετράνε αντίθετα τον χρόνο , μεγάλες πλατείες και πολλά δέντρα με λιγοστό φωτισμό. Αυτό με καταθλίβει κάπως , νοιώθω πως πάλι έχω χαθεί και δεν έχω καμία εμπιστοσύνη για το που με πάει το διαολομηχάνημα που στην ουσία δεν του δίνω καμία προσοχή αφού μόνο το που είμαι μου δείχνει. Στην απέναντι όχθη που είναι και το πιο μεγάλο μέρος της πόλης χάνομαι μέσα στους σπασμούς της με μια δόση αγωνίας , οπού στην άκρη μιας νησίδας βλέπω την πολυπόθητη ταμπέλα να μου δείχνει πως αριστερά έχει ξενοδοχείο.
Αναστροφή, δεξιά σε μικρό στενάκι και μου αρέσει αυτό που βλέπω, ενώ σταματώ στην μέση βγαίνει ένα παλικάρι και ρωτώ για δωμάτιο
-Έχουμε
- (άνθρωπέ μου)  πάρκινγκ ;
- εδώ έξω (αυτό δεν μ άρεσε)
Πόσοι είστε ; συνεχίζει
- Ένας
- συγνώμη δεν σε συμφέρει , είναι απάρτμεντ
…………
- Κάποιο άλλο εδώ κοντά ;
Μου λεει δύο , προσπαθεί να με κατευθύνει, δεν νογάω, μου δείχνει το διαολόπραγμα.
Ψάχνουμε , ψάχνουμε , ψάχνουμε, μόνο Ελληνικά κάπου στην Κομοτηνή και πέριξ.
Ρε Βουλγαρία είμαι, τίποτα αυτό.
Τον παρακαλώ να μου τα γράψει σε χαρτί και να τα βρω μόνος ευχαριστώντας τον για τον κόπο και την καλοσύνη του

Μέχρι να τα γράψει μου έρχεται φλας και ψάχνω στους χάρτες του διάβολου.
Ναι , βεβαίως, ήταν σε χάρτες Ελλάδας , τους γυρίζω και βρίσκω επιτέλους το πρώτο μου βουλγαρικό σημείο. Ξενοδοχείο Περπερικόν ….

Θα ήταν μεγάλη τύχη ότι θα ξέμπλεκα τόσο εύκολα, το δαβολόπραμα είχε την δική του άποψη κι εγώ έρμαιο στις ορέξεις του να ακολουθώ την γαλάζια γραμμή στην οθόνη της κόλασης. Είμαι πολύ κουρασμένος για να επαναστατήσω , για να προσέξω και να διακρίνω την αλήθεια .
Παραδόθηκα αμαχητί στον ιδρώτα και δεν αντιλαμβάνομαι πως η σημαία τερματισμού είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο μπροστά στα μάτια μου . Περνάω διαρκώς από το ίδιο σημείο και Περπερικό δεν βλέπω, λες και ψάχνω τα ερείπια του Αρχαίου οικισμού με τις μεγαλιθικές κατασκευές.
Είναι μπροστά μου , δίπλα μου , πίσω μου κι εγώ σαν τον Οδυσσέα περιπλανιέμαι γύρω του,  ώσπου διαλέγω μιαν άλλη Ιθάκη. Η Κίρκη είναι ένα πιπίνι 20χρονο σε ένα ψιλικατζίδικο στο Kardzali με μια πόρτα που οδηγεί στην δροσερή αγκαλιά των ονείρων .
Ψευδαίσθηση η ταλαιπωρία ουτοπία και η αγκαλιά της Κίρκης, πώς αλλάζουν έτσι πρόσωπα οι επιθυμίες ;
Το σοβιετικής εποχής δωμάτιο μου ξεδιπλώνει την Ιστορία του Christo Radevsky :


Ιστορία

Στον γεωγραφικό χάρτη διαβάζω
τις θανάσιμες περιπέτειές σου
ώ Σύ που το στήθος μου καίς
και πατρίδα μου λέγεσαι !

Στο βουβό χάος των χρονογράφων
που ΄ναι η χρονολογία της γέννησής σου;
Ήτανε, λένε, ο χάνος Ασπαρούχ
εκείνος που σε ίδρυσε

Ώ γή του πατρός Μπογκομίλ
κι ανήκουστων αυλικών μηχανοραφιών !
Ο αλύγιστος σου λαός της σκλαβιάς ήπιε
τα πικρά φαρμάκια

Στους κόρφους σου, βαθιά στο χώμα
αίμα και δάκρυα που χύθηκαν κοχλάζουν
των τσάρων και  βογιάρων η εξουσία
γα να ΄ναι γλυκύτερη

Όχλος χωρίς δικαιώματα ο λαός ήταν
Αλλ’ αυτός , στην δική σου την οδύνη
μέσα σε εφιάλτη και φρίκη τραγούδι
για τον Γιώργη Γκροζνίκα δεν έψαλε ;

Μετά απ’ αυτό ,- πέντε αιώνων σκοτάδι
Κατάπιε τους καρποφόρους κάμπους
Τα σπλάχνα της μαύρης σου γής
γιόμισαν πτώματα ανώνυμα

Όμως ο εχθρός δεν είχε θανατώσει
και την ψυχή , στις πυρές των θυσιών :
ο Στραχήλ ξεσηκώθηκε, τρομερός αντάρτης
και σε σκληρή εκδίκηση δόθηκε

Και μέσα από τους βωβούς αιώνες
ορθώθηκε ο καλόγερος Παϊσιος
Αδιάκοπα ως σήμερα φωνάζει :
«Το γένος σου και την Πατρίδα σου θυμήσου»

Και θυμήθηκε
Και γεννήθηκε ενας μεγαλοφυής διάκος
Από άστρα σαν αυτόν
άναψε ο Λένιν τον ήλιο του

Και μέσα από αιμάσσουσα ύπαρξη
μέσα από φωτιά και σίδερο ανήκουστο
πήρε ξαναγενημένη τον δρόμο της
η σημερινή μου πατρίδα

η Βουλγαρία 



Θέλω απεγνωσμένα μια μπύρα και φαγάκι, από το πρωί είμαι με καφέδες, κόκκινους ταύρους και παγωμένα τσάγια, το στομάχι μου παίζει παράφωνα μπλούζ κι εγώ βρίσκομαι στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου να καπνίζω χαζεύοντας τα σύννεφα που φωτίζονται από αστραπές στο βάθος του ορίζοντα προς το Χάσκοβο και την Παλιά Ζαγορά που ήθελα να πάω την άλλη μέρα . 

Η ανεύρεση φαγητού είναι μια υπόθεση περίεργη , ακόμη απορώ πως μάζεψα τόσο κουράγιο και βγήκα στην αναζήτηση . 
Ρωτώντας στην ρεσεψιόν δεν πολυκατάφερα να βγάλω άκρη πέρα από το ότι δίπλα ήταν ένα κλαμπ που έχει κρύο πιάτο, οπότε ξεκινάω από εκεί , τουλάχιστον θα έχει μπύρα. 
Το κλαμπάκι με επιγραφή από πάνω gril & steak υποσχόταν το θαύμα αλλά δεν μύριζε τίποτα, εκείνη την ώρα όμως ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, η πείνα ήταν ένα αδιόρατο υφαντό στην φαντασία μου, είχα εισαχθεί στην πλεκτάνη 
του πειρασμού. Είμαι θεοβρώμικος, με το παντελόνι της μηχανής που έχει έναν λεκέ από τσίχλα στο πίσω μέρος βρωμάει ιδρώτα και χιλιόμετρα αλλά ευτυχώς φόρεσα καθαρό μπλουζάκι. 
Νομίζω πως θέλω να μείνω εδώ όλη μου την ζωή και θα έμενα αν δεν με κοίταγαν κάπως παράξενα κάτι φουσκωτοί τύποι στο βάθος . 
Όλο το κάλος της Βουλγαρίας είχε κάνει φωλιά εδώ μέσα κι εγώ έπινα μόνος μια μπύρα χωρίς μεζέ .

Η Τηλεφωνική επικοινωνία είναι φτηνή με την περιαγωγή σε μια συγκεκριμένη εταιρία 0,83ε ανά κλήση και χρόνο κάθε κλήσης μέχρι μια ώρα, οπότε κάποια πράγματα πρέπει να τα μοιράζεσαι με τους ανθρώπους που αγαπάς. 

Με τον Γιώργο μοιράζομαι την Heineken και τον παράδεισο και με προειδοποιεί ότι την άλλη μέρα θα βγει ο Ποσειδώνας στα βουνά να αρμέξει τα σύννεφα και να φύγω όσο πιο πρωί μπορώ για Ελλάδα, με έσκιαξε λίγο είναι η αλήθεια αλλά εκείνη την ώρα που του υποσχόμουν πως θα γυρίσω χάζευα την ακολουθία της Καλυψούς και πείναγα. 
Μια μπύρα μετά με βρήκε χαμένο στα δρομάκια της Πόλης. Δέντρα πελώρια στις πρασιές και σκοτάδι , λίγα παράθυρα είχαν φως και ακόμη λιγότεροι άνθρωποι, θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια στα προσφυγικά του νέου κόσμου στο σπίτι της γιαγιάς κι ένοιωθα ασφαλής αλλά δεν έβρισκα κάτι που να δείχνει ότι εκεί μέσα τρώνε. 
Περπατούσα και μιλούσα με την αδερφή μου στο τηλέφωνο που προσπαθούσε να με κρατήσει ήρεμο ξέροντας τους πανικούς μου , πρώτα είδα τον καπνό, μετά ήρθε η μυρωδιά κι ύστερα είδα κάτι σαν ταμπέλα από μπύρα . 
Έκλεισα βιαστικά την αδερφή μου και μπήκα σε μια αυλή με ένα μαγκάλι και κοψίδια επάνω του  λίγο έλειψε να ορμίσω να τα πάρω και να φύγω, στην αρχή νόμισα ότι ήταν σπίτι, μετά είδα μια αίθουσα και μετά την αίθουσα κι άλλη αυλή πιο μεγάλη με τραπέζια και λίγο κόσμο. 
Το πιο λαμπερό αστέρι είχε κάνει την εμφάνιση του μπροστά μου και μου τραγουδούσε, φορούσε λευκό πουκάμισο χαμογελούσε ολόκληρο και ήθελα να καώ στις ακμές του.
Όχι δεν ερωτεύτηκα τους πυρσούς των ματιών της ούτε θέλησα να λύσω την πλεξίδα των μαλλιών της.
Μια μπύρα γύρεψα και κάτι από αυτό που ψηνόταν κι εκείνη την ώρα ευωδίαζε την ψυχή μου
«.…Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τ’άγρια σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόντικες.» έλεγε ο Λειβαδίτης
Άφησα τους τυφλοπόντικες να με παρασύρουν στην λησμονιά , μεθυσμένος από μπύρα και χιλιόμετρα, με αφημένη την μάκα του δρόμου στην ντουζιέρα και την πετσέτα για κατωσέντονο σκεπαζόμουν το Kardzali .
Αύριο θα χωρέσω την μικρή μου πατούσα στην καρδιά σου, Βουλγαρία  -ήταν το μόνο που πρόλαβα να σκεφτώ- .
Τι ώρα να ΄ναι ; 4:30 , κοιμήσου , δεν μπορώ άλλο, καλά πέντε λεπτά.
Έξι παρά στο μπαλκόνι και παίρνει να χαράζει, στις στέγες το κεραμίδι ξυπνάει και τα σύννεφα ξύνονται στις κορφές των βουνών .
Απέναντί μου είναι το ξενοδοχείο που έψαχνα , το καζίνο ακόμη έχει κόσμο, θέλω καφέ αλλά το πρωινό ξεκινάει να σερβίρεται στις 08:00

Σιγά μην περιμένω κι άλλο, θα πιω στον δρόμο κι αρχίζω να φορώ τα ίδια ιδρωμένα χθεσινά ρούχα μόνο μπλουζάκι άλλαξα. Το βράδυ δεν είχα πάρει τίποτα από την μηχανή όλα εκεί μέσα στοιβαγμένα .
Η φωτογραφική, μου κάνει νούμερα, αναβοσβήνει η οθόνη σαν τρελή και δεν μπορώ να εστιάσω ούτε να καταλάβω αν κάτι βγήκε. Δεν βαριέσαι όλο και κάτι θα σωθεί.
Το μόνο που δεν σώνεται είναι η αξιοπρέπεια που χάνεται από την πολιτική των ακόρεστων για εξουσία και χρήμα αυτών που κυβερνούν.
Με πιάνει θλίψη  με αυτές τις σκέψεις και καθώς βλέπω την απλωμένη μπουγάδα απέναντι μου νοιώθω ένοχος και ντρέπομαι που βρίσκομαι εδώ.
Ακόμη πιο πολύ ντρέπομαι που κοιτώ και φωτογραφίζω την φτώχεια.

Οι μισθοί στην Βουλγαρία δεν είναι και ότι καλύτερο και η ζωή είναι ακριβή. Για εμάς με το ευρώ μπορεί να δείχνει φτηνή αλλά αν το σκεφτεί κανείς είναι ακριβώς το ίδιο , μερικές τιμές ενδεικτικές :
Γάλα 1 λίτρο 1.90 λέβα  ………1,30ε
ψωμί (500g) 1.00 λέβα  ……….0,70ε περιπου
Νερό (1.5 λίτρο) 0.80 λέβα ……0,50ε περιπου

Πακέτο τσιγάρα (Marlboro) 5.20 λέβα …..4ε  

άμα το δούμε σε αντιστοιχία μισθού των 400ε τότε στα ίδια σκατά βράζουμε .
Και η βενζίνη ακόμη πανάκριβη είναι για τον βούλγαρο, παρόλα αυτά ζει, χαίρεται και παλεύει .
Κάτι τέτοιες σκέψεις με κάνουν να μην θέλω να γυρίσω ακόμη Ελλάδα παρά την απειλή για βροχή που εκτός της ειδοποίησης από τον Bart το βράδυ την ένοιωθα που πλησίαζε, έβλεπα τα σύννεφα στο βάθος και ήξερα από αφηγήσεις ταξιδιωτικών ότι η Ροδόπη θες δεν θες θα σε μουσκέψει

Πόσο μωρέ ; σιγά !  


Η ώρα είναι εφτά και μισή , βγαίνω από το πάρκινγκ και ψάχνω να βρω τον δρόμο που μπήκα το βράδυ , σιγά που δεν θα χανόμουν , άλλη γέφυρα είναι αυτή που περνάω . Τα μαγαζιά ακόμη κλειστά , ένα βενζινάδικο έχει και καφέ , περνάω , είναι ανοικτό αλλά βαριέμαι να πισωγυρίσω.
Σε κάποια περίεργη καμπή που είναι και διασταύρωση δεν καταλαβαίνω την ταμπέλα και βρίσκομαι μπροστά στην μια από τις λίμνες , εκεί υψωμένο ένα παλιό μοναστήρι με κάνει να θέλω να σταματήσω για επίσκεψη και φωτογραφία.
Ντράπηκα και για τα δύο καθώς ακριβώς απέναντι ήταν ένα αστυνομικό τμήμα με τους μισούς αστυνομικούς να κάθονται απ έξω .
Ε! αφού σταμάτησα ας βάλω το δαβολόπραγμα να με βγάλει από εδώ .
Και πού να πάω , πάντως όχι πίσω από τον ίδιο δρόμο , δεν έκανα τόσα χιλιόμετρα για να μην δω τίποτα. Η αρχική σκέψη για Ανδριανούπολη είχε πάει περίπατο, λεφτά πολλά έτσι κι αλλιώς δεν είχα κι έπρεπε να βγάλω κι άλλη μια βδομάδα με ότι έμενε .

Χάρτης έξω και ψάξιμο, ωραία λεω θα ακολουθήσω τον Άρδα προς τα πάνω και θα βγω από Εξοχή για Δράμα .
Κι από πού θα φύγεις ρε μεγάλε που του διαόλου το κέρατο έχει κολλήσει να σου δείχνει τον δρόμο για Κομοτηνή ;
Ρώτα τους αστυνομικούς (ψιθύριζε η φωνούλα μέσα μου) . λές ; λέω , τραβά …
Και πάω ψιλοχεσμένος, με τον χάρτη αγκαλιά .
Ευτυχώς που μου ήρθε ο «ωραίος» της παρέας και τσάτρα πάτρα συνεννοήθηκα
-Θέλω να πάω στο Αρδίνο.
- Αααα! Ardino,  devils bridge
- (αυτό με το διάβολο δεν το έπιασα)  Γιεες γιεεες
- left, right , left ,  και μου δείχνει ότι έχει ταμπέλα από εκεί που είχα έρθει
- Προσπαθώ να του πω ότι θέλω να πάω Ελλάδα από τον σταθμό της Εξοχής
- Γιατί ; ( μου λέει ) από εδώ –αντίθετη πλευρά –είναι πιο γρήγορα κι εύκολα, από Κομοτηνή δηλαδή
- ( Ρε άνθρωπε δεν θέλω ξανά τον ίδιο δρόμο)  Νο, θέλω να παω από Smolyan
Κάτι μου είπε , δεν κατάλαβα χαιρετηθήκαμε κι έφυγα/

Θέλω να τρέξω , να προλάβω να ρουφήξω κάθε ανάσα του δρόμου , είναι η πρώτη μου φορά με την μηχανή που ξυπνώ πέρα από τα σύνορα .
Πέρσι που είχα ξαναβγεί ήταν αλλιώς, απ το πρωί ως το βράδυ οδηγούσα και δεν διανυκτέρευσα πουθενά .
Είμαι χαρούμενος και φοβισμένος , έχει όμορφη δροσιά κι ακόμη δεν έχω πιει καφέ.
Ο δρόμος είναι σχετικά καλός, ευεργετικές στροφές και πηγές διάσπαρτες κάθε λίγο πράγμα που μου έκανε εντύπωση από την αρχή που μπήκα στην Βουλγαρία, είναι συνήθως πιασμένες από κόσμο που γεμίζει νερό ή απλά κάθεται.
Σταμάτησα σε μια για ένα τσιγάρο κι ο γκαντέμης ήταν στερεμένη ή ταπωμένη πάντως νερό δεν έβγαζε .


Πρώτος μέσα στους μάστορες χτίζει ο Μανόλ γιοφύρια
κι αυτό που χτίζει ολημερίς γκρεμίζεται τη νύχτα
κι αυτό που χτίζει ολονυχτίς  γκρεμίζεται την μέρα …
Η λαογραφία και η παράδοση στους λαούς ειδικά των Βαλκανίων είναι λίγο πολύ οι ίδιες , κοινά ήθη , κοινά έθιμα , κοινή πορεία στους μεταβυζαντινούς αιώνες (πόσο μα πόσο δίκαιο είχε ο Ρήγας ! –άλλη κουβέντα αυτή-)  .
Πώς να ξεφύγει το γιοφύρι ;
Το Ardino είναι γνωστό κυρίως για το γεφύρι του διαβόλου -Diavolsky most ή Devils Bridge- , εκτός από την κλωστοϋφαντουργία του .
Με την ίδια ονομασία συναντούμε αρκετά γεφύρια τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Ευρώπη, ο μύθος σχεδόν ίδιος παντού και η φαντασία του ανθρώπου αστείρευτη φτιάχνει τα πιο όμορφα τραγούδια .
Η μια εκδοχή ταιριάζει με τον δικό μας μύθο του Γεφυριού της Άρτας , η άλλη θέλει αυτοπροσώπως τον διάβολο να προτείνει στον επίδοξο νεαρό μάστορα να φτιάξει το γεφύρι. Μέσα σε 40 μερόνυχτα ο Δημητράν το χτίζει, έτσι που να μην φαίνεται το πρόσωπό του κι ύστερα πέθανε για μην μαθευτεί το μυστικό.
Στην μεσιανή καμάρα υπό μια συγκεκριμένη γωνία και με ιδανικές συνθήκες λένε πως εμφανίζεται μες το νερό το πρόσωπο του διαβόλου .
Ποιος κάθεται τώρα να λογαριάζει τα μεταφυσικά όταν διακρίνει την αρμονία .

Και μια φορά περάσανε ΄πο τ’ ώριο το γιοφύρι
και τη γυναίκα κράξανε του πρώτου απ’ τους μαστόρους:
Μανόλαινα , Μανόλαινα, που ‘σαι κι ο γιός σου κλαιει!
Κι απ’ το γιοφύρι έσταξε σταλιά –σταλιά το γάλα
και βύζαξε σταλιά –σταλιά το καλό γάλα ο γιός της
Και κάθε που η Μανόλαινα γροικά κι ο γιός της κλαίει
ή και τις αδερφάδες της γροικά τη φωνάζουν,
σταλιά –σταλιά το γάλα της τρέχει απ’ το γιοφύρι
κι έρχεται ο γιός της και σταλιά –σταλιά το γάλα πίνει. 

Έτσι τελειώνει το όμορφο παραδοσιακό τραγούδι, κι έτσι σταλιά -σταλιά μαζεύει το γάλα του κι ουρανός .

 Αντηχούν στ’ αυτιά μου οι φωνές της Ροδόπης, ο Ιμάμης από ώρα έχει τελειώσει το κάλεσμά του και το Ardino έχει ξυπνήσει για τα καλά κι εγώ παρότι  δεν είδα το πρόσωπο του διάβολου στο γεφύρι θέλω διαολεμένα έναν καφέ .
Διαλέγω και κάθομαι απέναντι από το τζαμί που έχει μπροστά του μια μικρογραφία του γεφυριού με μια βρύση που τρέχει νερό , σκέφτομαι την ειρωνεία του να πίνεις νερό απ τον διάβολο και να χορεύουν πλάι δερβισάδες .
Τα σύννεφα όμως που μαζεύονται στο βάθος νομίζω πως δεν μπορούν να ξεχωρίσουν καμιά ειρωνεία, πρέπει να φύγω, η Ροδόπη με καλεί στην αγκαλιά της σαν ναϊάδα και εδώ δεν είναι η Πίνδος για να γεννήσει η Κρέουσα τον γιο της, εδώ είναι η Άβα που με τα θέλγητρά της ερωτοτροπεί με τον θαλάσσιο Ποσειδώνα .
Πόσο χρόνο άραγε έχω; Προλαβαίνω να βρω κι εγώ μια ναϊάδα σε τούτες τις καμπές και τον αργό χορό του Άρδα ;

Οι στάσεις είναι συχνές , το λίγο πιο κάτω αποκτά άλλο νόημα , κάθε χιλιόμετρο ολόκληρο ταξίδι και εγώ δεν ξέρω αν παρακάτω βρω κάτι πιο όμορφο από τούτο που αποτυπώνεται στα μάτια μου , τον νου , την ψυχή .
Όσο ντρέπομαι να φωτογραφίζω μέσα στις πόλεις κι ανάμεσα στον κόσμο τόσο με παρασύρει η γαλήνη και η μαγεία των βουνών
Νοιώθω σαν περιπλανώμενος σειληνός που τρέχει πίσω απ’ τις μαινάδες και τις παραφυλάει που λούζονται στα νερά και στις πηγές

 Έχω διανύσει μόνο 17 χιλιόμετρα σε πάνω από μια ώρα κι έχω άλλα διακόσια περίπου μέχρι τα σύνορα της Εξοχής , ακόμη δεν έχω μπει στην καρδιά της Ροδόπης κι όμως έχω ποτίσει από την ανάσα της , δοκίμασα τους καρπούς της, κράνια και βατόμουρα από τα πόδια του Άρδα .
Ο Βούλγαρος τα χαίρεται τα βουνά του και τα τιμάει δεόντως , ξεχνάω πως είναι Κυριακή, κάθε πηγή και μια γιορτή και στις κρανιές κρεμάν βραχιόλια και χαϊμαλιά ασπροκόκκινα όπως κάναμε κι εμείς μικρά παιδιά με τον Μάρτη στα χέρια, κάτι τέτοιο μου ήρθε στο μυαλό, αυτό και η γονιμότητα . Ρώτησα τον Τσιοπελάκο και μου είπε πως το έχουν και στην Ρουμανία αυτό και το κάνουν για να δηλώσουν την χαρά τους .

Περνάει η ώρα όμως κι εγώ ρεμβάζω διαβαίνοντας κρεμαστές γέφυρες

Κρεμιέται η ψυχή πάνω από το ποτάμι , ζαλίζομαι στην ροή του , πόσο είναι το απέναντι αναρωτιέμαι και δως του βήμα-βήμα να το φτάσω .
Πρέπει και να γυρίσω και καταριέμαι τις φαεινές μου ιδέες

Λίγο πιο κάτω σε μια γέφυρα 15 μέτρα πάνω από το ποτάμι τρεις άνθρωποι ψαρεύουν με τα καλάμια τους σαζάνια και πέστροφες .
Θέλω πολύ να σταματήσω δίπλα τους να πάρω κι εγώ ένα καλάμι και να μετρώ το ρεύμα με τις ώρες , εδώ δεν πετάνε τάπες στα βαρέλια εδώ μετρούν τις ώρες με τα σύννεφα και το τραγούδι απ το βουνό που στράτα την στράτα διαδέχεται και τα πυκνά μαυροπεύκα αθροίζουν τον καημό τους.

Με τα διλήμματα και τις αποφάσεις είμαι χρόνια τσακωμένος και όταν μου παρουσιάζονται ξαφνικά με αποσυντονίζουν. Ο χάρτης , οι ταμπέλες μπροστά μου, ο καιρός που με απειλεί και η λογική των συνετών , δείχνουν την εύκολη έξοδο, αλλά  ο θεός αγαπάει τους τρελούς κι ο διάβολος τους  χαράζει δρόμους .
Τριάντα χιλιόμετρα μέχρι τα σύνορα, από δυτικά και βόρεια έρχεται η αντάρα, τα χέρια μου είναι διχασμένα, το μυαλό απουσιάζει κι εγώ δεν ήμουν ποτέ συνετός κι εκτός των άλλων η λογική είναι πολύ προσωπική υπόθεση και αφορά την στιγμιαία επιλογή.
Εκείνη την στιγμή η δική μου λογική μου υπαγόρευε να πάω από το Smolyan παρά το ότι ήδη είχα πάρει τον δρόμο για τα σύνορα .

Το Smolyan με υποδέχτηκε με βροχή κάνοντάς με να αμφιβάλω πολύ για την επιλογή μου τελικά  Μέχρι εκείνη την ώρα ήμουν με το καλοκαιρινό μπουφάν και χωρίς την αδιάβροχη επένδυσή του οπότε σταμάτησα να αλλάξω . Στο τσακ πριν αρχίσει να ρίχνει οικοσκευές .
Μια χαρά, θα μείνω εδώ , να βρω ένα ξενοδοχείο και φεύγω αύριο , είναι και ωραία πόλη, «ωπ...βενζινάδικο κάτσε να ρωτήσω τους πιτσιρικάδες ο «γενναίος ταξιδευτής»»
-Παιδιά, κανένα ξενοδοχείο εδώ γύρω ;
(σύσκεψη) 
- έχει ένα με 14 ευρώ σου κάνει;
- τι λες τώρα;
- Χοτελ Κυπαρίσι (φτου φτου φτου )  θα πάς έτσι, έτσι κι έτσι και θα το δεις στα αριστερά σου.
- Οκ ευχαριστώ
Δεν μου αρέσει η βροχή ειδικά στις πόλεις και πιο ειδικά όταν πρέπει να ψάχνω σε άγνωστα εντελώς μέρη, υψώνει την ανασφάλειά μου στα κόκκινα.
Η πόλη είναι πανέμορφη έχει χρώμα υπαρκτού σοσιαλισμού με σύγχρονα στοιχεία, δεν υπάρχει περίπτωση να ψάξω για κυπαρίσσια και θάμνους πάω για τα έλατα ακολουθώντας την μπλε γραμμή του διαολοπράγματος που έχω μπροστά μου προσπαθώντας να καταπολεμήσω τον πανικό μου.

Ακόμα αναρωτιέμαι τι σόι επιλογή ήταν αυτή, ποια ανάγκη με έκανε να σταματάω σε κάθε χωριό σχεδόν να ρωτάω για κάπου να μείνω και τελικά να φεύγω.
Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα περίπου είναι μέχρι την Εξοχή που μου φαίνονται ατελείωτα , φοβάμαι , κρυώνω δεν βλέπω καλά κι έχουν μουσκέψει τα γάντια μου.
Σε κάθε διασταύρωση στέκομαι και χαλβαδιάζομαι με την σκέψη για έναν πιο μεγάλο κι εύκολο δρόμο, το Plovdiv  είναι μια καλή ιδέα , δείχνει να ανοίγει από εκεί , μπα έχει κι από εδώ ένα άνοιγμα και στην επόμενη στροφή ξανά η αντάρα , πιο μαύρη , πιο δυνατή και πίσω από την άλλη μεριά , τσάμπα χιλιόμετρα , τσάμπα πανικός , γιατί, πανικός είναι , για το άγνωστο και έλλειψη αυτοπεποίθησης. Νοιώθω πως δεν θα καταφέρω να κάνω ούτε χιλιόμετρο παραπέρα αλλά όλο και συνεχίζω με τα 40χλμ στο κοντέρ να δείχνουν υπερβολικά , είκοσι , τριάντα το πολύ κι ο δρόμος σκασμένος , ποια λακκούβα να διαλέξεις να πέσεις , μέχρι που έρχεται η ομίχλη και μου κόβει τα χέρια …
Θέλω κάπου να σταματήσω , νομίζω ότι πέρασα δυο εποχές , πριν δυο ώρες περίπου ήταν καλοκαίρι και τώρα τρέμω από το κρύο. Οι πηγές άλλες με σκέπαστρα άλλες γυμνές με προσπερνούνε κι οι Βούλγαροι σα να μην τρέχει τίποτα διασκεδάζουν , τρωνε, πίνουν , κουβεντιάζουν , οικογένειες ολόκληρες σε κάθε σκέπαστρο .
Σε κάποια παίρνω το θάρρος και σταματάω , αν ήμουν σε κάποιο βουνό Ελληνικό θα σταματούσα σε όλες σχεδόν θα έπιανα κουβέντα και θα περίμενα να περάσει η αντάρα, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές, εδώ με έχει καταλάβει η ντροπή , ας ήμουν αόρατος ,σκέφτομαι , να μην με δουν που θα αλλάζω  μην δουν τον φόβο μου και γελάσουν .
Φοράω ότι έχω και δεν έχω, άλλο ένα κοντομάνικο ένα φούτερ την αδιάβροχη επένδυση από το καλοκαιρινό Revit , το χειμωνιάτικο μπουφάν και τα στεγνά δεύτερα χοντρύτερα γάντια κι ακόμη κρυώνω .
Το τσιγάρο το κάπνισα με μια τζούρα σχεδόν από τον πανικό μου να φύγω μπροστά από δυο νταλίκες που σταμάτησαν κι αυτές στην πηγή  .
Η ομίχλη κάνει το τοπίο απόκοσμο αλλά τουλάχιστον σταμάτησε για λίγο να βρέχει.
Μόνο σκιές βλέπω , φιγούρες αλλόκοτες να χτίζονται γύρω μου και να χάνονται μέσα σε έναν απροσδιόριστο ουρανό που έρχεται όλο και πιο κοντά.



Γράφει η Μάρα Μπέλτσεβα : 


Επιθυμίες, ελπίδες, αυταπάτες,
όλα, σαν θελκτικά πουλιά, μ’ αφήκαν.
Στο ήρεμο ξέφωτο του πόνου, νάτες
οι ομίχλες, σαν τραγούδι κατεβήκαν.
Τα φύλλα, πελιδνά, σταλάζουν τώρα,
χρυσώνοντας τη γη• όλο και πιο πολύ
νοιώθω να με βαραίνει, απ’ ώρα σε ώρα,
η τεφρή κάπα τούτη η χαμηλή.

... κι εγώ αφήνομαι σε αυτή την κάπα για λίγο ασφαλής από τις αυταπάτες.

Το κράνος στα σύννεφα , οι σκέψεις βαριές, το κορμί στην γης , δυσκίνητο και το τοπίο βγαλμένο από ταινία του Αγγελόπουλου βαδίζει αργά γύρω μου .
Ένα, ένα τα σπίτια της Σιρόκα Λάκα , αναδύονται δειλά με την περίτεχνη τους όψη φτιάχνοντας έναν κύκλο έτοιμο να χορέψει καταμεσής της βροχής που δυναμώνει, όπως δυναμώνει σταδιακά και η λυγαριά το χτύπημά της στο tapan (παραδοσιακό τύμπανο βασισμένο στο αρχαίο Ελληνικό τελετουργικό τύμπανο) κι η πίπιζα που φουσκώνει τα ποτάμια με κάθε της ανάσα το συνοδεύει.
Λυγερόκορμοι φαντάζουν οι δρόμοι στα μάτια μου κι όσο και να θέλω να σταθώ για δυο στεγνά τσιγάρα τόσο με προκαλούν στην φαντασίωση μου .
Το χωριό Σιρόκα Λάκα στο οποίο βρίσκεται η μεγαλύτερη σχολή παραδοσιακής μουσικής της Βουλγαρίας είναι ένα πανέμορφο παραδοσιακά διατηρημένο χωριό στην καρδιά της Ροδόπης. Σε μικρή απόσταση επίσης, υπάρχει το πλανητάριο και το αστεροσκοπείο στο οποίο υπάρχει για επιστημονικούς σκοπούς ένα από τα πιο σύγχρονα τηλεσκόπια στον κόσμο και παραμένει ανοιχτό για το κοινό ακόμα και τις βραδινές ώρες. Εδώ επίσης λένε ότι υπάρχει κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου ο πιο καθαρός ουρανός στην ανατολική Ευρώπη, κάτι που βοήθησε στην ανακάλυψη καινούριων αστερισμών.
Άλλα δεκαεπτά χιλιόμετρα να αντέξεις, δίχως να ξεχωρίζεις τον ίδρωτα στην παλάμη από την υγρασία του τοπίου . Ο καιρός παίζει μαζί μου το λίγο βροχή , περισσότερη βροχή, τι να κοιτάξω, τον δρόμο ή τον ουρανό ;
Όπου λιγοστεύει η βροχή παρακαλάω να κρατήσει λίγο ακόμη έτσι, μια στροφούλα ακόμη, μια ακόμη καμπή μερικά χιλιόμετρα παγωμένου αέρα .
Νοιώθω μεγάλη μοναξιά κι εντελώς ηλίθιος με το γεγονός πως τα μόνα τροχοφόρα που συναντώ είναι αυτοκίνητα και ούτε μια μηχανή για να πάρω κουράγιο.
Τέσσερα χιλιόμετρα πριν το Devin αισθάνομαι να καταρρέω, η βροχή με γδέρνει και χτυπάει το κράνος αλύπητα κι ο ποδηλάτης που έχει καταλύσει σε ένα κιόσκι στην απέναντι πλευρά της διασταύρωσης που είναι η πορεία για τα σύνορα έχει ένα σαρκαστικό χαμόγελο, λες και νοιώθει πως κιότεψα και με καγχάζει .
Δεν νομίζω πως θα αντέξω αλλά ογδόντα περίπου χιλιόμετρα μέχρι τα σύνορα, θέλω να μείνω εδώ , να στεγνώσω κάπου τα χέρια μου και το μπουφάν που έχει βαρύνει σαν πανοπλία σταυροφόρου.
Οι διαθέσεις όμως έχουν δικαίωμα να αλλάζουν και φυσικά σε αυθαίρετο χρόνο . Ένα τεράστιο χαμόγελο ζεσταίνει τα πάντα γύρω μου καθώς στο βενζινάδικο πριν το Ντέβιν βλέπω μηχανή που ανεφοδιάζεται , ναι , δεν είμαι μόνος , υπάρχει κι ο Τούρκος τρελός με τα λιωμένα λάστιχα στην γυμνή που δεν συγκράτησα μηχανή με ένα διάφανο αδιάβροχο πάνω του.
Είναι όμορφο συναίσθημα να ανταμώνεις στον δρόμο τον «εχθρό» σου , στην ουσία η μόνη έχθρα που θα πρέπει να νοιώθουμε είναι στον διαχωρισμό που επιβάλουν οι πολιτικές των παγκόσμιων αρπαχτικών.

«Ξεκόψαμε εμείς οι άνθρωποι ο ένας απ’ τον άλλον,
Κομμάτιασαν την ευτυχία μας χαράζοντας σύνορα
Ξεκόψαμε εμείς οι άνθρωποι ο ένας απ’τον άλλον
Στον ουρανό η αδερφοσύνη των πουλιών
Στην γή , των λύκων»

Φαζίλ Νταγλαρτζά
(Τούρκος Ποιητής)

Καλό σου δρόμο βρε τρελότουρκε κι ελπίζω να έφτασες ασφαλής στο σπίτι σου.

Στο Βενζινάδικο έκατσα καμιά ώρα περιμένοντας να κοπάσει κάπως η δυνατή βροχή, μίλησα με την αγαπημένη μου στο τηλέφωνο, με την αδερφή μου και τον βενζινά που μου έφτιαξε τον πιο καλό καφέ που έχω πιει ως τώρα κι έκανα και δυο τρία τέσσερα πέντε απανωτά τσιγάρα μέχρι να μαζέψω κουράγια και να πάρω την απόφαση για την επιστροφή στον διαβολόδρομο .
Λίγο πιο κάτω ξεκινάει ο δρόμος που πηγαίνει στον λάρυγγα του διαβόλου  στο Trigrad κάτι που με έκανε να αρχίσω τα ξόρκια και τις προσευχές, να ποιος με εκδικείται, ούτε ο θεός με θέλει ούτε ο διάβολος, το καθαρτήριό μου είναι ο δρόμος.
Άλλη φορά στις επισκέψεις να έχω και το κατιτίς μου να του πετάξω στον αδηφάγο του λαιμό .
Μέχρι το Dospat  η διαδρομή έχει κάποια στεγνά κομμάτια που με κάνουν να ξεθαρρέψω και να ηρεμήσω λίγο από την ταραχή των προηγούμενων χιλιόμετρων ενώ αρχίζουν σιγά , σιγά να στεγνώνουν και οι κορντούρες.
Στο Dospat ενώ βάζω βενζίνη και κάνω ένα τσιγάρο αρχίζει πάλι τις απειλές ο καιρός και με διώχνει για το Gotse Delchev που είναι ο κεντρικός δρόμος που θα με βγάλει στο φυλάκιο της  Εξοχής .
Εδώ είναι οι εργάτες της πέτρας, ένα απέραντο λατομείο απλώνεται και σε κάθε καμπή σχεδόν υπάρχει κι ένα παράπηγμα όπου σχίζουν τις πλάκες από τα αγκωνάρια οι εργάτες.
Μυρίζω το στουρνάρι που χτυπιέται κι ακούω τον πόνο του στο μέταλλο που ρυθμικά φωνάζει, αυτό αύριο θα γίνει σπίτι , μάντρα , αυλή και πάτωμα , μια ζωή θρυμματισμένη για μιαν άλλη ζωή τεχνουργική κι αγώνας επιβίωσης με τον τόνο.
Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου την ταμπέλα που ούρλιαζε ΔΡΑΜΑ και τα φρένα πανικού φέρανε δίπλα μου τον πρώτο βούλγαρο που μίλαγε Ελληνικά.
Λίγα χιλιόμετρα πρίν το Gotse Delchev στη Dabnitsa .
- Θέλω να πάω για Δράμα από το Gotse Delchev
- Όχι ρε από εδώ θα πάς, τρία χωριά μετά θα βρείς τον κεντρικό για τα σύνορα, έχει ταμπέλες
- Μα …
- Από εδώ έρχονται όλοι , είναι πιο κοντά και δεν έχει Αστυνομία
Και να ήθελα να παω από την άλλη δεν τόλμησα , με αγριοκοίταζε
Στεγνά πια τα χιλιόμετρα φεύγουν σαν γρήγορα άτια που μύρισαν το σανό και το νερό της ανάπαυσης.

''Στα ξένα δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!'' έγραφε ο Κρυστάλλης και το νερό που γέμισα απ’ την πηγή της Ροδόπης θαρρείς και πικράθηκε που άλλαξε τόπο.
Ο συνοριοφύλακας στην Εξοχή δεν πίστευε πως έβρεχε και πως θα ερχόταν πίσω μου η βροχή όπως δεν πίστευα κι εγώ πως θα βρεχόμουν άλλο.
Ο θεός όμως είχε άλλα σχέδια κατά νου και σα να κατάλαβε τις σκέψεις που έκανα λίγο πιο πριν περνώντας το τούνελ περιχαρής που άφηνα πίσω μου τα υγρά χιλιόμετρα άρχισε να βάφει τον ουρανό με όλους τους τόνους του γκρι με το πιο σκούρο μπροστά μου, προς την έξοδο για το σπίτι .
Η Αλιστράτη πνιγμένη στην αντάρα να μου απαγορεύει το διάβα της , η λύση της Εγνατίας στο ύψος της Καβάλας μου φάνηκε καλή , σύντομη και ασφαλής . Χα!
Πώς το λένε ; όταν εσύ κάνεις σχέδια ο άλλος από πάνω ξεκαρδίζεται στα γέλια;
Γέλια δεν νομίζω να ήτανε, πρέπει να άδειαζε την πισίνα του διαβόλου για να κάνει πλάκα και σε εκείνον και σε εμένα .
Η απόσταση χρονικά από την πρώτη ψιχάλα μέχρι τον κατακλυσμό ήταν το πιο μικρό κλάσμα που θα μπορούσε να διαιρεθεί ένα δευτερόλεπτο
Για δώδεκα χιλιόμετρα πάνω στην Εγνατία έψαχνα μια έξοδο να φυλαχτώ χωρίς να βλέπω στην κυριολεξία πέρα από την μύτη μου, εντελώς στην τύχη .
Βγήκα στην έξοδο της Νέας Περάμου με την σκέψη ότι θα κάτσω από κάτω από την γέφυρα να περάσει και να συνεχίσω, μέχρι που ένοιωσα την μηχανή να ωθείται από το νερό που ερχόταν πίσω μου .
Πόσα κουράγια να έχει ένας άνθρωπος να αντέξει , κατάλυμα επειγόντως, ό, τι να ΄ναι όπου να ΄ναι .

Το όπου να 'ναι είναι το πρώτο ξενοδοχείο που βρίσκεις μπροστά σου την στιγμή λίγο πριν πεις καταρρέω.
Κλείνεις την πόρτα και τρως την φλασιά πως εσύ είσαι πλέον ασφαλής αλλά η μηχανή σου ακόμη ζεστή υπομένει την βροχή και μετανιώνεις που κρύφτηκες, που κουράστηκες που τρόμαξες με μια μπόρα.

Μέχρι να σε πάρει ο ύπνος όλα αυτά, το πρωί θα χαθείς μέσα στην αγκαλιά της ανατολής για να επιστρέψεις εκεί οπού δεν έφυγες.


 «Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ’ αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα,
κι από τα μαύρα νέφαλα χυνόταν
βαριά νεροποντή κι ολούθε ο μέγας
μας τυραγνούσε κεραυνός του Δία.
Στο φως μιας αστραπής, βιγλίζω απάντεχα
τον Οδυσσέα στη μέση του πελάγου,
γαλήνιο να κρατά το δοιάκι,
κατάματα στηλώνοντας τη μπόρα!
«Δυσσέα του κράζω, πας για την πατρίδα;
Πια μες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;»
Μ΄ αυτός, με το τιμόνι στην παλάμη
και τ’ αρμυρά δαγκώνοντας μουστάκια,

τήραε μακριά σκυφτός και δεν έστράφη!» 


Οδύσσεια – Νίκος Καζαντζάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news