Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

α.Η γούργουλα. β.Άτροπος. | Της Μαρίας Ελένης Φραγκιαδάκη ~ 2 διηγήσεις

α. Η γούργουλα

Το μέτωπό μου ακόμα ζεματάει… Θα ανέβασα πυρετό… Κοίταξέ τους… Με λυπούνται. Με λυπούνται. Εμένα , την Βενετιά την γούργουλα. Οίκτος στο βλέμμα. Άλλοι αδιάφοροι… Σκατόψυχοι..
Δεν τον χρειάζομαι τον οίκτο, ούτε την λύπησή σας… Εγώ είμαι η Βενετιά η γούργουλα.
«Να ζήσεις να τον θυμάσαι γούργουλα», έτσι μου λένε όλοι.. Να ζήσεις να τον θυμάσαι. Όλοι τους έτσι με φωνάζουν. Γούργουλα. Το όνομά μου δεν το θυμούνται εδώ και καιρό, κι ας με βάφτισε ο παππάς Βενετιά. Από μικρή, λεπτός και στενός ο λαιμός μου. Φόραγα τα ψεύτικα τα κρεμαστά κι όλες σιχτιρίζανε στη γειτονιά τη μάνα μου.


«Πάλι στολίστηκε η γούργουλά σου μωρή; Στη γύρα για γαμπρό παγαίνει;»
Εμένα τώρα που με βλέπετε  είμαι η σκιά του εαυτού μου.
«Να μεγαλώσεις γρήγορα», βόγκαγε η μάνα. «Να μεγαλώσεις να δεις κι εσύ την γλύκα..». Μα εγώ δεν είχα μεγάλα όνειρα, μόνο να παντρευτώ τον Τρύφωνα. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να μην θυμώνει η μάνα, να γευτώ την γλύκα.. Εγώ περίμενα. Να μεγαλώσω να με πάρει γυναίκα του ο Τρύφωνας.
«Έτσι είναι η ζωή γούργουλά μου να σε χαρώ. Ζωή σε λόγου σου», κράζαν αρπακτικά γύρω μου.. Και δώστου ψιθύριζαν στο αυτί και με έδειχναν με οίκτο. Παιδιά δεν απόκαμα. Ο Τρύφωνας έλεγε εγώ είμαι η φταίχτρα. Εγώ είμαι η στέρφα. Χήρα τώρα η Βενετιά. Και μαζευτήκαν και πολλοί. Παράπονο δεν έχω. Τον αγαπούσανε τον Τρύφωνα. Φίλοι, συγγενείς, οι κοκότες.. Έχω να το λέω… Κύριος ο Τρύφωνας. Μπροστά μου τίποτα δεν είδα. Κάποτε ήρθε σπίτι με σημάδια. Τι είναι αυτά Τρύφωνα; Χτυπήθηκα με  το βουβόσκυλο τον γαμπρό μου.. Χτυπάει την Μελανία. Έπιανα μετά την κουνιάδα μου, σηκώνει χέρι μωρή δύστυχη ο άντρας σου; Θα τον καθαρίσει ο Τρύφωνάς μου. Δεν με λυπάσαι να χάσω το στεφάνι μου για τα καμώματά σας; Έσκυβε το κεφάλι η Μελανία μην προδοθεί. Τελικά έμαθα την αλήθεια… Παντρεμένη κανόνιζε ο προκομμένος και σαν φτάσαν τα χαμπέρια στου κερατά τα αυτιά, που τον πονεί και που τον σφάζει τον Τρύφωνά μου… Να αγιάσει το χέρι του.. «Κάνε υπομονή γούργουλά μου, και τούτος ο ανήφορος, κατήφορο θα φέρει», μερόνυχτα με παρηγορούσε η Μελανία.
Παράπονο δεν έχω, εκτός σπιτιού έκανε τις βρωμοδουλειές του. Μην παραγνωριστούμε με καμιά… Ένα δεν του συγχώρεσα ποτέ.. που έλεγε εμένα στέρφα κι άκληρη μ’ άφησε. Μόνο μια νύχτα που έκλαιγα και σταματημό δεν είχα, με αγκάλιασε ο Τρύφωνάς μου, έβαλε το άδικο στόμα του στο μέτωπο και μου δωσε φιλί. «Μπορεί να φταίω κι εγώ Βενετιά μου. Ποιος ξέρει; Ήταν γραπτό μας βλάστημα να μην δούμε…».
Λόγια, καφέδες και λιβάνι. Λόγια. «Θεός σχωρέστον γούργουλά μου». «Να ζήσεις να τον θυμάσαι»… Και το φιλί στο μέτωπο εδώ κι ώρα ζεματάει. Στο διπλανό τραπέζι ένα γεννοβόλι, ίδιο ο Τρύφωνάς μου.



___________________________________________________________________



β. Άτροπος

«Ακόμα μια μαθουσάλεια μορφή περιπλανιέται. Τις νύχτες βγαίνουν από τις κρυψώνες τους οι γέροι. Τις νύχτες καταπίνουν τα δόντια του καρχαρία. Δίπλα της είναι κι άλλοι. Σιωπηλοί συνοδοί σωρού. Εναλλάξ γεννάνε τα παιδιά του καρχαρία. Απόψε είναι η σειρά της. Απόψε θα κρυφτεί κάτω από τα δόντια του. Θα κολλήσει την γλώσσα της στα ούλα του και θα καταπιεί αθόρυβα το καυτερό του σάλιο.»

Η Ε. ανοίγει τα μάτια. Σκοτάδι. Είναι πάνω στο κρεβάτι. Αν κάποιος την ρωτούσε ποιο ήταν το χειρότερο όργανο βασανισμού θα του έλεγε, το κρεβάτι. Τριγύρω απουσία. Απουσία χρώματος. Μαύρο. Απουσία γεύσης. Πυρετός. Απουσία του. Ασφυξία. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι. Τώρα θα ήθελε να ξύσει με το χέρι την μύτη της. Οι φακίδες της, μικρές σταγόνες  κεχριμπάρι στόλιζαν την μύτη της. Έτσι της έλεγε αυτός.
Κοιτάει το ταβάνι. Σκέφτεται ότι λογικά επάνω της είναι το ταβάνι. Θα πρέπει να είναι λευκό. Προσπαθεί να το φανταστεί. Ένα λευκό χρώμα, ένας λευκός τοίχος. Κάποιος της είχε πει το λευκό δεν είναι χρώμα. Τώρα θα ήθελε να ξύσει με το χέρι την μύτη της. Την Ε. έρχονται πότε πότε και την χαϊδεύουν. Στο κεφάλι. Αλλά η Ε. δεν είναι αδέσποτο. Ούτε κατοικίδιο όμως είναι. Αλλά και πάλι μπορεί να το φαντάζεται. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι.

«Απόψε είναι η σειρά της. Απόψε θα κρυφτεί κάτω από τα δόντια του. Θα κολλήσει την γλώσσα της στα ούλα του και θα καταπιεί αθόρυβα το καυτερό του σάλιο. Αυτό ήταν. Αύριο θα έχει άλλος σειρά. Εκείνη θα βγει στον δρόμο. Πέλμα γυμνό χωρίς ηχώ στο κράσπεδο.»

Η Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον την έχουν βαλσαμώσει και την έχουν κρατήσει όμορφα τοποθετημένη στο κρεβάτι για γούρι. Κάποτε είχε κρατήσει κι εκείνη για γούρι το τελευταίο δοντάκι που έβγαλε. Τότε ήταν απερίγραπτη η χαρά της. Είχε ακούσει ότι αν το κρατούσε και το έκρυβε για χρόνια χωρίς να το δει ποτέ κανείς, θα μπορούσε να της πραγματοποιήσει μια ευχή.
Και το φύλαξε κρυφό από όλους η Ε. Από όλους και σε κανέναν δεν το έδειξε. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι την κυνηγούσαν να της το κλέψουν κι εκείνη έτρεχε. Έτρεχε. Και το πρωί ξυπνούσε μούσκεμα στον ιδρώτα κι έκανε με τρόμο ταξίδι την γλώσσα της σε όλο το στόμα πολλές φορές, πολλές φορές, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, να σιγουρευτεί ότι και τα υπόλοιπα δόντια είναι στη θέση τους. Μπροστά στον καθρέφτη ένα-ένα μέτραγε και ξαναμέτραγε. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα να σιγουρευτεί ότι τα δόντια είναι στη θέση τους.

«Αύριο θα έχει άλλος σειρά. Εκείνη θα βγει στον δρόμο. Πέλμα γυμνό χωρίς ηχώ στο κράσπεδο. Θα προσπεράσει πεζούς και ρόδες να προλάβει να γεννήσει στο αλμυρό νερό.»

Μόνο σε αυτόν το είχε πει αλλά αυτός την κορόιδευε. Της έλεγε τάχα πως κανένα δόντι ή δοντάκι δεν θα της πραγματοποιούσε καμία ευχή. Διαφορετικοί κι οι δυο. Σαν να έσμιξε η πεταλούδα με τον σκορπιό και φτιάξανε καινούριο είδος. Ζεύγος γελοίων. Όχι έρωτας. Ούτε συνήθεια. Προσκόλληση. Και σύγκρουση. Γεννήθηκαν έτσι. Διαφορετικοί κι οι δυο. Κυανοί αποκομμένοι. Εσώκλειστοι στο τραγικό τους δέρμα. Καμιά φορά η Ε. τον θυμάται να παίζει με τα μαλλιά της, να σβήνει το φως και να της λέει ότι από προφίλ, η γάτα της του θύμιζε τον παππού του. Κι η Ε. γελούσε και του έλεγε θα θυσίαζε για κείνον το δοντάκι.
Η Ε. τώρα έχει γείρει το κεφάλι στο ζεστό μαξιλάρι και πολύ θα ήθελε να χαϊδέψει λίγες τούφες από τα μαλλιά της. Η Ε. δεν νιώθει. Μίσος, αγάπη. Φθόνο. Πολύ απλά η Ε. δεν νιώθει. Χωρίς κάποιον συγκεκριμένο λόγο. Μια μέρα πήρε στα χέρια της το δοντάκι, το έγλυψε λίγο και μετά το έσφιξε με δύναμη στη χούφτα κι ευχήθηκε πολύ. Πολύ πολύ όμως. Τώρα δεν μπορούσε να θυμηθεί, αλλά θυμάται ότι ευχήθηκε πολύ. Και μετά άνοιξε την χούφτα και δεν υπήρχε πουθενά το δοντάκι και φαντάστηκε ότι η ευχή της πραγματοποιήθηκε, αλλά τελικά δεν είχε πραγματοποιηθεί. Κι από τότε η Ε. δεν νιώθει. Μίσος, αγάπη. Φθόνο. Απλά η Ε. δεν νιώθει. Αυτός γέλαγε τότε και της έλεγε ότι το κατάπιε άθελά της το δοντάκι όταν το έγλυψε αλλά η Ε. το αρνήθηκε και προσδοκούσε με υπομονή την δίκαιη ανταμοιβή της.

«Θα προσπεράσει πεζούς και ρόδες να προλάβει να γεννήσει στο αλμυρό νερό. Όπου να ναι γεννάει. Όπου να ναι θα γεννήσει το δοντάκι. Κι αυτό θα επιπλέει μπροστά της, στην άκρη της θάλασσας. Και δεν θα πηδήξει ποτέ να το πιάσει. Φτάνει να ναι εκεί και να επιπλέει.»   
   
Τώρα η Ε. καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον την έχουν βαλσαμώσει και την έχουν κρατήσει όμορφα τοποθετημένη στο κρεβάτι για γούρι. Καμιά φορά έρχονται πότε πότε και την χαϊδεύουν. Στο κεφάλι. Αλλά η Ε. δεν είναι αδέσποτο. Ούτε κατοικίδιο όμως είναι. Αλλά και πάλι μπορεί να το φαντάζεται. Η Ε. είναι διακοσμητικό μπιμπελό στο κρεβάτι. Αν κάποιος την ρωτούσε ποιο ήταν το χειρότερο όργανο βασανισμού θα του έλεγε, το κρεβάτι. Κι απ’ όλους, αυτός πιο δικός της. Απ’ όλους, αυτός πιο δικός της. Που να ναι τώρα; Έτσι έλεγε η Ε. Δεν θα τον άλλαζε με τίποτα και με κανέναν. Αλλά καμιά φορά έτσι ακίνητη, αν την ρωτούσαν, εκεί που κλείνει τα μάτια, εκεί που την χαϊδεύουν στο κεφάλι, και δεν μπορεί να ξύσει την μύτη, ευχαρίστως θα αντάλλαζε το δοντάκι, με μια πιπίλα.

«Και δεν θα πηδήξει ποτέ να το πιάσει. Φτάνει να ναι εκεί και να επιπλέει.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news