Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

[Σαν ασημένια] της Ευσταθίας Δήμου ~ ΔΙΗΓΗΜΑ



 της Ευσταθίας Δήμου
Μια σειρά απρόβλεπτων συγκυριών με έφερε, στην καρδιά της άνοιξης, Απρίλη μήνα, στο χωριό Ψάρι της Κεντρικής Πελοποννήσου. Πρέπει να ξεκαθαρίσω απ’ την αρχή πως καμιά απολύτως σχέση δεν έχω με το χωριό αυτό που μου είναι εντελώς άγνωστο. Ακόμα και η ονομασία του είναι μια λέξη που δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ ότι χρησιμοποιείται για έναν τόπο, και μάλιστα κατεξοχήν ορεινό. Επιπλέον, οι εικόνες, οι ήχοι, τα χρώματα και τα αρώματα του χωριού αυτού είναι πράγματα πρωτοφανή σε μένα και δεν τα έχω συναντήσει πουθενά μέχρι σήμερα σε όσα μέρη κι αν βρέθηκα. Το πράσινο βέβαια δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο και μπορώ να πω πως το χρώμα αυτό κυριαρχούσε, μαζί με της θάλασσας το μπλε, στο μέρος όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Για ευνόητους λόγους δεν εγκατέλειψα ποτέ τη θάλασσα. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι όλα αυτά που αντικρίζω σήμερα μου φαίνονται τελείως ξένα. Τα πελώρια δέντρα με τους χοντρούς, σκληρούς κορμούς και τα μακριά κλαριά, τα δεκάδες μικρά πολύχρωμα λουλούδια με τα μεθυστικά τους αρώματα και όλα αυτά τα περίεργα πουλιά που πετούν ψηλά στον ουρανό πλημμυρίζοντάς τον με το μαγευτικό κελάηδημα τους, μου αποκαλύφθηκαν εντελώς ξαφνικά μετά την αναγκαστική μου μετοικεσία στο μέρος αυτό. Το κυριότερο όμως είναι ο αέρας που δεν σταματά να φυσά και να δίνει διαρκώς σχήμα και καινούργια θέση σε ό, τι υπάρχει στον τόπο αυτό. Αν δεν ήταν αυτός ο αέρας θα μπορούσα και να είχα συνηθίσει. Το κλίμα όμως δεν με σηκώνει. Μου λείπει η θάλασσα και το λιμάνι. Δυστυχώς, πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορέσω να γυρίσω πάλι πίσω, ειδικά στην κατάσταση που είμαι. Το χωριό βρίσκεται στην δυτική πλευρά του ορεινού όγκου του Μαινάλου και είναι πραγματικά δύσκολο να φτάσει κανείς στην πλησιέστερη ακτή. Ο δρόμος που οδηγεί μέχρι εδώ είναι μια στενή, φαγωμένη άσφαλτος και μονάχα έμπειροι και επιδέξιοι οδηγοί φτάνουν στο μέρος για να θαυμάσουν, μόνοι ή με παρέα, την ομορφιά του τοπίου. Πραγματικά, ο Αργύρης που οδηγούσε το κλειστό ημιφορτηγό φαινόταν ότι είχε την εμπειρία του χώρου και ήξερε πού και πώς να κάνει τους κατάλληλους ελιγμούς για ν’ αποφύγει τις αμέτρητες λακκούβες που έκαναν το δρόμο να μοιάζει με οργωμένο χωράφι.

Ο Αργύρης… Ο Αργύρης, ναι, αυτός πρωταγωνιστεί σ’ αυτή την ιστορία. Μαζί με τον αχώριστο σύντροφό του, τον Νικηφόρο. Είναι βέβαιο πως χωρίς αυτούς δεν θα είχα φτάσει ποτέ στο μέρος αυτό και δεν θα αντίκριζα ποτέ αυτά που τώρα αντικρίζω. Δεν ξέρω αν πρέπει να τους χρωστάω χάρη ή να τους αναθεματίζω που με έβαλαν σε μια τέτοια περιπέτεια. Τώρα που τα σκέφτομαι ξανά όλα αυτά λέω πως καλώς βρέθηκα εδώ. Τουλάχιστον σώθηκα από ολοκληρωτικό χαμό.
Όλα ξεκίνησαν κείνη την αποφράδα μέρα που, θέλοντας και μη, μας στοίβαξαν κακήν κακώς πάνω στο καΐκι, ένα παλιό ψαράδικο που εκτελούσε και χρέη μεταφορικού κάνοντας δρομολόγια στις Σποράδες. Το ταξίδι ήταν απελπιστικά μακρύ και εμείς, πάνω στο κατάστρωμα, ημιθανείς, δεν ξέραμε ούτε που πηγαίνουμε, ούτε πότε θα φτάσουμε. Έπειτα από αρκετές ώρες, ο καπετάνιος έδωσε εντολή να μας κατεβάσουν στις νοτιοανατολικές ακτές της Μαγνησίας, εκεί ακριβώς που ο βραχίονας του Παγασητικού κάνει μια ελαφριά κάμψη κι αναδιπλώνεται προς τα μέσα σχηματίζοντας την κοιλότητα του κόλπου, απέναντι ακριβώς από τις βορινές ακτές της Εύβοιας. Εκεί ήρθε ο Αργύρης, με το Νικηφόρο πάντα μαζί του, και με δυο τρεις άλλους για επιθεώρηση. Θα μας ξεχώριζαν σε ομάδες. Τις πιο ντελικάτες θα μας έστελναν στα καλύτερα μαγαζιά και εστιατόρια του Βόλου, ενώ τις άλλες θα μας φόρτωναν για να μας μεταφέρουν νότια. Ανάμεσα στις πρώτες ήμουνα κι εγώ.
Όση ώρα κρατούσε η επιθεώρηση, εμείς στεκόμασταν μουσκεμένες, τσακισμένες από την κούραση, τρέμοντας μέσα στο αγιάζι του ψυχρού πρωινού. Έβλεπα το Νικηφόρο να με κοιτά επίμονα και να ξερογλείφεται. Έριχνε κλεφτές ματιές στον Αργύρη και όταν σιγουρεύτηκε ότι εκείνος ήταν απασχολημένος να τινάζει τα μουσκεμένα του μπατζάκια, με πλησίασε ακροποδητί. Ένιωσα τη ζεστή ανάσα του να διαπερνά όλο μου το σώμα. Ήταν απίθανα όμορφος. Καστανός, μεγαλόσωμος και με δυο πελώρια επιβλητικά μουστάκια να κρέμονται πάνω από τα λεπτά του χείλη. Χωρίς κανείς να τον αντιληφθεί μέσα στον πανικό και τις φωνές με γράπωσε αποφασιστικά και με έσυρε ως την καρότσα του ημιφορτηγού. Ήταν παράξενο που δεν μπόρεσα, δεν ήθελα να αντιδράσω. Είχα αφεθεί στις ξαφνικές ορέξεις αυτού του πανέμορφου αρσενικού κι αυτό όχι από φόβο ή δειλία, αλλά από μια παράξενη απάθεια που με διαπότιζε σα νάρκη. Ίσως ήταν η κούραση και η ταλαιπωρία του ταξιδιού, ίσως έφταιξε κείνη η ομίχλη του πρωινού που τύλιγε την έρημη ακτή και κατέβαινε από κει γλιστρώντας πάνω στη θάλασσα σαν μια μπάλα άχνη. Ένιωθα πως είχα φτάσει σ’ ένα οριακό σημείο της ζωής μου και έβλεπα πως από δω και πέρα άλλες δυνάμεις θα όριζαν την τύχη μου και έπρεπε ν’ αφεθώ σ’ αυτές. Οι συντρόφισσές μου επέτειναν μια τέτοια αντιμετώπιση της κατάστασης. Οι περισσότερες, ζαλισμένες από το ταξίδι, με δυσκολία συγκρατούσαν τους σπασμούς που τάραζαν ολόκληρο το σώμα τους.
Ο Νικηφόρος, ατάραχος, με απόθεσε μαλακά σε μία γωνιά της καρότσας και, λίγο πριν πηδήξει κάτω, άγγιξε απαλά με τη γλώσσα του τα στεγνά μου χείλη. Το υγρό του χάδι συντάραξε όλο μου το κορμί. Έμεινα ξέπνοη στο ημίφως να συλλογίζομαι την περιπέτειά μου και να ακούω από μακριά τις φωνές του Αργύρη που φώναζε του Νικηφόρου και τσακώνονταν με τους άλλους. Χωρίς να το καταλάβω έπεσα σε έναν ύπνο βαθύ, σα λήθαργο. Ξύπνησα από τα σκαμπανεβάσματα του φορτηγού και η εικόνα που αντίκρισα γύρω μου με γέμισε με φρίκη. Στην πραγματικότητα με έπιασε ένα είδος ναυτίας. Οι συντρόφισσές μου, στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη, άλαλες και λιγοθυμισμένες, υπέφεραν στωικά το μαρτύριο της μεταφοράς τους στον καινούργιο τόπο. Είμαι σίγουρη ότι οι περισσότερες, ακόμα κι έτσι, ήταν ευχαριστημένες που δεν έμειναν πίσω, μαζί με τις άλλες. Ξέραν καλά πως εκεί δεν είχαν ζωή.
Είχε νυχτώσει πια για καλά όταν ο Αργύρης τράβηξε το χειρόφρενο και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Πίσω του βγήκε ο Νικηφόρος. Η πόρτα της καρότσας άνοιξε και τότε, για πρώτη φορά, αντικρίσαμε το μέρος. Βρισκόμασταν στην κεντρική πλατεία ενός χωριού και στο χώρο που φωτιζόταν από το ισχνό φως μιας αδύναμης λάμπας δέσποζε ένας ξενώνας στο ισόγειο του οποίου λειτουργούσε ένα μεγάλο παντοπωλείο, «Το Ψάρι». Μια γυναίκα στεκόταν μπροστά από την πόρτα του μαγαζιού και σκούπιζε. Νομίζω πως ετοίμαζε το χώρο για να μας υποδεχτεί. Μόλις μας είδε σταμάτησε και έκανε νόημα σε έναν άντρα που παιδευόταν με κάτι καφάσια με αναψυκτικά να πλησιάσει. Ο Αργύρης μας χάρισε ένα απρόσμενο αστραφτερό χαμόγελο, καθώς στάθηκε μπροστά στην πόρτα του βαν κοιτώντας μας με καμάρι. «Φρέσκο πράμα», είπε του άντρα που έσκυψε μέσα στην κλούβα για να μας δει καλύτερα. «Τέτοιες ζαργάνες δεν έχεις ματαδεί», συμπλήρωσε αναστενάζοντας βαθιά. Ο Νικηφόρος πλησίασε και κοίταξε τον Αργύρη με βλέμμα παρακλητικό. Εκείνος, συνειδητοποιώντας ότι ο σύντροφος του δεν σκόπευε ν’ αποσυρθεί, του έκανε νεύμα και ο Νικηφόρος γλίστρησε μέσα στην κλούβα και με τράβηξε έξω. Καθώς απομακρυνόμασταν άκουσα βήματα να ανεβαίνουν τα πέτρινα σκαλιά κι ύστερα μια πόρτα που έκλεισε με πάταγο.
Πήραμε ένα άγνωστο μονοπάτι που, έπειτα από αρκετή ώρα, μας έβγαλε σ’ ένα ξέφωτο στο δάσος με τα πουρνάρια και τους σχίνους. Η κατάφυτη πλαγιά κατέληγε στο βάθος μιας χαράδρας όπου κυλούσε τα νερά του ένα μικρό ρυάκι. Ένα περίεργο αίσθημα ευεξίας αναπτύχθηκε μέσα μου όταν έφτασε στα αυτιά μου ο ήχος του νερού. Και μια αλλόκοτη εντύπωση: ότι η νύχτα που πήγαινε να τελειώσει σε κείνο το μέρος συνεχιζόταν, λες και τ’ αστέρια την είχαν καρφωθεί για πάντα στο νυχτερινό ουρανό. Ο Νικηφόρος με απόθεσε στη ρίζα μιας αγριελιάς και ρίχτηκε πάνω μου με μανία. Όταν τελείωσε, έγειρε πλάι μου και αποκοιμήθηκε.
Το επόμενο πρωί, όταν ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό, ο Νικηφόρος ξύπνησε. Τεντώθηκε νωχελικά και μου έριξε ένα βλέμμα όλο λύπηση. Νιώθοντάς τον να με κοιτάει, μάντευα τι ακριβώς έβλεπε. Μια ξαφνική ριπή αέρα με ανασήκωσε και με έφερε πάνω σ’ αυτό εδώ το λουλούδι. Είδα το Νικηφόρο να απομακρύνεται. Το στιλπνό του τρίχωμα άστραφτε στο φως της μέρας. Λίγα μέτρα πίσω μου άκουσα μια κοριτσίστικη φωνή· «Μαμά, κοιτά τι όμορφος γάτος! Α, και μια ωραία πεταλούδα, κοίτα την, φαίνεται σαν ασημένια», αναφώνησε δείχνοντας την ουρά μου, το μόνο πράγμα που απέμεινε από μένα ύστερα από τη χθεσινή νύχτα. Ο Νικηφόρος έτρεξε και τρίφτηκε στα πόδια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ταχυδρομική Διεύθυνση Εντύπου
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΟΔΕΙΑ
ΛΙΝΑ Κ. ΤΖΙΑΜΟΥ
Τ.Κ. 18050 | ΣΠΕΤΣΕΣ
(αποστολή βιβλίων)

Ηλεκτρονικό Ταχυδρομείο | SODEIA@ymail.com
(αποστολή κειμένων, προτάσεων κ.α.)

Blogger templates


Blogger news